Δικηγορικό Γραφείο
Οι δυνατότητες του εργαζομένου επί μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του.

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 7 εδ. α του Ν. 2112/1920 ( και ήδη άρθρο 343 του Π.Δ. 80/2025) «Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι ην ισχύουσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ «μονομερής μεταβολή» θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού και χωρίς ο εργοδότης να έχει δικαίωμα για την τροποποίηση αυτή από το νόμο, την ατομική σύμβαση εργασίας ή τον κανονισμό εργασίας, ούτε να ανήκει στην από το διευθυντικό δικαίωμά του απορρέουσα εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησής του ή γίνεται κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος κατά το άρθρο 281 του ΑΚ (ΑΠ 632/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 447/2015 ΝΟΜΟΣ).

Για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης δεν αρκεί η μεταβολή των όρων εργασίας να είναι μονομερής, αλλά απαιτείται επιπλέον να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σε αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Σε περίπτωση που η μονομερής μεταβολή δεν είναι αντίθετη με το νόμο και τους όρους της σύμβασης και γίνεται κατ` ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, ο εργοδότης μπορεί να προβεί σε αυτή, έστω και σε βάρος του μισθωτού, ο οποίος προστατεύεται μόνον από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. Ο εργοδότης, δηλαδή, ασκώντας το από το άρθρο 652 ΑΚ διευθυντικό του δικαίωμα, έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρέωσης του μισθωτού για παροχή εργασίας, καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, εφ’ όσον αυτοί δεν έχουν καθορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση, στο πλαίσιο της οργάνωσης και διεύθυνσης της επιχείρησης του με βάση τα κριτήρια που ο ίδιος κρίνει ως πλέον αποτελεσματικά. Ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης, με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα, πρέπει, συνεπώς, να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, ήτοι την, κατά το δυνατόν, καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης. Αν δεν υπηρετεί τους εν λόγω σκοπούς, αλλά αποβλέπει στην πραγματοποίηση άσχετων με αυτούς επιδιώξεων του εργοδότη και έχει επίμεμπτα κίνητρα (εμπάθεια, εκδικητικότητα κ.λ.π.), τότε υπάρχει κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος, γιατί η μονομερής μεταβολή γίνεται καθ’ υπέρβαση των ορίων που τάσσονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Η υπέρβαση των ορίων αυτών, κατά παράβαση του άρθρου 281 του ΑΚ, συνιστά τελικά και βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας.

 Η καλή πίστη, δηλαδή, επιβάλλει στον φορέα του δικαιώματος (εργοδότη) να λαμβάνει υπ’ όψη, κατά την άσκησή του δικαιώματος (διευθυντικού), όσο οι περιστάσεις το επιβάλλουν και επιτρέπουν, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους (εργαζόμενου). Τούτο, ιδίως, επιβάλλεται στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αφού το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για τον προσδιορισμό των όρων εκπληρώσεως της παροχής, ήτοι της εργασίας από τον εργαζόμενο, αποτελεί μονομερή εξουσία του εργοδότη και η άσκησή της, έστω και αν στηρίζεται στο νόμο ή στη συμφωνία των μερών, υπόκειται στους περιορισμούς της καλής πίστεως, των χρηστών συναλλακτικών ηθών, του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος. Ο εργοδότης δεν μπορεί όμως, να μεταβάλει μονομερώς τους όρους της εργασιακής σχέσης, χωρίς να έχει δικαίωμα από το νόμο ή από τη σύμβαση, με αποτέλεσμα να επέρχεται στον εργαζόμενο άμεσα ή έμμεσα υλική ή ηθική βλάβη αυτού (ΑΠ 216/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1134/2015 ΝΟΜΟΣ).

