Δικηγορικό Γραφείο
Το νέο  ΑΡ. 296 ΚΠοινΔ και ο αυτοματισμός στην φυλάκιση

Σήμερα θα μας απασχολήσει η τροποποίηση-αυστηροποίηση που αφορά το άρθρο 296 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (πλέον ΚΠΔ), μιας πραγματικά καίριας διάταξης όσον αφορά την ποινική προδικασία, καθώς καταπιάνεται με την επιβολή προσωρινής κράτησης. 

Ειδικότερα, αντικείμενο του άρθ.296ΚΠΔ, είναι οι περιστάσεις υπό τις οποίες αντικαθίστανται οι προηγουμένως, τυχόν επιβληθέντες περιοριστικοί όροι, με το επαχθέστατο μέτρο δικονομικού καταναγκασμού, που είναι η προσωρινή κράτηση, δηλαδή ο εγκλεισμός σε κατάστημα κράτησης.

Να υπομνήσουμε στο σημείο αυτό, ότι ως περιοριστικοί όροι, είναι η παροχή εγγυοδοσίας, η απαγόρευση εξόδου από τη Χώρα, η υποχρέωση εμφάνισης του κατηγορουμένου σε τακτά χρονικά διαστήματα στο Α.Τ. του τόπου κατοικίας του κ.α.

Περιοριστικοί όροι μπορεί να επιβληθούν, εάν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορούμενου για κακούργημα ή πλημμέλημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. Ο σκοπός της επιβολής περιοριστικών όρων (αλλά και της προσωρινής κράτησης), είναι η αποτροπή τέλεσης νέων αδικημάτων και εξασφάλιση της παρουσίας του κατηγορουμένου, στον ανακριτή, στο δικαστήριο και στην εκτέλεση της τυχόν επιβληθησομένης ποινής.

Σύμφωνα δε, με το άρθ.296 ΚΠΔ, οι τυχόν επιβληθέντες κατά τα ανωτέρω, περιοριστικοί όροι μπορούν να αντικατασταθούν με προσωρινή κράτηση στις κάτωθι περιπτώσεις:

Α) Αν ο κατηγορούμενος, μολονότι προσκλήθηκε νόμιμα, δεν εμφανίζεται στον ανακριτή ή στο δικαστήριο για να δικαστεί, χωρίς να συντρέχουν εύλογα κωλύματα που να κάνουν αδύνατη την εμφάνισή του:

Στην ουσία ο συγκεκριμένος λόγος αποτελεί παραβίαση ενός εκ των σκοπών επιβολής των περιοριστικών όρων, που είναι η εξασφάλιση της παρουσίας του κατηγορουμένου σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και η εξασφάλιση ότι θα υποβληθεί στην εκτέλεση της ποινής που τυχόν του επιβληθεί. Και για αυτό τον λόγο αίρεται ο περιοριστικός όρος στην περίπτωση παραβίασης του, επειδή αποδείχθηκε εκ των πραγμάτων ανεπαρκής.

Β) Αν έχει κάνει προπαρασκευαστικές πράξεις φυγής.

Π.χ. όταν ο κατηγορούμενος έχει εκδώσει εισιτήρια προκειμένου να μετοικήσει στην αλλοδαπή ή να απομακρυνθεί από τον έλεγχο των εγχώριων Αρχών.

Γ) Αν παραβιάζει τους όρους που του επιβλήθηκαν ή δεν δηλώσει τη μεταβολή της κατοικίας του σύμφωνα με το επόμενο άρθρο.

Αυτή η περίπτωση, δηλαδή η παραβίαση περιοριστικών όρων, αποτελεί τον συχνότερο λόγο αντικατάστασης περιοριστικών όρων με προσωρινή κράτηση. Στην περίπτωση αυτή, ιδρύεται αρνητική προϋπόθεση για τον σεβασμό των περιοριστικών όρων από τον κατηγορούμενο, καθώς θεωρείται ότι έχει ήδη δοκιμαστεί αυτό το είδος δικονομικού καταναγκασμού και ο κατηγορούμενος αποδείχτηκε αναξιόπιστος, αφού τον παραβίασε.

Η προβληματική καινοτομία που εισήγαγε ο Νόμος 5172/2025, η οποία τροποποιεί τα όσα προβλέπει το άρθ.296ΚΠ, επί τα χείρω, αφορά την προσθήκη νέου, δευτέρου εδαφίου, στο εν λόγω άρθρο, που πέρα από τις τρεις ανωτέρω αναφερθείσες περιπτώσεις αντικατάστασης περιοριστικού όρου με προσωρινή κράτηση, θεσπίζεται ένας ακόμα που έχει ως εξής:

«Οι περιοριστικοί όροι που έχουν επιβληθεί στον κατηγορούμενο σε περιπτώσεις κακουργημάτων των Κεφαλαίων Έκτου, περί εγκλημάτων κατά της δημόσιας τάξης, Δεκάτου Τρίτου, περί κοινώς επικινδύνων εγκλημάτων, Δεκάτου Τετάρτου, περί εγκλημάτων κατά συγκοινωνιών, τηλεπικοινωνιών και άλλων κοινωφελών εγκαταστάσεων, Δεκάτου Ογδόου, περί εγκλημάτων κατά της προσωπικής ελευθερίας, Δεκάτου Ενάτου, περί εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας και οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, των άρθρων 299, περί ανθρωποκτονίας με δόλο, 310, περί βαριάς σωματικής βλάβης, 311, περί θανατηφόρας σωματικής βλάβης, 312, περί σωματικής βλάβης αδύναμων ατόμων, 374, περί διακεκριμένης κλοπής, 380, περί ληστείας, 385, περί εκβίασης, και 386, περί απάτης, του Ειδικού Μέρους του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α` 95), του ν. 2168/1993 (Α` 147), περί όπλων, και του ν. 4139/2013 (Α` 74), περί ναρκωτικών, αντικαθίστανται με προσωρινή κράτηση: α) αν ασκηθεί σε βάρος του νέα ποινική δίωξη και έχει επιβληθεί μέτρο δικονομικού καταναγκασμού για οποιοδήποτε από τα παραπάνω κακουργήματα, β) δυνητικά, αν ασκηθεί νέα ποινική δίωξη για περίπτωση πλημμελήματος των ανωτέρω πράξεων, που φέρεται ότι τέλεσε μετά την επιβολή περιοριστικών όρων και κατά τη διάρκεια της ισχύος τους».

Με μια πρώτη ανάγνωση, γίνεται αντιληπτό ότι με το ανωτέρω δεύτερο εδάφιο, προβλέπεται ότι οι περιοριστικοί όροι που έχουν τυχόν επιβληθεί, για μια υπόθεση Α, αντικαθίστανται με προσωρινή κράτηση, εφόσον ασκηθεί ποινική δίωξη για μια δεύτερη υπόθεση, ας την ονομάσουμε ως υπόθεση Β και επιβληθεί στα πλαίσια της υπόθεσης Β, ο οιοσδήποτε περιοριστικός όρος.

Δηλαδή ο περιοριστικός όρος για την υπόθεση Α θα αντικαθίσταται με προσωρινή κράτηση, επειδή θα έχει επιβληθεί δεύτερος περιοριστικός όρος σε υπόθεση άσχετη με την Α (και τον υπό αντικατάσταση περιοριστικό όρο) και χωρίς να συντρέχει καμία από τις υπόλοιπες προϋποθέσεις επιβολής προσωρινής κράτησης.

Η τροποποίηση αυτή είναι προβληματική διότι α) η αντικατάσταση στην περίπτωση αυτή, του πρώτου περιοριστικού όρου με προσωρινή κράτηση δεν είναι δυνητική όπως στις τρεις πρώτες περιπτώσεις του άρθρου, αλλά υποχρεωτική όπως προκύπτει και από την ίδια διατύπωση του β’ εδαφίου, όπου δεν γίνεται λόγος για δυνατότητα αντικατάστασης, αλλά μόνο για αντικατάσταση, β) αντικαθίσταται αυτομάτως ένας περιοριστικός όρος για προηγούμενη υπόθεση (Α) επειδή σε μια δεύτερη υπόθεση (Β) με όλως διαφορετικά και ασύνδετα πραγματικά περιστατικά, επιβλήθηκε ο οιοσδήποτε περιοριστικός όρος και γ) η αντικατάσταση και επιβολή προσωρινής κράτησης θα γίνει χωρίς να υφίσταται ουδείς όρος που επιβολής προσωρινής κράτησης, αποδεδειγμένα, αφού μιλάμε για περίπτωση συρροής δυο περιοριστικών όρων, άρα έχει αποδεδειγμένα κριθεί ότι δεν επιβαλλόταν να οδηγηθεί στην φυλακή ο κατηγορούμενος και παρ’όλα αυτά ο πρώτος περιοριστικός όρος θα αντικατασταθεί με προσωρινή κράτηση.

Σύμφωνα με τη νέα διάταξη λοιπόν, περιοριστικός όρος που είχε επιβληθεί για προηγούμενη υπόθεση (Α), ο οποίος είχε επιβληθεί με σύμφωνη γνώμη Εισαγγελέα και Ανακριτή, μετά από ώριμη στάθμιση όλων των στοιχείων της προσωπικότητας τόσο του κατηγορούμενου, όσο και των συνθηκών του εγκλήματος, πλέον θα αντικαθίσταται αυτοδικαίως, με προσωρινή κράτηση, εφόσον όσον ισχύει ο πρώτος περιοριστικός όρος, επιβληθεί και δεύτερος περιοριστικός όρος, για άσχετη ποινική υπόθεση με την Α.

