Η δυνατότητα παράλληλης άσκησης ιδιωτικού έργου από ιατρούς του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ) αποτελεί ένα ιδιαίτερα σημαντικό ζήτημα, το οποίο τα τελευταία έτη έχει υποστεί ουσιώδεις νομοθετικές μεταβολές. Παράλληλα, ειδικό καθεστώς ισχύει για τη συμμετοχή δημοσίων υπαλλήλων σε εταιρείες, ενώ διαφορετικοί κανόνες εφαρμόζονται ανάλογα με τη σχέση εργασίας του προσωπικού του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ.
- Η άσκηση ιδιωτικού έργου από ιατρούς του ΕΣΥ
Με το άρθρο 7 του Ν. 5102/2024 θεσπίστηκε ειδικό πλαίσιο για τη δυνατότητα άσκησης ιδιωτικού έργου από ιατρούς και οδοντιάτρους του κλάδου ΕΣΥ. Η σχετική ρύθμιση εξειδικεύθηκε με την υπ’ αριθ. Γ4α/Γ.Π. οικ. 49887/2024 απόφαση του Υπουργείου Υγείας (ΦΕΚ Β΄ 5456/1.10.2024).
Κατά το νέο καθεστώς, οι ιατροί και οδοντίατροι του ΕΣΥ εξακολουθούν να είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης. Κατ’ εξαίρεση, όμως, μπορούν, εκτός του τακτικού τους ωραρίου και των εφημεριών τους, να ασκούν ιδιωτικό έργο, υπό την προϋπόθεση προηγούμενης χορήγησης σχετικής άδειας.
Η δυνατότητα αυτή καταλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη διατήρηση ιδιωτικού ιατρείου, την παροχή ιατρικών υπηρεσιών σε ιδιωτικές κλινικές, διαγνωστικά ή θεραπευτικά εργαστήρια, καθώς και την παροχή υπηρεσιών ως συμβούλων ή εμπειρογνωμόνων. Περιλαμβάνονται ακόμη δραστηριότητες που αφορούν την εκπαίδευση και επιμόρφωση επαγγελματιών υγείας, την εποπτεία, τη διοργάνωση διαλέξεων και επιστημονικών εκδηλώσεων και τη συγγραφή επιστημονικών άρθρων ή ενημερωτικού υλικού υγείας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι οι συγκεκριμένες υπηρεσίες δεν μπορούν να παρέχονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας. Ο ιατρός οφείλει, επομένως, να αναλαμβάνει τις φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις που συνδέονται με την ιδιωτική του δραστηριότητα.
Ειδική εξαίρεση προβλέπεται για τους προσωπικούς ιατρούς ΕΣΥ, οι οποίοι δεν μπορούν να παρέχουν ιδιωτικό έργο στον πληθυσμό που είναι εγγεγραμμένος σε αυτούς ως προσωπικός ιατρός.
- Η διαδικασία χορήγησης της άδειας
Για την άσκηση ιδιωτικού έργου από ιατρό ΕΣΥ απαιτείται προηγούμενη άδεια του αρμόδιου οργάνου, η οποία χορηγείται για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένο είδος ιδιωτικής δραστηριότητας.
Οι αιτήσεις υποβάλλονται κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο των μηνών Δεκεμβρίου και Μαΐου και αφορούν, αντίστοιχα, το πρώτο και το δεύτερο εξάμηνο του επόμενου έτους. Η απόφαση του αρμοδίου οργάνου πρέπει να είναι ειδικά και επαρκώς αιτιολογημένη και εκδίδεται, κατ’ αρχήν, εντός δέκα ημερών από την υποβολή της αίτησης.
Η άδεια έχει, κατά κανόνα, εξάμηνη διάρκεια. Μετά τη χορήγησή της, ο ιατρός υποχρεούται να προσκομίσει τα προβλεπόμενα δικαιολογητικά, μεταξύ των οποίων τη βεβαίωση λειτουργίας ιδιωτικού ιατρείου ή τη σχετική σύμβαση με ιδιωτικό φορέα και τη βεβαίωση έναρξης δραστηριότητας από τη φορολογική αρχή.
