Δικηγορικό Γραφείο
Οι προϋποθέσεις ανάκλησης δωρεάς

Κατά το άρθρο 505 του ΑΚ, "ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ του παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή, στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή". Ως αχαριστία, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, που επικρατούν στην κοινωνία και οφείλεται σε υπαιτιότητά του, προσβάλλει δε άμεσα αγαθά του δωρητή. Το ζήτημα αν η συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που καταδεικνύει την αχαριστία, συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από το δικαστή, ο οποίος για την διαμόρφωση της κρίσης του εκτιμά τη συμπεριφορά αυτή με βάση αντικειμενικά κριτήρια, λαμβάνοντας υπόψη και τον βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητού ή του συζύγου ή στενού συγγενούς του και αποφαίνεται, αν η υπ` αυτού γενόμενη δεκτή, ως εμπίπτουσα κατά αντικειμενική κρίση στις νομικές έννοιες του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας, συμπεριφορά του δωρεοδόχου συνιστά στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία. Η κρίση αυτή του δικαστή της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς, όχι ως προς το εάν έλαβαν χώρα τα συνιστώντα το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία πραγματικά περιστατικά, αλλά ως προς την περαιτέρω αξιολόγηση αν τα περιστατικά, όπως τα δέχθηκε ο δικαστής της ουσίας ότι αποδείχθηκαν, πληρούν ή όχι το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπεια δικαιολογούν ή αποκλείουν την εφαρμογή του άρθρου 505 ΑΚ (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 173/2017, ΑΠ 655/2014).

Το δικαίωμα ανάκλησης της δωρεάς για την ως άνω αιτία, σύμφωνα με το άρθρο 509 του ΑΚ, ασκείται με μονομερή δήλωση του δωρητή, απευθυντέα προς το δωρεοδόχο, η οποία είναι άτυπη, ακόμη και αν αφορά ακίνητο, και συνεπώς μπορεί να ασκηθεί και με αγωγή, πρέπει δε να αναφέρεται σε αυτή και ο λόγος της ανακλήσεως της δωρεάς για τη συγκεκριμένη αιτία, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα, που συνιστούν το βαρύ παράπτωμα του δωρεοδόχου, τα οποία, βεβαίως, δύναται να αμφισβητήσει ο δωρεοδόχος ενώπιον του δικαστηρίου, οπότε και θα αποτελέσουν το αντικείμενο της αποδείξεως, ενώ η μη αναφορά στη δήλωση του λόγου ανάκλησης, καθιστά ανίσχυρη την ανάκληση, αφού στερείται ο δωρεοδόχος του δικαιώματος άμυνας εναντίον της ανάκλησης. Επιφέρει δε η δήλωση περί ανακλήσεως της δωρεάς τα νόμιμα αποτελέσματά της, από το χρόνο που περιέρχεται στο δωρεοδόχο, υπό την προϋπόθεση της αποδείξεως της αληθείας του επικαλούμενου στη δήλωση από το δωρητή ως άνω λόγου ανακλήσεως (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1375/2014, ΑΠ 1832/2011). Κατά συνέπεια, για την ευδοκίμηση της αγωγής περί ανακλήσεως της δωρεάς, πρέπει, αφενός ο λόγος αχαριστίας να υπάρχει κατά το χρόνο της ανάκλησης, αφετέρου να αποδείξει ο ενάγων την αλήθεια του αναφερόμενου στη δήλωση ανάκλησης λόγου και αν αυτός αφορά την επιδειχθείσα από το δωρεοδόχο αχαριστία, να αποδείξει το έναντί του βαρύ παράπτωμα, από το οποίο προήλθε αυτή (ΑΠ 35/2020, ΑΠ 1439/2017, ΑΠ 655/2014).

Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 του Α.Κ., η ανάκληση αποκλείεται, αν ο δωρητής έδωσε συγγνώμη στο δωρεοδόχο ή αν πέρασε ένα έτος αφότου ο δωρητής, έχοντας δικαίωμα να ανακαλέσει την δωρεά, πληροφορήθηκε τον λόγο της ανακλήσεως. Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης, η τιθέμενη με αυτή ετήσια αποσβεστική προθεσμία προς ανάκληση της δωρεάς, δεν αρχίζει, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν τον λόγο της αχαριστίας, είναι εξακολουθητικά και φθάνουν μέχρι την πράξη ανακλήσεως της δωρεάς, διότι στην περίπτωση αυτή τα ανωτέρω περιστατικά θεωρούνται και λαμβάνονται υπόψη ως ενιαίο σύνολο, οπότε η προθεσμία προς ανάκληση αρχίζει από την τέλεση του τελευταίου παραπτώματος (ΑΠ 1439/2017, ΑΠ 1043/2000, ΑΠ 655/2014, ΑΠ 1375/2014).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων προς εκείνη του άρθρου 256 αρ. 1 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "Αναστέλλεται η παραγραφή των αξιώσεων: 1. μεταξύ συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου, έστω και αν ύστερα ακυρωθεί, καθώς και μεταξύ προσώπων που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, όσο αυτό ισχύει" και η οποία, κατά τα άρθρα 255 και 279 ΑΚ, εφαρμόζεται και επί της ως άνω ετήσιας αποσβεστικής προθεσμίας για την ανάκληση της δωρεάς, προκύπτει ότι επί δωρεάς μεταξύ συζύγων, που έγινε διαρκούντος του γάμου, η ως άνω ετήσια αποσβεστική προθεσμία της ανακλήσεως της δωρεάς αρχίζει να τρέχει από της αμετακλήτου λύσεως του γάμου και συμπληρώνεται με την πάροδο έτους (ΑΠ 98/2020).

