Η προσφυγή αποτελεί το κύριο ένδικο βοήθημα, με το οποίο ζητείται η άσκηση ουσιαστικού ελέγχου μίας ατομικής εκτελεστής διοικητικής πράξης ή παράλειψης από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Με την προσφυγή ο δικαστής δεν ελέγχει μόνο τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης, αλλά και την ουσιαστική της ορθότητα. Μπορεί δε όχι μόνο να ακυρώσει την προσβαλλόμενη ενώπιόν του πράξη, αλλά και να την τροποποιήσει. Έτσι, ο δικαστικός έλεγχος που διενεργείται με την προσφυγή είναι ευρύτερος. Σύμφωνα με το άρθρο 63 του Ν. 2717/1999 σε προσφυγή υπόκεινται, με την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων του Κώδικα, οι εκτελεστές διοικητικές πράξεις ή παραλείψεις, από τις οποίες δημιουργούνται κατά νόμο διοικητικές διαφορές ουσίας, όπως εξάλλου η επιβολή προστίμου από παραβάσεις Κ.Ο.Κ.
Το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην έκδοση δικαστικής απόφασης, αλλά επεκτείνεται στη λήψη προσωρινών μέτρων, που θα προστατέψουν προληπτικά το επίδικο δικαίωμα από τους κινδύνους για την ικανοποίησή του μέχρι την έκδοση της δικαστικής απόφασης. Σύμφωνα με το άρθρο 200 του Ν. 2717/1999: «Σε κάθε περίπτωση που η προθεσμία ή η άσκηση της προσφυγής δεν συνεπάγεται κατά νόμο την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης εκτελεστής ατομικής διοικητικής πράξης και εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχει χορηγηθεί αναστολή από την αρμόδια διοικητική αρχή, μπορεί, ύστερα από αίτηση εκείνου που άσκησε την προσφυγή, να ανασταλεί, με αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου, εν όλω ή εν μέρει η εκτέλεση της πράξης αυτής». Ως εκ τούτου, το δικαστήριο μπορεί, σε κάθε περίπτωση, κατόπιν σχετικού αιτήματος εκ μέρους του διοικουμένου, να αναστείλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης, εν όλω ή εν μέρει, έως ότου εκδοθεί οριστική απόφαση επί του ένδικου βοηθήματος της προσφυγής. Την αναστολή της προσβαλλόμενης πράξης, εν προκειμένω λόγω επιβολής προστίμου από παραβάσεις Κ.Ο.Κ., χορηγεί μόνον το αρμόδιο δικαστήριο, αν κριθεί ότι η άμεση εκτέλεσή της θα προκαλέσει στον αιτούντα βλάβη ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη σε περίπτωση ευδοκίμησης του ένδικου μέσου.
Το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας θεμελιώνεται περαιτέρω και στο άρθρο 210 του Ν. 2717/1999 καθώς στην παρ. 1 ορίζεται ότι «Αν ασκηθεί προσφυγή ή αγωγή, εκείνος που την άσκησε μπορεί, με αίτησή του, να ζητήσει από το δικαστήριο τη λήψη μέτρων για την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης. Το δικαστήριο, αν γίνει δεκτή εν όλω ή εν μέρει η αίτηση, μπορεί να διατάξει προς τούτο κάθε πρόσφορο κατά την κρίση του μέτρο.» Ως εκ τούτου, η προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης αποτελεί προσωρινό ασφαλιστικό μέτρο. Τα μέτρα που πρόκειται να ληφθούν πρέπει να είναι πρόσφορα, δηλαδή να αποτρέπουν επαπειλούμενο άμεσο κίνδυνο στα συμφέροντα του αιτούντος ή να αποτρέπουν τη δημιουργία δια της παρόδου του χρόνου δυσμενούς για τα συμφέροντά του κατάστασης. Στην παρ. 3 του ως άνω άρθρου εξειδικεύονται από τον νομοθέτη οι λόγοι που μπορούν να θεμελιώσουν την ευδοκίμηση της αίτησης προσωρινής ρύθμισης της κατάστασης. Ως πρώτη περίπτωση ορίζεται η ύπαρξη συνδρομής κατεπείγοντος και ως δεύτερη περίπτωση ο κίνδυνος να καταστεί, με την πάροδο του χρόνου, αδύνατη ή ιδιαίτερα δυσχερής η ρύθμιση της κατάστασης ακόμη και αν εκδοθεί ευνοϊκή οριστική απόφαση για την αντίστοιχη προσφυγή.
Η αίτηση προσωρινής ρύθμισης της κατάστασης, σε σύγκριση με την αίτηση αναστολής εκτέλεσης διοικητικής πράξης του άρθρου 200 Ν. 2717/1999, αποτελεί διαφορετικό ασφαλιστικό μέτρο, με διακριτό αντικείμενο. Ειδικότερα, η μεν αίτηση αναστολής στοχεύει στην αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης με την προσφυγή διοικητικής πράξης έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί της προσφυγής - η δε αίτηση προσωρινής ρύθμισης κατάστασης στοχεύει στη λήψη κάθε άλλου πρόσφορου μέτρου, ώστε να αποτραπεί ο κίνδυνος να καταστεί, με την πάροδο του χρόνου, αδύνατη ή ιδιαίτερα δυσχερής η ρύθμιση της κατάστασης ακόμη και αν εκδοθεί ευνοϊκή οριστική απόφαση για την αντίστοιχη προσφυγή.
Συμπερασματικά, η προσφυγή αποτελεί το κατεξοχήν ένδικο βοήθημα για την παροχή πλήρους και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας στις διοικητικές διαφορές ουσίας, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που αφορούν την επιβολή προστίμων λόγω παραβάσεων του Κ.Ο.Κ. Μέσω αυτής διασφαλίζεται όχι μόνο ο έλεγχος της νομιμότητας αλλά και της ουσιαστικής ορθότητας της διοικητικής πράξης, με δυνατότητα ακύρωσης ή τροποποίησής της. Παράλληλα, η δυνατότητα αναστολής εκτέλεσης και προσωρινής ρύθμισης της κατάστασης λειτουργεί ως κρίσιμος μηχανισμός προστασίας, αποτρέποντας ανεπανόρθωτη βλάβη και διασφαλίζοντας την πρακτική αποτελεσματικότητα της έννομης προστασίας έως την έκδοση της οριστικής δικαστικής απόφασης.
*Η πληροφόρηση που εμπεριέχεται στο παρόν άρθρο δεν συνιστά νομική συμβουλή. Μια τέτοια νομική συμβουλή είναι δυνατό να παρασχεθεί μόνον από αρμόδια/ιο δικηγόρο του συγκεκριμένου τμήματος του γραφείου μας που εξειδικεύεται στον ειδικό τομέα δικαίου, αφού προηγουμένως λάβει υπόψη του/της το σύνολο των δεδομένων που θα εκτεθούν και θα μελετηθούν για την υπόθεσή σας