- Οι βασικές προϋποθέσεις
Η χορήγηση και η διατήρηση της άδειας συνδέονται με αυστηρές προϋποθέσεις.
Καταρχάς, απαγορεύεται η παροχή ιδιωτικού κλινικού έργου σε ασθενείς που ο ίδιος ιατρός είχε εξετάσει στα τακτικά ιατρεία του νοσοκομείου ή του Κέντρου Υγείας, καθώς και σε ασθενείς που βρίσκονται στην ενιαία λίστα χειρουργείου.
Παράλληλα, η ιδιωτική δραστηριότητα δεν πρέπει να επηρεάζει την εύρυθμη λειτουργία του νοσοκομείου ή της μονάδας υγείας, ούτε την ομαλή κατάρτιση και εκτέλεση του προγράμματος εφημεριών.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται, επίσης, στους δείκτες παραγωγικότητας των κλινικών και τμημάτων. Η άσκηση ιδιωτικού έργου δεν πρέπει να οδηγεί σε μείωση της παραγωγικότητας πέραν του προβλεπόμενου ορίου, ενώ η διοίκηση οφείλει να παρακολουθεί τους σχετικούς δείκτες τουλάχιστον σε μηνιαία βάση.
Η άδεια μπορεί να ανακληθεί εφόσον διαπιστωθεί ότι δεν πληρούνται πλέον οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις.
- Κυρώσεις σε περίπτωση παράβασης
Το νέο καθεστώς προβλέπει αυστηρές συνέπειες για την παραβίαση των όρων άσκησης ιδιωτικού έργου.
Μεταξύ άλλων προβλέπονται η άμεση ανάκληση της άδειας, η ανάκληση της βεβαίωσης λειτουργίας ιδιωτικού ιατρείου, η καταγγελία της σύμβασης παροχής ιατρικών υπηρεσιών από τον ιδιωτικό φορέα και η απαγόρευση υποβολής νέας αίτησης για χρονικό διάστημα έξι μηνών.
Σε περίπτωση πρώτης υποτροπής, η απαγόρευση μπορεί να ανέλθει σε δύο έτη, ενώ σε περίπτωση δεύτερης υποτροπής προβλέπεται οριστική απώλεια του δικαιώματος άσκησης ιδιωτικού έργου.
Η παράβαση των σχετικών υποχρεώσεων μπορεί, επιπλέον, να συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα.
Επομένως, η άσκηση ιδιωτικού έργου από ιατρό ΕΣΥ πρέπει να αντιμετωπίζεται ως δραστηριότητα που υπόκειται σε διαρκή έλεγχο και όχι ως μία απλή τυπική διαδικασία λήψης άδειας.
- Μπορεί ο ιατρός ΕΣΥ να ασκεί το ιδιωτικό έργο μέσω εταιρείας;
Ένα διαφορετικό αλλά ιδιαίτερα κρίσιμο ζήτημα αφορά τη δυνατότητα άσκησης της ιδιωτικής δραστηριότητας μέσω εταιρικού σχήματος.
Στο ζήτημα αυτό εξακολουθούν να έχουν ιδιαίτερη σημασία οι περιορισμοί του άρθρου 32 του Ν. 3528/2007 (Υπαλληλικός Κώδικας), καθώς και η υπ’ αριθ. 25/2015 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Κατά το άρθρο 32 του Υπαλληλικού Κώδικα, ο δημόσιος υπάλληλος υποχρεούται να δηλώνει τη συμμετοχή του σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, ενώ απαγορεύεται η συμμετοχή του σε εμπορικές εταιρείες προσωπικού ή περιορισμένης ευθύνης τύπου, καθώς και η ανάληψη της ιδιότητας του διαχειριστή εμπορικής εταιρείας.
