Τα διακριτικά γνωρίσματα αποτελούν θεμελιώδες στοιχείο της επιχειρηματικής ταυτότητας, καθώς λειτουργούν ως μέσα εξατομίκευσης μιας επιχείρησης, των προϊόντων, και των υπηρεσιών της στην αγορά. Η προστασία τους είναι ιδιαίτερα σημαντική στο δίκαιο του αθέμιτου ανταγωνισμού, καθώς η παράνομη χρήση ή η απομίμησή τους μπορεί να προκαλέσει σύγχυση στους καταναλωτές και να θίξει την εμπορική αξία και φήμη του δικαιούχου. Στην ελληνική έννομη τάξη, η προσβολή των διακριτικών γνωρισμάτων θεωρείται αθέμιτη ανταγωνιστική πράξη, επομένως παρέχεται πλήρες προστατευτικό πλαίσιο μέσω του ν. 146/1914.
- Έννοια
Ως μέσα εξατομίκευσης στις συναλλαγές, τα διακριτικά γνωρίσματα διακρίνονται σε διακριτικά γνωρίσματα της επιχείρησης και σε διακριτικά γνωρίσματα των εμπορευμάτων ή υπηρεσιών. Στην πρώτη κατηγορία υπάγονται στοιχεία που προσδιορίζουν και εξατομικεύουν την ίδια την επιχείρηση, όπως η επωνυμία, ο διακριτικός τίτλος και τα λοιπά διακριτικά σημεία της. Στη δεύτερη κατηγορία εντάσσονται τα γνωρίσματα που διακρίνουν τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από εκείνα των ανταγωνιστών της, με κυριότερα παραδείγματα το σήμα και τον διασχηματισμό του προϊόντος.
- Η απόκτηση δικαιώματος επί διακριτικού γνωρίσματος
Η προστασία ενός διακριτικού γνωρίσματος δεν προϋποθέτει σε κάθε περίπτωση την καταχώρισή του σε δημόσιο μητρώο. Ο τρόπος κτήσης του σχετικού δικαιώματος διαφοροποιείται ανάλογα με το είδος του γνωρίσματος. Από τις διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 146/1914 συνάγεται ότι τα διακριτικά γνωρίσματα αποκτώνται πρωτότυπα, με την πραγματική και διαρκή χρήση τους στις συναλλαγές – το λεγόμενο ουσιαστικό σύστημα (ΣτΕ 2522/2020, 577/2011, ΑΠ 871/2012, 1223/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Διαφορετικό είναι το καθεστώς του εμπορικού σήματος, για το οποίο το αποκλειστικό δικαίωμα αποκτάται καταρχήν με την καταχώρισή του στο οικείο μητρώο, σύμφωνα με το σύστημα της τυπικής κτήσης δικαιώματος.
Η προστασία των διακριτικών γνωρισμάτων διέπεται, περαιτέρω, από τον κανόνα prior in tempore potior in iure, ήτοι την αρχή της χρονικής προτεραιότητας. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, προτεραιότητα έχει εκείνος που απέκτησε πρώτος το δικαίωμα επί του διακριτικού γνωρίσματος, είτε μέσω της νόμιμης χρήσης του είτε μέσω της καταχώρισής του, αναλόγως του εφαρμοστέου συστήματος προστασίας. Κατά συνέπεια, μεταγενέστερη χρήση ή υιοθέτηση ίδιου ή παρόμοιου γνωρίσματος από τρίτο δεν είναι επιτρεπτή, εφόσον δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης ως προς την επιχειρηματική προέλευση και προσβάλλονται τα δικαιώματα του χρονικά προγενέστερου δικαιούχου.
- Η προσβολή των διακριτικών γνωρισμάτων
Η προσβολή ενός διακριτικού γνωρίσματος συνίσταται συνήθως στη χρήση από τρίτο σημείου ταυτόσημου ή παρόμοιου, κατά τρόπο που δημιουργεί ή ενδέχεται να δημιουργήσει κίνδυνο σύγχυσης στο καταναλωτικό κοινό ως προς την προέλευση των προϊόντων, των υπηρεσιών ή της ίδιας της επιχείρησης.
Ο κίνδυνος σύγχυσης αναδεικνύεται σε κεντρικό μέγεθος για την προστασία των διακριτικών γνωρισμάτων και θπάρχει, όταν, λόγω της ομοιότητας των διακριτικών γνωρισμάτων που χρησιμοποιούνται από διαφορετικές επιχειρήσεις, είναι δυνατόν να παραπλανηθεί το κοινό, είτε ως προς την προέλευση των προιόντων ή υπηρεσιών ορισμένης επιχείρησης, είτε ως προς την ταυτότητα της επιχείρησης, είτε ως προς την ύπαρξη οικονομικής συνεργασίας ή οικονομικής σχέσης μεταξύ δύο επιχειρήσεων.
Η συνδρομή του κινδύνου σύγχυσης κρίνεται αντικειμενικά, χωρίς δηλαδή να ενδιαφέρει η ύπαρξη πρόθεσης ανταγωνισμού ή παραπλάνησης των συναλλασσομένων (καταναλωτών) από μέρους, όποιου χρησιμοποιεί παράνομα το ξένο διακριτικό γνώρισμα αι αρκεί η δυνατότητα παραπλάνησης να υπάρχει για σημαντικό μέρος της αγοράς (ΑΠ 1416/2025 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)
- Ένδικη προστασία του δικαιούχου
Ο δικαιούχος διακριτικού γνωρίσματος που προσβάλλεται διαθέτει πλέγμα ένδικων βοηθημάτων και μέσων για την αποτελεσματική προστασία του δικαιώματός του. Ειδικότερα, μπορεί να ασκήσει αγωγή άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, βάσει των άρθρων 13 και 1 του Ν. 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού, ζητώντας τη διακοπή της παράνομης χρήσης, την απαγόρευση κάθε μελλοντικής προσβολής και, όπου συντρέχει περίπτωση, την απόσυρση από την αγορά κάθε παραπλανητικής ένδειξης ή σημείου.
Περαιτέρω, σε περίπτωση που από την παράνομη χρήση προκύπτει ζημία, ο δικαιούχος δύναται να αξιώσει αποζημίωση σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις περί αδικοπραξιών των άρθρων 914 επ. ΑΚ, καθώς και αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας και των διαφυγόντων κερδών. Σε επείγουσες περιπτώσεις ή όταν επίκειται άμεσος κίνδυνος συνέχισης ή επέκτασης της προσβολής, είναι δυνατή η λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατά τα άρθρα 682 επ. ΚΠολΔ, προκειμένου να διαταχθεί προσωρινά η παύση της προσβολής μέχρι την έκδοση οριστικής δικαστικής απόφασης.
*Η πληροφόρηση που εμπεριέχεται στο παρόν άρθρο δεν συνιστά νομική συμβουλή. Μια τέτοια νομική συμβουλή είναι δυνατό να παρασχεθεί μόνον από αρμόδια/ιο δικηγόρο του συγκεκριμένου τμήματος του γραφείου μας που εξειδικεύεται στον ειδικό τομέα δικαίου, αφού προηγουμένως λάβει υπόψη του/της το σύνολο των δεδομένων που θα εκτεθούν και θα μελετηθούν για την υπόθεσή σας

