Η υπ’ αριθμ. 1642/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αποτελεί μία ιδιαίτερα σημαντική νομολογιακή εξέλιξη στο πεδίο του εργατικού δικαίου, καθώς εξετάζει το όριο μεταξύ της κατ’ αρχήν ελεύθερης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και της απαγόρευσης διακρίσεων λόγω φύλου, σε μία σύγχρονη πραγματικότητα που αφορά τη διαδικασία της εξωσωματικής γονιμοποίησης. Το Δικαστήριο κλήθηκε να απαντήσει στο κρίσιμο ερώτημα εάν η απόλυση εργαζόμενης, η οποία βρίσκεται σε στάδιο υποβοηθούμενης αναπαραγωγής και επίκειται εγκυμοσύνη, συνιστά απαγορευμένη δυσμενή διάκριση και, συνακόλουθα, αν είναι άκυρη.
Κατά το ισχύον νομικό πλαίσιο, η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αποτελεί, σύμφωνα με τα άρθρα 669 και 672 ΑΚ, καθώς και τον ν. 2112/1920 και τον ν. 3198/1955, μονομερή, απευθυντέα και κατ’ αρχήν αναιτιώδη δικαιοπραξία. Αυτό σημαίνει ότι ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επικαλεστεί ή να αποδείξει συγκεκριμένο λόγο απόλυσης. Ωστόσο, η ελευθερία αυτή δεν είναι απεριόριστη. Υπόκειται στους γενικούς περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ περί απαγόρευσης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, καθώς και σε ειδικότερες διατάξεις που θεσπίζουν λόγους ακυρότητας της καταγγελίας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το άρθρο 66 παρ. 1 του ν. 4808/2021, κατά το οποίο η καταγγελία είναι άκυρη όταν οφείλεται σε δυσμενή διάκριση, μεταξύ άλλων, λόγω φύλου. Παράλληλα, το άρθρο 48 του ίδιου νόμου ενισχύει την προστασία της ίσης μεταχείρισης. Οι ρυθμίσεις αυτές συμπληρώνονται από τον ν. 1414/1984 (άρθρα 5 και 6), που απαγορεύει ρητά την καταγγελία για λόγους φύλου, καθώς και από τον ν. 3896/2010 (άρθρα 3 και 14), ο οποίος ορίζει ότι συνιστά διάκριση και η λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση γυναίκας λόγω εγκυμοσύνης ή μητρότητας. Οι διατάξεις αυτές εναρμονίζονται με το ενωσιακό δίκαιο, ιδίως με την Οδηγία 2006/54/ΕΚ, όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-506/06 (Mayr), όπου κρίθηκε ότι η απόλυση γυναίκας σε προχωρημένο στάδιο εξωσωματικής γονιμοποίησης συνιστά άμεση διάκριση λόγω φύλου.
Στην υπό κρίση υπόθεση, η ενάγουσα εργαζόταν ως φωτογράφος με σύμβαση αορίστου χρόνου και είχε ήδη γνωστοποιήσει στον εργοδότη της ότι υποβάλλεται σε διαδικασία εξωσωματικής γονιμοποίησης, έχοντας λάβει και σχετικές άδειες για ιατρικούς λόγους. Η απόλυσή της έλαβε χώρα στις 31.12.2024, δηλαδή σε χρονικό σημείο κατά το οποίο είχε ολοκληρωθεί η φάση της ωοληψίας και επίκειτο η εμβρυομεταφορά. Ο εργοδότης προέβαλε ως αιτία της καταγγελίας αφενός την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της εργαζόμενης και αφετέρου οικονομικοτεχνικούς λόγους.
Το Δικαστήριο, αξιολογώντας τα αποδεικτικά στοιχεία, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι προβαλλόμενοι λόγοι ήταν προσχηματικοί. Ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι η εργαζόμενη είχε θετικές αξιολογήσεις και ότι οι ισχυρισμοί περί χαμηλής απόδοσης ήταν αόριστοι και μη τεκμηριωμένοι. Παράλληλα, οι επικαλούμενοι οικονομικοί λόγοι δεν επιβεβαιώθηκαν, καθώς δεν αποδείχθηκε γενικευμένη μείωση προσωπικού ούτε συνολική αναδιοργάνωση της επιχείρησης. Το γεγονός ότι απολύθηκαν μόνο συγκεκριμένες ειδικότητες κρίθηκε μη πειστικό και αντίθετο στα διδάγματα της κοινής πείρας.