Η γνωμοδότηση ΝΣΚ 25/2015 έκρινε ειδικότερα ότι ο δημόσιος υπάλληλος δεν μπορεί να αποκτήσει την ιδιότητα του διαχειριστή Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας (ΙΚΕ), ενώ κατά την πλειοψηφία του ΝΣΚ δεν επιτρέπεται ούτε η συμμετοχή του στην ΙΚΕ μέσω απόκτησης εταιρικών μεριδίων.
Η κρίση αυτή στηρίζεται στην παραδοχή ότι η ΙΚΕ αποτελεί εκ του νόμου εμπορική εταιρεία και ότι η απαγόρευση του άρθρου 32 καταλαμβάνει, κατ’ αρχήν, κάθε εμπορική εταιρεία, εκτός εάν ο νόμος προβλέπει ρητή εξαίρεση.
Κατά συνέπεια, η δυνατότητα του ιατρού ΕΣΥ να ασκεί ιδιωτικό έργο δεν πρέπει να συγχέεται με τη δυνατότητα συμμετοχής ή ανάληψης διαχείρισης εμπορικής εταιρείας. Η χορήγηση άδειας ιδιωτικού έργου δεν συνεπάγεται αυτομάτως άρση των γενικών υπηρεσιακών περιορισμών που διέπουν τη συμμετοχή δημοσίων υπαλλήλων σε νομικά πρόσωπα.
- Το γενικό καθεστώς για τους δημοσίους υπαλλήλους
Για τους δημοσίους υπαλλήλους και τους υπαλλήλους ΝΠΔΔ εφαρμόζεται, ως γενικός κανόνας, το άρθρο 31 του Ν. 3528/2007.
Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, ο υπάλληλος μπορεί, μετά από άδεια, να ασκεί ιδιωτικό έργο ή εργασία με αμοιβή, εφόσον το έργο είναι συμβατό με τα καθήκοντα της θέσης του και δεν παρεμποδίζει την ομαλή εκτέλεση της υπηρεσίας.
Η άδεια χορηγείται για συγκεκριμένο έργο ή εργασία, μετά από σύμφωνη και αιτιολογημένη γνώμη του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου. Δεν πρόκειται, επομένως, για γενική άδεια άσκησης οποιασδήποτε παράλληλης επαγγελματικής δραστηριότητας.
Η νομολογία και οι γνωμοδοτήσεις του ΝΣΚ έχουν επανειλημμένα επισημάνει ότι στην αίτηση πρέπει να προσδιορίζονται με σαφήνεια το αντικείμενο, ο τόπος, ο χρόνος, η διάρκεια και οι συνθήκες άσκησης του ιδιωτικού έργου. Το υπηρεσιακό συμβούλιο εξετάζει, μεταξύ άλλων, εάν η δραστηριότητα είναι συμβατή με τα υπηρεσιακά καθήκοντα, εάν δημιουργείται σύγκρουση συμφερόντων και εάν η παράλληλη απασχόληση μπορεί να επηρεάσει την απόδοση του υπαλλήλου.
Η άσκηση ιδιωτικού έργου χωρίς την απαιτούμενη προηγούμενη άδεια συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα.
Ανάλογο καθεστώς προβλέπεται για τους υπαλλήλους των ΟΤΑ στο άρθρο 38 του Ν. 3584/2007, με την επιφύλαξη των ειδικότερων ρυθμίσεων που διέπουν κάθε κατηγορία προσωπικού.
- Ιδιαίτερη σημασία έχει η σχέση εργασίας: μόνιμος, ΙΔΑΧ ή ΙΔΟΧ
Κρίσιμο είναι να διακρίνεται το καθεστώς των μονίμων δημοσίων υπαλλήλων και των υπαλλήλων με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ) από εκείνο των εργαζομένων με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου (ΙΔΟΧ).