Για να το κάνουμε ακόμα σαφέστερο, με τη νέα διάταξη, εάν σε μια υπόθεση Α έχει επιβληθεί ο ευμενέστερος περιοριστικός όρος που υπάρχει, ήτοι κατά περίπτωση ή η απαγόρευση εξόδου από τη Χώρα, ή εγγυοδοσία, σε περίπτωση επιβολής οιουδήποτε μεταγενέστερου περιοριστικού όρου για άσχετη υπόθεση με την Α, ας την ονομάσουμε υπόθεση Β, τότε όλως αναιτιολόγητα η απαγόρευση εξόδου (ή εγγυοδοσία) της υπόθεσης Α, θα αντικαθίσταται με προσωρινή κράτηση.

Πρόκειται για μια νομοθετική ανορθογραφία τεραστίων διαστάσεων, η οποία δεν λαμβάνει υπόψη ούτε το τεκμήριο αθωότητας, διότι για ποιο τεκμήριο αθωότητας δικαιούμαστε να μιλήσουμε, όταν ο νόμος προβλέπει την προσωρινή κράτηση του κατηγορούμενου με την επιβολή περιοριστικού όρου για άσχετη υπόθεση;

Δυστυχώς δεν λαμβάνει υπόψη, ούτε το δικαίωμα στη Δίκαιη Δίκη, διότι για ποια δίκαιη δίκη να μιλήσουμε, όταν στο δικαιικό μας σύστημα προβλέπεται (με την τροποποίηση αυτή) η φυλάκιση ανθρώπου, για όρο που αφορά στην ουσία διαφορετική υπόθεση από αυτή για την οποία θα φυλακιστεί και χωρίς να συντρέχει κάποιος από τους λόγους της επιβολής προσωρινής κράτησης;

Και για ποιο δικαίωμα στη δίκαιη δίκη μπορούμε να επαιρόμαστε, όταν με μια διάταξη νόμου, ακυρώνεται απόφαση της δικαστικής εξουσίας (διάταξη περιοριστικών όρων, μετά από σύμφωνη γνώμη ανακριτή και εισαγγελέα) και μάλιστα για όρο που είναι άσχετος με την υπόθεση για την οποία εκδόθηκε η διάταξη περιοριστικού όρου. Το πρόβλημα εν προκειμένω είναι βαθύτερο, διότι έχουμε μια χονδροειδή ανάμιξη της νομοθετικής εξουσίας στα «χωράφια» της δικαστικής εξουσίας, αφού πλέον με το εδάφιο β΄ του άρθ.296ΚΠΔ, θα αίρεται αυτοδικαίως η απόφαση της δικαστικής εξουσίας για επιβολή περιοριστικού όρου και θα αντικαθίσταται με προσωρινή κράτηση, χωρίς καν να είναι δυνητική η αντικατάσταση αυτή, ώστε να θεωρηθεί ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση δεν αποτελεί παρέμβαση της νομοθετικής εξουσίας στη νομοθετική, αλλά φευ.

Πρόκειται για μια από τις πιο ωμές, χονδροειδείς και απροκάλυπτες παρεμβάσεις της νομοθετικής εξουσίας στην δικαστική, η οποία καθίσταται και πλέον άδικη για τον εκάστοτε κατηγορούμενο.

Στην ουσία, έχουμε να κάνουμε με μια αυτοματοποιημένη διαδικασία εγκλεισμού ανθρώπων, η οποία δεν λογαριάζει ούτε το τεκμήριο αθωότητας, ούτε το δικαίωμα στη δίκαιη δίκη, ούτε την διάκριση εξουσιών, ούτε την αξία του ανθρώπου, ούτε τις περιστάσεις του κάθε αδικήματος, ούτε τα στοιχεία προσωπικότητας του εκάστοτε κατηγορουμένου.

Το μόνο που υπολογίζει είναι μη τυχόν και ο αριθμός των υποθέσεων για τις οποίες έχει επιβληθεί περιοριστικός όρος,  υπερβεί τη μια… 

Συνεπώς απομένουμε με μια ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια του ποινικού δικαιικού μας συστήματος, η οποία κάθε φορά που θα σκάει, θα μας θυμίζει πόσο απάνθρωπο και άδικο γίνεται το δικαιικό μας σύστημα με την κατά κόρον άκριτη αυστηροποίηση των τελευταίων ετών.

*Η πληροφόρηση που εμπεριέχεται στο παρόν άρθρο δεν συνιστά  νομική συμβουλή. Μια τέτοια νομική συμβουλή είναι δυνατό να παρασχεθεί μόνον από αρμόδια/ιο δικηγόρο του συγκεκριμένου τμήματος του γραφείου μας που εξειδικεύεται στον ειδικό τομέα δικαίου, αφού προηγουμένως λάβει υπόψη του/της το σύνολο των δεδομένων που θα εκτεθούν και θα μελετηθούν  για την υπόθεσή σας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News