Καθοριστικής σημασίας υπήρξε η εφαρμογή του άρθρου 66 παρ. 2 του ν. 4808/2021 σχετικά με το βάρος απόδειξης. Το Δικαστήριο τόνισε ότι αρκεί ο εργαζόμενος να αποδείξει πραγματικά περιστατικά ικανά να δημιουργήσουν την πεποίθηση ότι η απόλυση συνδέεται με απαγορευμένο λόγο. Στην περίπτωση αυτή, το βάρος μετατίθεται στον εργοδότη, ο οποίος οφείλει να αποδείξει ότι η καταγγελία δεν έγινε για τέτοιο λόγο. Πρόκειται για μια μορφή μερικής αντιστροφής του βάρους απόδειξης, που δεν αναιρεί τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας, αλλά διευκολύνει την προστασία του εργαζομένου.
Εφαρμόζοντας τη διάταξη αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι η γνωστοποίηση της εξωσωματικής γονιμοποίησης, σε συνδυασμό με τη χρονική εγγύτητα της απόλυσης, συνιστούσε επαρκή ένδειξη διάκρισης λόγω φύλου. Ο εργοδότης δεν κατάφερε να αποδείξει ότι η απόλυση οφειλόταν σε άλλους αντικειμενικούς λόγους. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κατέληξε ότι η πραγματική αιτία της καταγγελίας ήταν η επικείμενη εγκυμοσύνη της εργαζόμενης, γεγονός που στοιχειοθετεί άμεση δυσμενή διάκριση λόγω φύλου.
Με βάση τα ανωτέρω, η καταγγελία κρίθηκε άκυρη, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ. Ως συνέπεια, η σύμβαση εργασίας θεωρήθηκε ότι συνεχίζεται και ο εργοδότης περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή της εργασίας, κατά το άρθρο 656 ΑΚ. Το Δικαστήριο επιδίκασε στην ενάγουσα μισθούς υπερημερίας, καθώς και τα αντίστοιχα επιδόματα, ενώ έλαβε υπόψη και τον συμψηφισμό της καταβληθείσας αποζημίωσης απόλυσης, σύμφωνα με το άρθρο 440 ΑΚ. Επιπλέον, αναγνώρισε προσβολή της προσωπικότητας της εργαζόμενης και επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αιτιολογία του Δικαστηρίου ως προς τη σύνδεση της εξωσωματικής γονιμοποίησης με την έννοια της διάκρισης λόγω φύλου. Ακολουθώντας τη νομολογία του ΔΕΕ, έκρινε ότι οι σχετικές ιατρικές πράξεις αφορούν αποκλειστικά τη γυναίκα και, συνεπώς, η δυσμενής μεταχείριση λόγω αυτών δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως άμεση διάκριση. Με τον τρόπο αυτό, επεκτείνεται ουσιαστικά η προστασία της μητρότητας και στο προγενέστερο στάδιο της προσπάθειας τεκνοποίησης.
Συνολικά, η απόφαση αναδεικνύει τρεις βασικές αρχές. Πρώτον, ότι η ελευθερία του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση δεν είναι απόλυτη, αλλά περιορίζεται από την απαγόρευση διακρίσεων και την αρχή της καλής πίστης (άρθρο 281 ΑΚ). Δεύτερον, ότι η διαδικασία εξωσωματικής γονιμοποίησης εμπίπτει στο προστατευτικό πεδίο της απαγόρευσης διακρίσεων λόγω φύλου. Και τρίτον, ότι ο μηχανισμός της μερικής αντιστροφής του βάρους απόδειξης λειτουργεί ως ουσιαστικό εργαλείο προστασίας του εργαζομένου, ιδίως σε περιπτώσεις όπου τα πραγματικά κίνητρα του εργοδότη είναι δυσχερές να αποδειχθούν άμεσα.
Εν κατακλείδι, η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αποτελεί μία προοδευτική και καλά αιτιολογημένη απόφαση, η οποία ενισχύει ουσιαστικά την προστασία των εργαζομένων γυναικών και εναρμονίζεται πλήρως με τις επιταγές του εθνικού και ενωσιακού δικαίου. Το βασικό της μήνυμα είναι σαφές: η επιλογή μιας γυναίκας να αποκτήσει παιδί, ακόμη και στο στάδιο της ιατρικής προετοιμασίας, δεν μπορεί να αποτελεί λόγο απώλειας της εργασίας της.
*Η πληροφόρηση που εμπεριέχεται στο παρόν άρθρο δεν συνιστά νομική συμβουλή. Μια τέτοια νομική συμβουλή είναι δυνατό να παρασχεθεί μόνον από αρμόδια/ιο δικηγόρο του συγκεκριμένου τμήματος του γραφείου μας που εξειδικεύεται στον ειδικό τομέα δικαίου, αφού προηγουμένως λάβει υπόψη του/της το σύνολο των δεδομένων που θα εκτεθούν και θα μελετηθούν για την υπόθεσή σας.

