Σύμφωνα με τα άρθρα 247, 250 περ. 1 και 5, 251 και 253 του Αστικού Κώδικα, θεσπίζεται πενταετής παραγραφή, μεταξύ άλλων, για τις αξιώσεις των εμπόρων που απορρέουν από τη χορήγηση εμπορευμάτων και την εκτέλεση εργασιών, συμπεριλαμβανομένων των συναφών δαπανών, καθώς και για τις αξιώσεις των προσώπων που ασκούν κατ’ επάγγελμα την παροχή υπηρεσιών, ως προς τις αμοιβές και τις δαπάνες τους. Η παραγραφή αυτή εκκινεί από το τέλος του έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και κατέστη δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, όπως γίνεται παγίως δεκτό και στη νομολογία (ΑΠ 446/2024, ΑΠ 792/2018, ΑΠ 248/2014, ΑΠ 134/2013).
Ειδικότερα, οι αξιώσεις της Ε.ΥΔ.Α.Π., ως ανώνυμης εταιρίας που λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και διέπεται από τη νομοθεσία περί ανωνύμων εταιριών, καθώς και συμπληρωματικά από τον ν. 1068/1980, υπάγονται στην ανωτέρω πενταετή παραγραφή. Τούτο διότι η Ε.ΥΔ.Α.Π. φέρει την ιδιότητα του εμπόρου, κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 2190/1920 (ήδη άρθρο 1 του ν. 4548/2018), ενώ οι απαιτήσεις της έναντι των καταναλωτών πηγάζουν από συμβατική σχέση παροχής υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης και αποσκοπούν στην κάλυψη λειτουργικών εξόδων και δαπανών.
Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 11 §4 του ν. 1068/1980, η οποία προβλέπει την ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων περί δημοσίων εσόδων ως προς τη βεβαίωση και είσπραξη των εσόδων της Ε.ΥΔ.Α.Π., δεν μεταβάλλει τον ιδιωτικού δικαίου χαρακτήρα των σχετικών απαιτήσεων. Η εν λόγω ρύθμιση αφορά αποκλειστικώς τη διαδικασία είσπραξης και δεν επεκτείνεται στις ουσιαστικές διατάξεις περί παραγραφής, ελλείψει ρητής πρόβλεψης. Κατά συνέπεια, δεν δύνανται να εφαρμοστούν οι ειδικές διατάξεις περί παραγραφής υπέρ του Δημοσίου (άρθρα 86-89 του ν. 2362/1995 και ήδη άρθρα 136-139 του ν. 4270/2014), οι οποίες έχουν σαφώς ουσιαστικό χαρακτήρα (βλ. ΜΠΑ 2426/2026).
Εξάλλου, οι ως άνω διατάξεις περί δημοσίων εσόδων αφορούν την παραγραφή ταμειακώς βεβαιωμένων απαιτήσεων και όχι το χρονικό διάστημα από τη γένεση έως τη βεβαίωση της απαίτησης. Συνεπώς, κατά τον χρόνο της ταμειακής βεβαίωσης προϋποτίθεται ότι δεν έχει ήδη συμπληρωθεί η πενταετής παραγραφή του Αστικού Κώδικα, λαμβανομένων υπόψη και τυχόν λόγων διακοπής ή αναστολής. Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία, η γνώση του προσώπου του υπόχρεου δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση της αξίωσης ούτε για την έναρξη της παραγραφής (ΕφΑθ 3672/2025, ΠΠρΤρικ 24/2020, ΜΠρΙωαν 55/2023, ΓνωμΝΣΚ 4/2018).
Τέλος, κατά το άρθρο 65 παρ. 1 του ΚΕΔΕ (ν. 4978/2022), παρέχεται στον οφειλέτη το δικαίωμα άσκησης ανακοπής πριν από την έναρξη της αναγκαστικής εκτέλεσης, τόσο κατά της ατομικής ειδοποίησης όσο και κατά του νομίμου τίτλου. Στο πλαίσιο της ανακοπής αυτής δύνανται να προβληθούν αντιρρήσεις τόσο ουσιαστικού όσο και δικονομικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένης της αμφισβήτησης της βασιμότητας της απαίτησης, εφόσον ο προσδιορισμός της δεν έχει ανατεθεί σε όργανα με δύναμη δεδικασμένου.
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των άρθρων 94 του Συντάγματος, 1 παρ. 2 περ. ια' του ν. 1406/1983 και 1 και 216 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2725/1999) προκύπτει ότι δικαιοδοσία προς κρίση επί της ανακοπής του άρθρου 65 παρ. 1 του ΚΕΔΕ έχουν τα πολιτικά δικαστήρια, εφόσον η υποκείμενη σχέση, επί της οποίας ερείδεται ο αποτελών το θεμέλιο της διοικητικής εκτέλεσης νόμιμος τίτλος, εδράζεται σε σχέση ιδιωτικού δικαίου. Η παρεμβολή της διοικητικής διαδικασίας και η είσπραξη της απαίτησης μέσω των δημοσίων ταμείων δεν μεταβάλλει, στις περιπτώσεις αυτές, τη νομική φύση της διαφοράς ως διαφοράς ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 8/1989, ΑΠ 991/2019, ΑΠ 1524/2013, ΜΠρΚαστ 309/2025, ΜΠρΘεσσαλ 3050/2023).
Ενόψει των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι οι αξιώσεις της Ε.ΥΔ.Α.Π. υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του Αστικού Κώδικα και δεν εξομοιώνονται με απαιτήσεις του Δημοσίου ως προς το καθεστώς παραγραφής. Η υπαγωγή τους σε διαδικασίες είσπραξης που προσιδιάζουν στα δημόσια έσοδα δεν μεταβάλλει τη φύση τους ως ιδιωτικών απαιτήσεων, ούτε περιορίζει τα δικαιώματα άμυνας του οφειλέτη, ο οποίος δύναται να προβάλλει κάθε νόμιμη ένσταση ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων.

