Δικηγορικό Γραφείο

Ως διαδικασία εξακρίβωσης στοιχείων νοείται η διαδικασία ελέγχου εκάστου πολίτη από τις αστυνομικές αρχές με σκοπό να διακριβωθούν τα στοιχεία της ταυτότητας του. Η εξακρίβωση στοιχείων έχει προληπτικό και έκτακτο χαρακτήρα καθ’ ότι αποβλέπει στην αποτροπή διατάραξης της δημόσιας τάξης, αποτελεί δε συνταγματικώς επιτρεπτό περιορισμό της προσωπικής ελευθερίας η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 5 του Συντάγματος. Το νομικό πλαίσιο της εξακρίβωσης στοιχείων ως υλικής ενέργειας της αστυνομικής αρχής είναι ανεπίτρεπτα ρευστό και ασαφές, σημείο δε αναφοράς τυγχάνει το ιδιαίτερα απαρχαιωμένο και γενικόλογο ΠΔ 141/1991.

Συνοπτικά ισχύουν τα εξής:

α. Ο πολίτης έχει υποχρέωση να επιδείξει έγγραφα τα οποία πιστοποιούν την ταυτότητά του εφ’ όσον αυτό του ζητηθεί από την αστυνομική αρχή.

β. H διαδικασία της εξακρίβωσης στοιχείων κατ’ αρχήν ολοκληρώνεται με την επίδειξη της αστυνομικής ταυτότητας, εφ’ όσον όμως τα ελεγχόμενα άτομα δεν επιδείξουν στοιχεία αποδεικτικά της ταυτότητάς τους, ή επιδείξουν μεν αυτά πλην όμως δημιουργούν στα αστυνομικά όργανα υπόνοιες διάπραξης εγκληματικής ενέργειας «εξ αιτίας του τόπου, του χρόνου, των περιστάσεων και της συμπεριφοράς τους», προσάγονται στο αστυνομικό  τμήμα για εξέταση, σύμφωνα με το  άρθρο 74 παρ. 15 του ΠΔ 141/1991.

γ.  Σύμφωνα με το αρ. 74 παρ. 15 περ. θ πδ 141/1991, ακριβώς επειδή ο προσαγόμενος πολίτης δεν φέρει την ιδιότητα του συλληφθέντος ή του κρατουμένου, ο χρόνος παραμονής του στο αστυνομικό τμήμα θα πρέπει να περιορίζεται στον απολύτως αναγκαίο για την ολοκλήρωση της εξακρίβωσης, διαφορετικά τα αστυνομικά όργανα διαπράττουν το αδίκημα της παράνομης κατακράτησης κατ’ αρ. 325 επ. ΠΚ. Στην πράξη έχει διαπιστωθεί ότι η διαδικασία ελέγχου στο αστυνομικό τμήμα ολοκληρώνεται κατά προσέγγιση εντός  δύο ή τριών ωρών.

δ. Σωματική έρευνα δεν διεξάγεται στο πλαίσιο της απλής εξακρίβωσης στοιχείων. Αντιθέτως η προανακριτική ή προληπτική αυτή αστυνομική σωματική έρευνα προϋποθέτει  τη συνδρομή  και άλλων πρόσθετων στοιχείων τα οποία απαιτούνται ειδικώς και απαρεγκλίτως από το νόμο. Ειδικότερα σύμφωνα με το  αρ. 96 παρ. 3 του ΠΔ 141/1991, σωματική έρευνα διενεργείται εφ’ όσον υφίσταται σοβαρή υπόνοια τελέσεως αξιοποίνου πράξεως ή απόλυτη ανάγκη. Σοβαρή δε υπόνοια υφίσταται όταν κατά την κοινή πείρα, τις ειδικές εμπειρίες και γνώσεις των αστυνομικών θα μπορούσε η συμπεριφορά του ελεγχομένου να συνδεθεί με την τέλεση συγκεκριμένων αξιοποίνων πράξεων. Ως εκ τούτου, η θεμελίωση σοβαρής υπόνοιας τέλεσης αξιόποινης πράξης αποκλειστικά λόγω στης παρουσίας του ελεγχομένου σε συγκεκριμένο δημόσιο χώρο, ( π.χ σε περιοχή με αυξημένη εγκληματικότητα ) δεν είναι ορθή και θεμιτή, αφετέρου ο ελεγχόμενος ο πολίτης πριν υποβληθεί σε σωματική έρευνα δικαιούται να ενημερωθεί για ποιό αδίκημα κρίνεται ύποπτος.

ε. Η χρήση χειροπέδων, η λεγόμενη «δέσμευση», ως  ιδιαιτέρως αυστηρό μέτρο κρατικού καταναγκασμού, ομοίως δεν προβλέπεται κατά τη διαδικασία της απλής προσαγωγής στο αστυνομικό τμήμα για εξακρίβωση στοιχείων, πλην  όμως είναι δυνατή κατ’ εξαίρεση όταν υπάρχουν σοβαρές  υπόνοιες  φυγής του ελεγχομένου, οι οποίες ερείδονται σε προηγούμενη  διαγωγή ή της συμπεριφοράς του  σύμφωνα με το άρθρο 119 παρ.  του  ΠΔ 141/1991. Σε κάθε περίπτωση η χρήση χειροπέδων όπως και κάθε πράξη η οποία  επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια της αστυνομικής αρχής  πρέπει  είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας και να αποφεύγεται εφ’ όσον ο ελεγχόμενος μπορεί να οδηγηθεί στο αστυνομικό τμήμα υπό καθεστώς αυστηρής επιτήρησης.

Συμπερασματικώς, καταλήγει κανείς ότι η καλύτερη δυνατή λύση για τη σύντομη και ανώδυνη διεξαγωγή εξακρίβωσης στοιχείων, είναι η συνεργασία του ελεγχόμενου πολίτη με τις αστυνομικές αρχές, ενώ σε περίπτωση διαπιστώσεως οιασδήποτε παρατυπίας από μέρους των αστυνομικών αρχών, ενδεικνύεται στο εκάστοτε πολίτη να τους υπομνήσει με  ήπιο και ευγενικό τρόπο το νόμο.

⇒ Σε περίπτωση δε που τα αστυνομικά όργανα υπερβούν τα όρια της διακριτικής τους ευχέρειας και πάντα  μετά την  ολοκλήρωση της διαδικασίας  εξακρίβωσης στοιχείων, για λόγους μη περαιτέρω «εμπλοκής» των πολιτών με την ποινική δικαιοσύνη (π.χ  παραπομπή τους δια της αυτόφωρου διαδικασίας ενώπιον ποινικών δικαστηρίων  για τέλεση των αδικημάτων της αντίστασης κατά της αρχής κατ’ αρ. 167 ΠΚ ή της απείθειας κατ’ αρ. 169 ΠΚ), ο εκάστοτε ελεγχόμενος πολίτης δύναται να προσφύγει δι’  εγγράφου αναφοράς του στον Συνήγορο του Πολίτη.  Τέλος σε περιπτώσεις κατάφωρης  παραβίασης των ατομικών του αγαθών,  της ανθρώπινης αξίας και αξιοπρέπειας, της υγείας και της σωματικής του ακεραιότητας, ο πολίτης δύναται να αποτανθεί στην πολιτική και ποινική δικαιοσύνη αιτούμενος την χρηματική του ικανοποίηση και την ποινική τιμωρία των αστυνομικών οργάνων τα οποία δεν τήρησαν τις κατά νόμο υποχρεώσεις τους.