Βλαπτική μεταβολή, υπό την εκτεθείσα έννοια, θεωρείται η δυσμενής τροποποίηση για τον εργαζόμενο του τόπου, του χρόνου και του τρόπου παροχής της εργασίας του, η αφαίρεση από τον εργαζόμενο των ήδη ασκούμενων καθηκόντων, ιδίως διευθυντικών ή επιτελικών, ο υποβιβασμός του είτε σε υποδεέστερη θέση, είτε σε θέση αργόμισθου, η άρνηση του εργοδότη να αναθέσει στον εργαζόμενο τα αρμόζοντα στα προσόντα, την εμπειρία και τις εν γένει ικανότητές του επιτελικά ή διευθυντικά καθήκοντα, καθώς και η εν γένει ανάθεση στον εργαζόμενο καθηκόντων υποδεέστερης ειδικότητας ή θέσεως στην επιχείρηση, που συνεπάγεται δυσμενείς υλικές ή και ηθικές, ως προς το κύρος και την προσωπικότητά του, συνέπειες (ΑΠ 632/2020, ΑΠ 216/2017, ΑΠ 1134/2015, ΑΠ 980/2011, ΑΠ 622/2008 ΝΟΜΟΣ).

Αντίθετα, δεν υφίσταται βλαπτική μεταβολή, όταν ο εργοδότης, στο πλαίσιο του διευθυντικού του δικαιώματος, τοποθετεί τον εργαζόμενο σε άλλο τομέα, τμήμα ή θέση της επιχειρήσεως και με άλλο αντικείμενο απασχολήσεως, αν αυτό επιβάλλει το πραγματικό συμφέρον της επιχειρήσεως για την αρτιότερη οργάνωση και λειτουργία της, εφ’ όσον τα νέα καθήκοντα δεν είναι υποδεέστερα για τον υπάλληλο και δεν συνεπάγονται για αυτόν δυσμενείς συνέπειες ως προς το κύρος και την προσωπικότητά του (ΑΠ 896/2018, ΑΠ481/2018, ΑΠ104/2017 ΝΟΜΟΣ).

Β. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 288, 648, 652 παρ. 1,656 παρ. 1 του ΑΚ, 7 εδ. α του Ν. 2112/1920 προκύπτει ότι η βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της συμβάσεώς του δεν επιφέρει τη λύση αυτής ούτε υποχρεώνει το μισθωτό να αποχωρήσει από την εργασία του, αλλά εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του προβεί κατά κατάχρηση αυτού στον προσδιορισμό της παροχής εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευκτικά τα δικαιώματα:

α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη,

β) να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη ως άτακτη εκ μέρους του καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως και αποχωρώντας από την εργασία του να απαιτήσει την καταβολή της αποζημιώσεως που προβλέπεται από το Ν. 2112/1920,

γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε, αν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτήν, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας, αφού δεν αποτελεί αποδοχή της βλαπτικής μεταβολής η συνέχιση της απασχόλησης του εργαζομένου υπό το νέο καθεστώς, εάν αυτός διαμαρτυρήθηκε για την μεταβολή (ΑΠ 127/2007, ΑΠ 2056/2006), ή

 δ) εκφράζοντας την αντίθεσή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 750/2020, ΑΠ 632/2020, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 216/2017, ΑΠ 104/2017, ΑΠ 447/2015, ΑΠ 1839/2008, ΑΠ 1306/2005 ΝΟΜΟΣ) και με τα αναγκαστικά μέτρα του άρθρου 947 ΚΠολΔ.

Γ. Επιπλέον, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 288, 648, 652, 914, 932 του ΑΚ, 2, 5 και 22 του Συντάγματος προκύπτει ότι, αν η ως άνω βλαπτική μεταβολή υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού, μπορεί ο τελευταίος να αξιώσει από τον υπαίτιο, εκτός των άλλων, και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τον υποβιβασμό και την ανεπίτρεπτη επαγγελματική του μείωση [ΑΠ 1423/2015, ΑΠ 1248/2014, ΑΠ 349/2014, ΑΠ77/2013, ΑΠ 1046/2012 ΝΟΜΟΣ), το ποσό της οποίας καθορίζεται από το δικαστήριο κατ’ εύλογη κρίση (ΑΠ 90/2018, ΑΠ 1148/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 22/2014 ΕΕργΔ 2014, σελ. 350).