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 505 και 509 ΑΚ, προκύπτει ότι από την περιέλευση στον δωρεοδόχο της δηλώσεως του δωρητή για ανάκληση της δωρεάς (άρθ. 167 ΑΚ), η οποία είναι άτυπη, η εμπράγματη κατάσταση που υπάρχει κατά το χρόνο που γίνεται η ανάκληση δεν μεταβάλλεται, δηλαδή ο δωρητής δεν αποκτά ξανά την κυριότητα του αντικειμένου της δωρεάς, αλλ` ανατρέπονται "αυτοδικαίως" για το μέλλον (ex nunc) τα αποτελέσματα της ενοχικής συμβάσεως της δωρεάς και ο δωρητής δικαιούται να ζητήσει το αντικείμενο αυτής κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθ. 904 επ. ΑΚ) και ειδικότερα, λόγω λήξεως της αιτίας, για την οποία δόθηκε το πράγμα. Ο δωρεοδόχος λοιπόν, είναι υποχρεωμένος πρωτογενώς να επιστρέψει αυτό τούτο το αντικείμενο της δωρεάς βάσει ενοχής είδους κατά την ΑΚ 904 παρ. 1 εδ. α`. Η αγωγή αυτή είναι προσωπική (ενοχική) και όχι εμπράγματη, στηρίζεται δε στην ενοχική υποχρέωση του δωρεοδόχου προς απόδοση του χωρίς αιτία κατεχομένου πράγματος. Μετά την ανάκληση της δωρεάς, δεν διαπλάσσεται νέα έννομη κατάσταση με την αναπλήρωση της ελλείπουσας δήλωσης βουλήσεως του υποχρέου, αλλά καταδικάζεται απλώς ο υπόχρεος σε επιχείρηση της πράξης. Έτσι η καταδίκη δεν αφορά πέραν της δηλώσεως βουλήσεως και την τέλεση της δικαιοπραξίας, στην οποία πρωτίστως κατατείνει η δηλωθείσα βούληση (ΑΠ 419/2016, ΑΠ 545/2013 ΑΠ 904/2002).

Σε περίπτωση, κατά την οποία τα δοθέντα ήταν χρήματα, με τα οποία ο λήπτης αγόρασε κάποιο πράγμα, κινητό ή ακίνητο, η ευθύνη του συνίσταται στην απόδοση του πράγματος που αγοράστηκε και υποκατέστησε κατ` αυτό τον τρόπο τα ληφθέντα χρήματα, ενόψει του ότι τούτο αποτελεί το ληφθέν αντάλλαγμα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 908 εδαφ. α` ΑΚ, το οποίο και είναι υποχρεωμένος να αποδώσει (ΟλΑΠ 1773/1981, ΑΠ 844/2011, ΑΠ 436/2007).

Περαιτέρω, από τη στιγμή που ο δωρεοδόχος λάβει τη δήλωση ανάκλησης της δωρεάς, γίνεται κακής πίστεως νομέας του πράγματος και ευθύνεται απέναντι στο δωρητή για απόδοση και του πράγματος και των ωφελημάτων, σαν να είχε επιδοθεί σ` αυτόν η αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 904, 908 και 912 ΑΚ, που εφαρμόζονται σε περίπτωση ανάκλησης δωρεάς κατά παραπομπή από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 509 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι ο λήπτης (εν προκειμένω ο δωρεοδόχος) έχει την υποχρέωση να αποδώσει καρπούς μόνο αφότου έμαθε ότι έληξε η αιτία του πλουτισμού του, ήτοι αφότου του κοινοποιήθηκε η κατά τα ανωτέρω δήλωση ανάκλησης της δωρεάς.

Η ανάκληση της δωρεάς δεν έχει αναδρομική ενέργεια, αλλά ενεργεί για το μέλλον, δημιουργώντας αξίωση απόδοσης του δωρηθέντος για λήξασα αιτία, όχι όμως και των ωφελημάτων που τυχόν έλαβε ο δωρεοδόχος από το δωρηθέν, κατά το χρονικό διάστημα πριν από την ανάκληση της δωρεάς ( ΑΠ 228/2024 www.areiospagos.gr).


*Επισημαίνεται ότι το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες νομικές υπηρεσίες. Η πληροφόρηση που εμπεριέχεται στο παρόν άρθρο δεν συνιστά νομική συμβουλή. Μία τέτοια νομική συμβουλή είναι δυνατόν να παρασχεθεί μόνο από αρμόδια/ιο δικηγόρο του συγκεκριμένου τμήματος του γραφείου μας που εξειδικεύεται στον ειδικό τομέα δικαίου, αφού προηγουμένως λάβει υπόψη του/της το σύνολο των δεδομένων που θα εκτεθούν και θα μελετηθούν για την υπόθεσή σας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News