Με τον ν. 5303/2026 επιχειρείται μία από τις σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις των τελευταίων ετών στο ελληνικό Κληρονομικό Δίκαιο. Όπως αναφέρεται ήδη στο άρθρο 1 του νόμου, σκοπός της μεταρρύθμισης είναι ο εκσυγχρονισμός και η προσαρμογή του Αστικού Κώδικα στις σύγχρονες οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες.
Οι αλλαγές δεν περιορίζονται μόνο σε τεχνικά ζητήματα της κληρονομικής διαδοχής. Αντίθετα, αποτυπώνουν μια ευρύτερη μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο το ελληνικό δίκαιο αντιλαμβάνεται πλέον την οικογένεια και τις μορφές συμβίωσης.
Για πολλά χρόνια, το κληρονομικό δίκαιο ήταν σχεδιασμένο σχεδόν αποκλειστικά γύρω από τον θεσμό του γάμου. Παρότι το σύμφωνο συμβίωσης είχε ήδη αναγνωριστεί με τον ν. 4356/2015, αρκετές διατάξεις εξακολουθούσαν να αντιμετωπίζουν τον σύντροφο με σύμφωνο συμβίωσης ως μια «ειδική» ή περιορισμένη κατηγορία δικαιούχου.
Με το άρθρο 7 του ν. 5303/2026 καταργείται το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 8 του ν. 4356/2015, που αφορούσε το κληρονομικό δικαίωμα των μερών συμφώνου συμβίωσης και το οποίο όριζε ότι «Ως προς το κληρονομικό δικαίωμα των μερών του συμφώνου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα που αφορούν τους συζύγους. Κατά την κατάρτιση του Συμφώνου το κάθε μέρος μπορεί να παραιτηθεί από το δικαίωμά του στη νόμιμη μοίρα». Η κατάργηση αυτή δεν σημαίνει περιορισμό δικαιωμάτων. Αντίθετα, αποτυπώνει τη βούληση του νομοθέτη να ενσωματώσει πλέον πλήρως το σύμφωνο συμβίωσης στον ίδιο τον Αστικό Κώδικα και να πάψει να το αντιμετωπίζει ως έναν ειδικό ή εξαιρετικό θεσμό.
Η μεταβολή αυτή φαίνεται ήδη από τις νέες διατάξεις του άρθρου 1770 ΑΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του νέου νόμου και ορίζει ότι «Η διάταξη σε διαθήκη του κληρονομουμένου υπέρ του συζύγου του σε περίπτωση αμφιβολίας είναι ακυρώσιμη, αν ο μεταξύ τους γάμος είναι άκυρος ή λύθηκε όσο ζούσε ο διαθέτης, ή αν ο διαθέτης έχοντας βάσιμο λόγο διαζυγίου είχε ασκήσει την αγωγή διαζυγίου κατά του συζύγου του, ή είχε συναφθεί η συμφωνία για τη συναινετική λύση του γάμου, ή είχε υποβληθεί η κοινή ψηφιακή δήλωση κατά το άρθρο 1441. Το ίδιο ισχύει και αν είχε υπογραφεί η συναινετική ή η μονομερής πράξη για τη λύση του συμφώνου συμβίωσης.»
Η διάταξη αυτή αντιμετωπίζει πλέον με κοινό τρόπο τον γάμο και το σύμφωνο συμβίωσης ως προς τις συνέπειες μιας διαθήκης που έχει συνταχθεί υπέρ του επιζώντος προσώπου.
Στο ίδιο πνεύμα κινείται και η τροποποίηση του άρθρου 1812 ΑΚ, το οποίο πλέον προβλέπει ότι «Το κληρονομικό δικαίωμα καθώς και το δικαίωμα στο εξαίρετο του επιζώντος συζύγου αποκλείονται, αν εκκρεμεί διαδικασία για τη λύση του γάμου ή του συμφώνου συμβίωσης ή αν έχει συμπληρωθεί διετής διάσταση.»
Με τον τρόπο αυτό, ο σύντροφος με σύμφωνο συμβίωσης εξομοιώνεται με τον σύζυγο ως προς:
- την εξ αδιαθέτου διαδοχή,
- τη νόμιμη μοίρα,
- αλλά και το δικαίωμα στο λεγόμενο «εξαίρετο», δηλαδή τη διατήρηση ορισμένων οικογενειακών αντικειμένων.
Ιδιαίτερα σημαντικές είναι και οι αλλαγές που αφορούν την οικογενειακή κατοικία.
Με το άρθρο 11 του ν. 5303/2026 τροποποιείται το άρθρο 612Α ΑΚ, το οποίο πλέον ορίζει ότι «Στην περίπτωση που το μίσθιο χρησιμεύει ως οικογενειακή στέγη (…) η καταγγελία της μίσθωσης (…) είναι άκυρη, εφόσον δεν την κοινοποιεί και στον σύζυγο ή σύντροφο με σύμφωνο συμβίωσης του μισθωτή.»
Η διάταξη αυτή επεκτείνει ρητά και στον σύντροφο με σύμφωνο συμβίωσης την προστασία της οικογενειακής στέγης.
Έτσι, ο εκμισθωτής δεν μπορεί πλέον να καταγγείλει έγκυρα τη μίσθωση χωρίς να ενημερώσει και το πρόσωπο που συμβιώνει με τον μισθωτή, αναγνωρίζοντας ότι η κατοικία αφορά ουσιαστικά και τους δύο συντρόφους.