Γ. Επιπλέον, ως προαναφέρθηκε, καταχρηστική άσκηση δικαιώματος μπορεί να υπάρχει και σε περίπτωση τροποποίησης των όρων εργασίας από τον εργοδότη, κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του, σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ, και χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού. Η ανωτέρω μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας συνιστά αδικοπραξία. Εντεύθεν δημιουργείται, εκτός άλλων, δικαίωμα του εργαζομένου σε αποζημίωση για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας που υπέστη από αυτή. Η αποζημίωση, κατά το άρθρο 298 εδ. β` ΑΚ, περιλαμβάνει και το διαφυγόν κέρδος, το οποίο, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, σύμφωνα και με τον ορισμό που δίδεται με αυτή, συνίσταται στη ματαίωση συνεπεία του ζημιογόνου γεγονότος (μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας) της αύξησης της περιουσίας του εργαζομένου, η οποία αύξηση χωρίς αυτό θα επερχόταν με κάθε πιθανότητα. Ως διαφυγόν κέρδος θεωρείται, μεταξύ άλλων, η διαφορά μεταξύ των αποδοχών που ελάμβανε ο μισθωτός πριν τη μονομερή βλαπτική μεταβολή και εκείνων, που λαμβάνει μετά από αυτή. Έτσι διαφυγόν κέρδος θεωρείται η διαφορά του μισθού που θα ελάμβανε ο εργαζόμενος κατά το ποσό του επιδόματος θέσης που στερήθηκε (ΑΠ 798/2018 ΝΟΜΟΣ), δεδομένου ότι εάν δεν είχε συντελεσθεί η μονομερής βλαπτική μεταβολή, εν προκειμένω αφαίρεση της άσκησης καθηκόντων Προϊσταμένου, θα ελάμβανε το ως άνω επίδομα θέσης.

Αντιθέτως, για τα χρηματικά ποσά που δεν αποτελούν μισθολογική παροχή, που καταβάλλεται στον εργαζόμενο ανεξαρτήτως της ασκήσεως των καθηκόντων του ως αντάλλαγμα της εργασίας του, αλλά συνιστούν οικειοθελή με δικαίωμα ανάκλησης από τον εργοδότη, χορηγούνται δε αποκλειστικά και συνδέονται υποχρεωτικά με την πραγματική άσκηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, σε περίπτωση μη ασκήσεως τέτοιων καθηκόντων από τον εργαζόμενο, έστω και από υπαιτιότητα του εργοδότη, που αφαίρεσε τα σχετικά καθήκοντα (Προϊσταμένου), ο εργαζόμενος δεν δικαιούται ως διαφυγόν κέρδος τα ποσά αυτά, γιατί αυτός δεν υφίσταται περιουσιακή ζημία με τη μορφή του διαφυγόντος κέρδους, αφού τα εν λόγω έξοδα (κίνησης και παραστάσεως), τα οποία εκ της αφαίρεσης των καθηκόντων του Προϊσταμένου στερείται, ως προοριζόμενα να αναλωθούν για τις παραπάνω ανάγκες, δεν επρόκειτο, κατά πάσα πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρουν δια της απολήψεώς τους επαύξηση της περιουσίας αυτού, ώστε η μη άσκηση των καθηκόντων αυτών λόγω αφαίρεσης τους, να συνεπάγεται ματαίωση της εν λόγω περιουσιακής επαύξησης (ΟλΑΠ 12/2007 και ΟλΑΠ 11/2007 ΝΟΜΟΣ).

*Επισημαίνεται ότι το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες νομικές υπηρεσίες. Η πληροφόρηση που εμπεριέχεται στο παρόν άρθρο δεν συνιστά νομική συμβουλή. Μία τέτοια νομική συμβουλή είναι δυνατόν να παρασχεθεί μόνο από αρμόδια/ιο δικηγόρο του συγκεκριμένου τμήματος του γραφείου μας που εξειδικεύεται στον ειδικό τομέα δικαίου, αφού προηγουμένως λάβει υπόψη του/της το σύνολο των δεδομένων που θα εκτεθούν και θα μελετηθούν για την υπόθεσή σας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News