Σύμφωνα με το άρθρο 14 του π.δ. 410/1988 και τη σχετική νομολογία και γνωμοδοτική πρακτική του ΝΣΚ, οι εργαζόμενοι με σχέση ΙΔΑΧ υπάγονται, ως προς την παράλληλη άσκηση ιδιωτικού έργου, στο καθεστώς του άρθρου 31 του Υπαλληλικού Κώδικα.
Αντίθετα, για τους εργαζομένους με σύμβαση ΙΔΟΧ δεν προκύπτει γενική υποχρέωση προηγούμενης λήψης άδειας κατ’ άρθρο 31 του Ν. 3528/2007.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι ο εργαζόμενος ΙΔΟΧ είναι απολύτως ελεύθερος να ασκεί οποιαδήποτε παράλληλη επαγγελματική δραστηριότητα. Υπέχει υποχρέωση πίστης έναντι του εργοδότη και οφείλει να απέχει από δραστηριότητες που μπορούν να βλάψουν τα συμφέροντα της υπηρεσίας ή να κλονίσουν την εμπιστοσύνη του κοινού προς αυτήν. Παραβίαση της υποχρέωσης αυτής μπορεί, υπό τις προϋποθέσεις του νόμου και της νομολογίας, να έχει συνέπειες ακόμη και στη συνέχιση της εργασιακής σχέσης.
Συμπέρασμα
Η παράλληλη άσκηση ιδιωτικής επαγγελματικής δραστηριότητας από πρόσωπα που υπηρετούν στον δημόσιο τομέα δεν διέπεται από ενιαίο κανόνα. Αντιθέτως, το εφαρμοζόμενο καθεστώς εξαρτάται από την ιδιότητα του εργαζομένου, τον φορέα στον οποίο υπηρετεί, τη σχέση εργασίας του και, στην περίπτωση των ιατρών ΕΣΥ, από τις ειδικές διατάξεις της υγειονομικής νομοθεσίας.
Ιδίως για τους ιατρούς ΕΣΥ, η δυνατότητα άσκησης ιδιωτικού έργου αποτελεί πλέον θεσμοθετημένη εξαίρεση από την αρχή της πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, υπό συγκεκριμένους όμως όρους και αυστηρούς μηχανισμούς ελέγχου. Η λήψη της σχετικής άδειας, η τήρηση των περιορισμών ως προς τους ασθενείς, το ωράριο και τη λειτουργία του νοσοκομείου, καθώς και η διαρκής συμμόρφωση με τους δείκτες παραγωγικότητας είναι ουσιώδεις προϋποθέσεις για τη νόμιμη άσκηση της ιδιωτικής δραστηριότητας.
Παράλληλα, η άδεια άσκησης ιδιωτικού έργου δεν πρέπει να συγχέεται με τη δυνατότητα συμμετοχής σε εμπορική εταιρεία ή ανάληψης εταιρικής διαχείρισης, για την οποία εξακολουθούν να ισχύουν οι ειδικοί περιορισμοί του Υπαλληλικού Κώδικα.
Για τον λόγο αυτό, πριν από την έναρξη οποιασδήποτε παράλληλης επαγγελματικής δραστηριότητας, απαιτείται εξατομικευμένος έλεγχος του εφαρμοζόμενου νομοθετικού πλαισίου, της σχέσης εργασίας, της ακριβούς μορφής της δραστηριότητας και του τρόπου με τον οποίο αυτή πρόκειται να ασκηθεί, ώστε να αποφευχθούν υπηρεσιακές, πειθαρχικές, φορολογικές ή άλλες έννομες συνέπειες.
*Η πληροφόρηση που εμπεριέχεται στο παρόν άρθρο δεν συνιστά νομική συμβουλή. Μια τέτοια νομική συμβουλή είναι δυνατό να παρασχεθεί μόνον από αρμόδια/ιο δικηγόρο του συγκεκριμένου τμήματος του γραφείου μας που εξειδικεύεται στον ειδικό τομέα δικαίου, αφού προηγουμένως λάβει υπόψη του/της το σύνολο των δεδομένων που θα εκτεθούν και θα μελετηθούν για την υπόθεσή σας.

