Μέσω της διαδικασίας ρευστοποίησης της περιουσίας του οφειλέτη, πραγματοποιείται η πτώχευση του προσώπου του, με την εκποίηση τυχόν κινητών και ακινήτων. Σύμφωνα με το άρθρο 92 § 1 Ν. 4738/2020, ως πτωχευτική περιουσία νοείται το σύνολο της περιουσίας του οφειλέτη που ανήκει σε αυτόν κατά την ημέρα της κήρυξης της πτώχευσης. Εξαιρούνται τα ειδικώς αναφερόμενα περιουσιακά στοιχεία, καθώς και ότι ο πτωχός εκποίησε πριν την κήρυξη σε πτώχευσης, με την επιφύλαξη των διατάξεων περί πτωχευτικής ανάκλησης και ό,τι απέκτησε μετά.
Στην πτωχευτική περιουσία του φυσικού προσώπου, κατ’ εξαίρεση από τον ανωτέρω κανόνα, εντάσσεται και το μέρος του ετήσιου εισοδήματός του από την πτώχευση μέχρι την απαλλαγή, το οποίο υπερβαίνει τα όρια που ο νόμος αναφέρει. Δηλαδή, ο νόμος επιτάσσει από το πρόσωπο που αιτείται να πτωχεύσει, την περιουσιακή διάθεση του εισοδήματος που ¨περισσεύει¨ -βάσει δικαστικής χρήσης- προς την ικανοποίηση πιστωτών του.
Με την κήρυξη σε πτώχευση, ο οφειλέτης παραδίδει τη διοίκηση της περιουσίας του στο Σύνδικο πτώχευσης, ενώ επέρχεται απαγόρευση διάθεσης περιουσιακών στοιχείων. Δε, η κυριότητα διατηρείται από τον οφειλέτη-πτωχό έως και την εκποίηση του πράγματος.
Μπορεί, η διαχείριση να περνάει στο Σύνδικο, ωστόσο, για τους πρώτους εννέα μήνες οι ενέγγυοι δανειστές μπορούν να προχωρήσουν οι ίδιοι, σε εκποίηση του προσημειωμένου πράγματος. Έτσι, εμφανίζεται η πρώτη εξαίρεση κατά την προσφερόμενη αναστολή ατομικών διώξεων, την οποία παρέχει η πτώχευση. Εάν η εκτέλεση ξεκινήσει εντός της εν λόγω προθεσμίας, μπορεί να ολοκληρωθεί και μετά το πέρας αυτής, με διενέργεια πλειστηριασμού αλλά και με ανατροπή της κατάσχεσης. Ως έναρξη, δε, νοείται η πράξη επιβολής της κατάσχεσης.
Έτερη, συνήθης πρακτική, είναι αυτή με το ρόλο του επισπεύδοντα να αναλαμβάνεται από το Σύνδικο, με τον τελευταίο να ξεκινά τη διαδικασία επίσπευσης. Για περιουσιακά στοιχεία, των οποίων η αξία δεν ξεπερνά τις 50.000€ (σύμφωνα και με την εκτίμηση του Συνδίκου) εκποιούνται ως μια ή και περισσότερες ομάδες πραγμάτων, όπως και συμβαίνει με τη διαδικασία εκποίησης που ξεπερνά το προαναφερόμενο ποσό, με μοναδικό γνώμονα, αυτό της μεγιστοποίησης της αξίας με σκοπό την καλύτερη ικανοποίηση των πτωχευτικών πιστωτών.
Επιγραμματικά, ο σύνδικος αναλαμβάνει να διορίσει πρώτα υπάλληλο που θα διεξάγει τον πλειστηριασμό, δηλαδή συμβολαιογράφο. Εν συνεχεία, για κάθε εκποιούμενο πράγμα, ο σύνδικος δημοσιεύει διακήρυξη στο Μητρώο Αφερεγγυότητας, στην οποία περιλαμβάνεται σύντομη περιγραφή του πράγματος, η τιμή πρώτης προσφοράς και η ημέρα του πλειστηριασμού, χωρίς να απαιτείται αναφορά των βαρών και επίδοση στους ενυπόθηκους δανειστής. Η επιλογή της διαδικασίας εκποίησης αλλά και η τιμή της πρώτης προσφοράς ορίζονται με επιμέλεια του συνδίκου, ο οποίος προσλαμβάνει δύο πιστοποιημένους εκτιμητές, ως και ορίζεται στο Άρθρο 1 παρ.Γ του Ν.4152/2013. Δε, ως αξία ορίζεται η μέση τιμή από τις δύο εκτιμήσεις, χωρίς να μας προσφέρεται η δυνατότητα ασκήσεως Ανακοπής -λόγω εσφαλμένης εκτίμησης- στο πλαίσιο της πτώχευσης. Εντός προθεσμίας 5 ημερών από τη δημοσίευση, ο σύνδικος καταθέτει τη διακήρυξη στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και ορίζεται ημερομηνία τέλεσης πλειστηριασμού σε χρονικό πλαίσιο 30-45 ημερών. Στο σημείο αυτό, άξιο αναφοράς είναι πως δεν υφίσταται υποχρέωση δημοσίευσης της διακήρυξης στην ιστοσελίδα του e–auction.
Κατά την περίπτωση που ευδοκιμήσει ο πλειστηριασμός, ο σύνδικος υπογράφει τη σύμβαση μεταβίβασης του πράγματος με τον υπερθεματιστή. Από την άλλη πλευρά, σε περίπτωση άκαρπου πλειστηριασμού προβλέπεται αυτόματη διαδικασία μείωσης της τιμής πρώτης προσφοράς. Συγκεκριμένα, ο πλειστηριασμός επαναλαμβάνεται εντός 20 ημερών και η νέα τιμή ορίζεται στα 3/4 της προηγούμενης. Εάν απαιτηθεί και πάλι επανάληψη πλειστηριασμού, η νέα τιμή ορίζεται στο 1/2 της αρχικής. Σε περίπτωση αποτυχίας και αυτού, ο σύνδικος υποβάλει αίτημα στον εισηγητή για μείωση της τιμής πρώτης προσφοράς ή για έγκριση όρων που θα διευκολύνουν την εκποίηση, συμπεριλαμβανομένης και της δυνατότητας ελεύθερης εκποίησης με συγκεκριμένο τίμημα. Μετά την πάροδο 120 ημερών από την έκδοση της διάταξης του εισηγητή και εφόσον δεν έχει επιτευχθεί η εκποίηση, ο σύνδικος προχωρά σε πλειστηριασμό χωρίς τιμή πρώτης προσφοράς.
Τέλος, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η μειωμένη δυνατότητα προσβολής των πράξεων εκτέλεσης, με μόνη την προσβολή του πίνακα κατάταξης -που συντάσσεται από το σύνδικο- στο πλαίσιο της οποίας θα πρέπει να παρουσιαστούν οι λόγοι κατά του πίνακα επαληθευμένων απαιτήσεων.

