Η αναμετάδοση μουσικής στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας συνιστά πλέον αναπόσπαστο στοιχείο λειτουργίας μεγάλου αριθμού επιχειρήσεων, ιδίως στον χώρο της εστίασης, της φιλοξενίας και της ψυχαγωγίας. Η αναπαραγωγή μουσικών έργων σε επαγγελματικούς χώρους, είτε μέσω ζωντανής μουσικής, είτε μέσω μηχανικών και ψηφιακών μέσων δεν είναι ελεύθερη για τους επιχειρηματίες, αλλά υπόκειται στο αυστηρό κανονιστικό πλαίσιο της πνευματικής ιδιοκτησίας. Στην ελληνική έννομη τάξη το πλαίσιο αυτό διαμορφώνεται από τον Ν. 2121/1993 και τον μεταγενέστερο Ν. 4481/2017, νομοθετήματα τα οποία προβλέπουν εκτεταμένη προστασία των δημιουργών μουσικών έργων και θεσπίζουν ειδικούς μηχανισμούς συλλογικής διαχείρισης και δικαστικής προστασίας έναντι κάθε παράνομης δημόσιας εκτέλεσης.
Το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας κατά τον Ν. 2121/1993
Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 2121/1993 ο πνευματικός δημιουργός αποκτά με μόνη τη δημιουργία του έργου πνευματική ιδιοκτησία επ’ αυτού, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε διατύπωση ή καταχώριση. Η πνευματική ιδιοκτησία περιλαμβάνει αφενός το περιουσιακό δικαίωμα, δηλαδή την εξουσία οικονομικής εκμετάλλευσης του έργου, και αφετέρου το ηθικό δικαίωμα, το οποίο προστατεύει τον προσωπικό δεσμό του δημιουργού με το έργο του. Αντικείμενο δε των δικαιωμάτων αυτών συνιστά το έργο, το οποίο, κατά το άρθρο 2 του ως άνω νόμου, ορίζεται ως εξής: «Ως έργο νοείται κάθε πρωτότυπο πνευματικό δημιούργημα λόγου, τέχνης ή επιστήμης, που εκφράζεται με οποιαδήποτε μορφή, ιδίως τα γραπτά ή προφορικό κείμενα, οι μουσικές συνθέσεις, με κείμενο ή χωρίς, τα θεατρικά έργα, με μουσική ή χωρίς, οι χορογραφίες και οι παντομίμες, τα οπτικοακουστικά έργα, τα έργα των εικαστικών τεχνών, στα οποία περιλαμβάνονται τα σχέδια, τα έργα ζωγραφικής και γλυπτικής, τα χαρακτικά έργα και οι λιθογραφίες, τα αρχιτεκτονικά έργα, οι φωτογραφίες, τα έργα των εφαρμοσμένων τεχνών, οι εικονογραφήσεις, οι χάρτες, τα τρισδιάστατα έργα που αναφέρονται στη γεωγραφία, την τοπογραφία, την αρχιτεκτονική ή την επιστήμη».
Η έννοια της δημόσιας εκτέλεσης
Κεντρική σημασία στο σύστημα προστασίας του Ν. 2121/1993 έχει το άρθρο 3 τυ ίδιου νόμου, το οποίο κατοχυρώνει υπέρ του δημιουργού την εξουσία (δικαίωμα) να επιτρέπει ή να απαγορεύει, μεταξύ άλλων, τη δημόσια εκτέλεση του έργου του. Δημόσια δε εκτέλεση θεωρείται κάθε χρήση που καθιστά το έργο προσιτό σε κύκλο προσώπων ευρύτερο από το στενό οικογενειακό κύκλο και το άμεσο κοινωνικό περιβάλλον. Υπό την έννοια αυτή, η χρήση μουσικής σε καφέ, μπαρ, εστιατόρια, ξενοδοχεία, εμπορικά καταστήματα ή λοιπούς επαγγελματικούς χώρους συνιστά δημόσια εκτέλεση και απαιτεί προηγούμενη άδεια του δικαιούχου ή του οργανισμού συλλογικής διαχείρισης που τον εκπροσωπεί. Η έννοια της δημόσιας εκτέλεσης καλύπτει τόσο τη ζωντανή μουσική όσο και τη μηχανική αναπαραγωγή μέσω ηχείων, ραδιοφώνου, τηλεόρασης, DJ, playlists ή ψηφιακών μέσων μετάδοσης.
Οι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης κατά τον Ν. 4481/2017
Το καθεστώς συλλογικής διαχείρισης των σχετικών δικαιωμάτων ρυθμίζεται ειδικότερα από τον Ν. 4481/2017, με τον οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η Οδηγία 2014/26/ΕΕ. Ο νόμος αυτός καθορίζει τη λειτουργία των οργανισμών συλλογικής διαχείρισης και τις εξουσίες τους έναντι των χρηστών μουσικών έργων. Οι οργανισμοί αυτοί νομιμοποιούνται να διαχειρίζονται τα περιουσιακά δικαιώματα των δημιουργών, να χορηγούν άδειες δημόσιας εκτέλεσης μουσικών έργων, να εισπράττουν αμοιβές και να προβαίνουν σε δικαστικές ενέργειες για την προστασία των δικαιωμάτων των δικαιούχων.
