Δικηγορικό Γραφείο
Η πραγματική συμφωνία των μερών υπερισχύει της τυπικής αναγραφής στο μισθωτήριο – Παρατηρήσεις με αφορμή τη ΜΠρΗρ 371/2026 (2)

Ως κλητευόμενος διάδικος στη διαδικασία της εκούσιας Δικαιοδοσίας θεωρείται κάθε πρόσωπο, που έλαβε μέρος στη δίκη και απέκτησε την ιδιότητα αυτή, κατά τον τρόπο που ορίζουν οι σχετικές διατάξεις του ΚΠολΔ καθώς στο πλαίσιο της δεν υπάρχει αντιδικία, όπως υπάρχει σε αυτό της αμφισβητούμενης Δικαιοδοσίας, αλλά μετέχουν στη διαδικασία αυτή οι ενδιαφερόμενοι για τη ρύθμιση, που θα αποφασισθεί (ΕφΘεσ 2778/2018, ΕφΑθ 167/2017, ΠΠρΗρ 3/2019, δημοσιευμένες στην ΤΝΠ Νόμος). Προσλαμβάνεται συνεπώς, η ιδιότητα του διαδίκου μόνο με τους ακόλουθους τρόπους: α) με την υποβολή της αίτησης για εκδίκαση ορισμένης υποθέσεως της εκούσιας Δικαιοδοσίας, β) με την κλήτευση στη διαδικασία αυτή είτε κατόπιν διάταξης του αρμοδίου Δικαστή (άρθρο 748§3 ΚΠολΔ), είτε εκ του νόμου, γ) με την, κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων ή αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, προσεπίκληση (άρθρο 753 ΚΠολΔ), δ) με την άσκηση κύριας ή πρόσθετης παρεμβάσεως (άρθρο 752 ΚΠολΔ) και ε) με την άσκηση τριτανακοπής (ΑΠ 546/2018, ΑΠ 2130/2014, ΕφΑιγ 84/2020, ΕφΘεσ 249/2020, δημοσιευμένες στην ΤΝΠ Νόμος).

Περαιτέρω, κατά την §2 της διάταξης του άρθρου 802 ΚΠολΔ προβλέπεται ότι σε δίκες για την υποβολή ενός προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση, διατάσσεται υποχρεωτικώς, πέραν της κλήτευσης του αρμόδιου Εισαγγελέα, και η κλήτευση του ίδιου, καθώς και του τυχόν διορισμένου προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τόσο ο πάσχων, όσο και ο τυχόν διορισμένος δικαστικός συμπαραστάτης, ακόμη και ο προσωρινός, καλούνται υποχρεωτικά στη συζήτηση και ως εκ τούτου καθίστανται εκ του νόμου διάδικοι στη σχετική δίκη. Η παράλειψη της κλήτευσής τους επάγεται το απαράδεκτο της συζήτησης. Κατά τον ίδιο τρόπο είναι υποχρεωτική και συνιστά  διαδικαστική προϋπόθεση και η κλήτευση της  αρμόδιας Κοινωνικής Υπηρεσίας. Σκοπός της είναι να διενεργηθεί κοινωνική έρευνα προκειμένου το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την έκθεσή της σχετικά με την αναγκαιότητα του μέτρου και την καταλληλότητα του προτεινόμενου συμπαραστάτη

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1672 ΑΚ και 805§4 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην περίπτωση διορισμού προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη όλες οι επιδόσεις, που αφορούν διαδικαστικές πράξεις, οι οποίες επιχειρούνται έκτοτε απαιτείται να γίνονται τόσο στον τελευταίο, όσο και σ’ εκείνον για τον οποίο διορίστηκε καθώς ο διορισμός του δεν συνεπάγεται την άρση ή τον περιορισμό της δικαιοπρακτικής ικανότητας του προσώπου για το οποίο διορίσθηκε, απλά ο συμπαραστατούμενος αποκτά ένα νόμιμο αντιπρόσωπο, που μπορεί παράλληλα να δικαιοπρακτεί στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του. Η παράλειψη της επίδοσης της διαδικαστικής πράξης και στον προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη καθιστά ελλιπή την επίδοση και απαράδεκτη την ενέργειά της. Σημειώνεται δε ότι ο διορισμός προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη δύναται να πραγματοποιηθεί και με προσωρινή διαταγή σε οποιοδήποτε στάδιο της εκκρεμούς διαδικασίας, κατ’ αίτηση ή και αυτεπαγγέλτως, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της §2 του άρθρου 805 ΚΠολΔ).

Τέλος, η προσωρινή διαταγή εκδίδεται σε «οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας», δηλαδή όχι μόνο σε κάθε στάση της κύριας δίκης, αλλά και σε φάση ηρεμίας της διαδικασίας. Ως κύρια δίκη νοείται εκείνη, που ξεκινά με αφορμή οποιαδήποτε αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας στο πλαίσιο της εκούσιας Δικαιοδοσίας. Σύμφωνα δε με την κρατούσα άποψη, η χρονική εμβέλεια της διάταξης του άρθρου 781 ΚΠολΔ εκτείνεται από τον χρόνο κατάθεσης της κύριας αίτησης της εκούσιας Δικαιοδοσίας έως την έκδοση οριστικής απόφασης και παρά τη γραμματική διατύπωση της διατάξεως «καταχωρίζεται στα πρακτικά». Το Δικαστήριο προβαίνει στην προσωρινή αυτή διαταγή όταν είναι αναγκαίο για την εξασφάλιση ή διατήρηση δικαιώματος ή τη ρύθμιση κατάστασης και συγκεκριμένα όταν υπάρχει κίνδυνος ανεπανόρθωτης βλάβης για ιδιωτικό δικαίωμα στου οποίου την εξασφάλιση ή τη διατήρηση αφορά το ρυθμιστικό μέτρο, που αναμένεται να διαταχθεί με την απόφαση, καθώς και όταν υπάρχει επείγουσα περίπτωση, η οποία επιβάλλει την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης της αρχικής αίτησης, ή οποιουδήποτε μεταγενέστερου ενδίκου βοηθήματος ή μέσου.

*Η πληροφόρηση που εμπεριέχεται στο παρόν άρθρο δεν συνιστά  νομική συμβουλή. Μια τέτοια νομική συμβουλή είναι δυνατό να παρασχεθεί μόνον από αρμόδια/ιο δικηγόρο του συγκεκριμένου τμήματος του γραφείου μας που εξειδικεύεται στον ειδικό τομέα δικαίου, αφού προηγουμένως λάβει υπόψη του/της το σύνολο των δεδομένων που θα εκτεθούν και θα μελετηθούν  για την υπόθεσή σας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News