Ακόμη σημαντικότερη είναι η τροποποίηση του άρθρου 612 ΑΚ για την περίπτωση θανάτου του μισθωτή, τα οποίο ορίζει ότι «Στην περίπτωση που το μίσθιο χρησίμευε (…) ως οικογενειακή στέγη (…) τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις από τη μίσθωση περιέρχονται αποκλειστικά στον σύζυγο ή στον σύντροφο με σύμφωνο συμβίωσης.»
Με τη νέα αυτή ρύθμιση, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της μίσθωσης μεταβιβάζονται αυτομάτως στον επιζώντα σύντροφο, ώστε να αποτρέπεται ο κίνδυνος απώλειας της κατοικίας μετά τον θάνατο του μισθωτή.
Το νέο πλαίσιο, ωστόσο, δεν περιορίζεται μόνο στο σύμφωνο συμβίωσης.
Για πρώτη φορά, το ελληνικό κληρονομικό δίκαιο αναγνωρίζει — υπό προϋποθέσεις — και δικαιώματα σε πρόσωπα που συζούσαν με τον κληρονομούμενο σε σταθερή ελεύθερη ένωση, χωρίς γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης.
Η σημαντική αυτή αλλαγή αποτυπώνεται στο νέο άρθρο 1817 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι «Αν στην κληρονομία δεν καλείται σύζυγος, το κατά το άρθρο 1810 εξαίρετο περιέρχεται στο πρόσωπο με το οποίο ο κληρονομούμενος συζούσε μόνιμα σε ελεύθερη ένωση για χρονικό διάστημα τουλάχιστον τριών (3) ετών πριν από τον θάνατό του ή χωρίς χρονικό περιορισμό, αν είχε αποκτήσει κοινά τέκνα με τον κληρονομούμενο. Αν δεν καλείται σύζυγος και στην κληρονομία περιλαμβάνεται ακίνητο το οποίο χρησίμευε όσο ζούσε ο κληρονομούμενος ως ο κύριος τόπος διαμονής του ίδιου και του προσώπου με το οποίο εκείνος συζούσε μόνιμα σε ελεύθερη ένωση, το πρόσωπο αυτό δικαιούται (…) την αποκλειστική χρήση του ακινήτου χωρίς αντάλλαγμα για χρονικό διάστημα ενός (1) έτους από τον θάνατο του κληρονομουμένου. Αν στην κληρονομία δεν καλείται σύζυγος ή συγγενής του κληρονομουμένου, αυτή περιέρχεται στο πρόσωπο με το οποίο ο κληρονομούμενος συζούσε μόνιμα σε ελεύθερη ένωση (…)»
Η διάταξη προβλέπει ότι το πρόσωπο που συζούσε μόνιμα με τον κληρονομούμενο μπορεί, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις:
- να αποκτήσει το δικαίωμα στο «εξαίρετο»,
- να διατηρήσει προσωρινά τη χρήση της κατοικίας,
- ακόμη και να κληρονομήσει όταν δεν υπάρχουν σύζυγος ή συγγενείς.
Για να αναγνωριστούν τα δικαιώματα αυτά απαιτείται, κατά κανόνα, μόνιμη συμβίωση τουλάχιστον τριών ετών πριν από τον θάνατο, εκτός αν υπάρχουν κοινά τέκνα, οπότε δεν απαιτείται χρονικός περιορισμός.
Σε αντίθεση, όμως, με τον σύζυγο ή τον σύντροφο με σύμφωνο συμβίωσης, τα δικαιώματα αυτά δεν αναγνωρίζονται αυτομάτως. Για τον λόγο αυτό, ο νέος νόμος εισάγει ειδική δικαστική διαδικασία μέσω του άρθρου 812Α ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι «Το δικαστήριο της κληρονομίας βεβαιώνει τις προϋποθέσεις κτήσης του κληρονομικού δικαιώματος του προσώπου που συζούσε μόνιμα σε ελεύθερη ένωση με τον κληρονομούμενο (…)»
Έτσι, το δικαστήριο καλείται πλέον να διαπιστώσει αν υπήρχε πράγματι σταθερή και μόνιμη συμβίωση, ενώ προβλέπεται και υποχρεωτική κλήτευση του Ελληνικού Δημοσίου.
Οι νέες ρυθμίσεις του ν. 5303/2026 αποτυπώνουν συνολικά μια σαφή μετατόπιση του ελληνικού δικαίου προς την αναγνώριση διαφορετικών μορφών οικογενειακής ζωής και συμβίωσης.
Παρότι αρκετά ζητήματα θα κριθούν στην πράξη από τα δικαστήρια και την ερμηνεία των νέων διατάξεων, είναι σαφές ότι το νέο Κληρονομικό Δίκαιο επιχειρεί να ανταποκριθεί στις πραγματικές κοινωνικές συνθήκες και στις σύγχρονες μορφές οικογενειακής ζωής.
*Η πληροφόρηση που εμπεριέχεται στο παρόν άρθρο δεν συνιστά νομική συμβουλή. Μια τέτοια νομική συμβουλή είναι δυνατό να παρασχεθεί μόνον από αρμόδια/ιο δικηγόρο του συγκεκριμένου τμήματος του γραφείου μας που εξειδικεύεται στον ειδικό τομέα δικαίου, αφού προηγουμένως λάβει υπόψη του/της το σύνολο των δεδομένων που θα εκτεθούν και θα μελετηθούν για την υπόθεσή σας.