Ιδιαίτερη πρακτική σημασία παρουσιάζει το τεκμήριο εκπροσώπησης που καθιερώνεται στο άρθρο 7 του Ν. 4481/2017. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, οι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης τεκμαίρεται ότι έχουν την αρμοδιότητα διαχείρισης και προστασίας όλων των έργων και όλων των δικαιούχων για τα οποία και για τους οποίους δηλώνουν εγγράφως ότι έχουν λάβει σχετική εξουσιοδότηση. Το τεκμήριο αυτό διευκολύνει ουσιωδώς τη δικαστική προστασία των δημιουργών, καθώς δεν απαιτείται σε κάθε δίκη πλήρης και αναλυτική απόδειξη της εκπροσώπησης κάθε επιμέρους έργου. Παράλληλα, ο νόμος προβλέπει ότι για τη δικαστική επιδίωξη των σχετικών αξιώσεων αρκεί ακόμη και δειγματοληπτική αναφορά των έργων που αποτέλεσαν αντικείμενο παράνομης δημόσιας εκτέλεσης.
Η αστική προστασία κατά το άρθρο 65 Ν. 2121/1993
Η αστική προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας προβλέπεται στο άρθρο 65 του Ν. 2121/1993, το οποίο θεσπίζει ένα ολοκληρωμένο πλέγμα αξιώσεων υπέρ του δημιουργού ή του οργανισμού συλλογικής διαχείρισης. Σε περίπτωση προσβολής των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, ο δικαιούχος μπορεί να ζητήσει την αναγνώριση του δικαιώματός του, την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, αποζημίωση, απόδοση αδικαιολόγητου πλουτισμού ή απόδοση του κέρδους που αποκόμισε ο προσβολέας από την παράνομη εκμετάλλευση του έργου, καθώς και αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ως προσβολή νοείται κάθε πράξη που επεμβαίνει στις εξουσίες του δημιουργού, εφόσον η επέμβαση αυτή γίνεται χωρίς προηγούμενη άδεια. Αν περαιτέρω, κατά τη συντέλεση της παράνομης πράξης συντρέχει και υπαιτιότητα του προσβολέα, δεν αποκλείεται και θεμελίωση της ευθύνης του βάσει των άρθρων του Αστικού Κώδικα για τις αδικοπραξίες.
Η νομολογία δέχεται παγίως ότι η προσβολή του αποκλειστικού δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας συνιστά αφ’ εαυτής παράνομη πράξη, δεδομένου ότι πρόκειται για απόλυτο δικαίωμα. Ως εκ τούτου, ο δικαιούχος δεν υποχρεούται να αποδείξει ότι η χρήση έγινε χωρίς άδεια ή ότι συντρέχει άλλος λόγος άρσης του παρανόμου. Η ίδια η επέμβαση στο προστατευόμενο έργο δημιουργεί τεκμήριο παρανομίας, με αποτέλεσμα το βάρος απόδειξης να μετατίθεται στον χρήστη, ο οποίος οφείλει να αποδείξει ότι διέθετε νόμιμη άδεια δημόσιας εκτέλεσης (ΜΕφΠατρ 197/2023, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Όσον αφορά την αποζημίωση, το άρθρο 65 του Ν. 2121/1993 ορίζει ένα ελάχιστο όριο αποζημίωσης ισάξιο με το διπλάσιο της αμοιβής που καταβάλλεται συνήθως για το αντίστοιχο είδος εκμετάλλευσης. Η πρόβλεψη αυτή αποσκοπεί αφενός στη διευκόλυνση της απόδειξης της ζημίας και αφετέρου στην αποτελεσματική αποτροπή παράνομων χρήσεων μουσικών έργων. Για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης απαιτείται υπαιτιότητα του χρήστη, δηλαδή δόλος ή αμέλεια, ενώ για αξιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν απαιτείται απόδειξη υπαιτιότητας.
Συμπέρασμα
Το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο παρέχει ιδιαίτερα αυξημένη προστασία στους δημιουργούς μουσικών έργων και στους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης που τους εκπροσωπούν. Η δημόσια εκτέλεση μουσικής σε επαγγελματικούς χώρους χωρίς την απαιτούμενη άδεια συνιστά προσβολή πνευματικής ιδιοκτησίας και μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικές αστικές αξιώσεις και οικονομικές συνέπειες για τις επιχειρήσεις που δεν συμμορφώνονται με τις σχετικές υποχρεώσεις τους.
*Η πληροφόρηση που εμπεριέχεται στο παρόν άρθρο δεν συνιστά νομική συμβουλή. Μια τέτοια νομική συμβουλή είναι δυνατό να παρασχεθεί μόνον από αρμόδια/ιο δικηγόρο του συγκεκριμένου τμήματος του γραφείου μας που εξειδικεύεται στον ειδικό τομέα δικαίου, αφού προηγουμένως λάβει υπόψη του/της το σύνολο των δεδομένων που θα εκτεθούν και θα μελετηθούν για την υπόθεσή σας.

