Κατά πάγια νομολογιακή παραδοχή η επίσπευση πλειστηριασμού κύριας κατοικίας μπορεί, μολονότι τυπικά στηρίζεται σε έγκυρο εκτελεστό τίτλο και σε ορθή διαδικαστική ακολουθία, να κριθεί καταχρηστική όταν ο επισπεύδων γνωρίζει ότι εκκρεμεί αίτηση του οφειλέτη κατ’ Ν. 3869/2010, η οποία ενδέχεται να οδηγήσει στην εξαίρεση από την εκποίηση του ίδιου ακινήτου (παρ. 2 αρ. 9 του Ν. 3869/2010).
Η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ συνιστά το γενικό ένδικο βοήθημα δικαστικού ελέγχου της νομιμότητας της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης. Δεν επιτρέπεται, ωστόσο, η αδιάκριτη και ενιαία προσβολή κάθε επιμέρους πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο. Αντιθέτως, το άρθρο 934 ΚΠολΔ προβαίνει σε κατανομή των προθεσμιών ασκήσεως της ανακοπής αναλόγως του σταδίου της εκτέλεσης στο οποίο ανάγεται ο προβαλλόμενος λόγος ακυρότητας.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 3696/2023 απόφαση του ΜΠρΠειρ, οι λόγοι ανακοπής που αφορούσαν την προδικασία της εκτέλεσης και την επιβολή της κατάσχεσης κρίθηκαν απαράδεκτοι ως εκπροθέσμως προβαλλόμενοι, καθόσον έπρεπε να είχαν ασκηθεί εντός της αποκλειστικής προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. 1 εδ. α΄ ΚΠολΔ, ήτοι εντός σαράντα πέντε ημερών από την επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης. Αντιθέτως, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι λόγοι που έπλητταν το στάδιο του πλειστηριασμού και της κατακύρωσης είχαν ασκηθεί εμπροθέσμως, σύμφωνα με το άρθρο 934 παρ. 1 εδ. β΄ ΚΠολΔ, και μεταξύ αυτών έκανε δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο τον πρώτο πρόσθετο λόγο περί καταχρηστικής επίσπευσης της αναγκαστικής εκτέλεσης, ακυρώνοντας την κατακυρωτική έκθεση, τον διενεργηθέντα πλειστηριασμό και την αντίστοιχη μεταγραπτέα περίληψη.
Το άρθρο 281 ΑΚ λειτουργεί ως γνήσιο ουσιαστικό όριο της αναγκαστικής εκτέλεσης, ενεργοποιούμενο όταν ο επισπεύδων προχωρεί σε πλειστηριασμό ακινήτου, μολονότι γνωρίζει ότι εκκρεμεί διαδικασία η οποία αποβλέπει ακριβώς στη διάσωση της κύριας κατοικίας. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον η αίτηση του Ν. 3869/2010 γίνει δεκτή, εξαιρείται από την εκποίηση το ίδιο ακίνητο που έχει ήδη εκπλειστηριασθεί. Υπό τα δεδομένα αυτά, η καταχρηστικότητα δεν θεμελιώνεται σε μία αφηρημένη κοινωνική προστασία του οφειλέτη, αλλά στη συγκεκριμένη και πρόδηλη σύγκρουση μεταξύ της επισπευδόμενης εκτέλεσης και της εκκρεμούς διαδικασίας δικαστικής προστασίας του ίδιου ακινήτου.
Η αρχή αυτή επαναλαμβάνεται και στη νεότερη νομολογία του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την οποία η αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να αποκρουσθεί ως καταχρηστική όταν, υπό τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η υπ’ αριθ. 1543/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, με παραπομπή και στη νομολογία της Ολομέλειας, διευκρινίζει περαιτέρω ότι, όταν η καταχρηστικότητα αφορά την απαίτηση ή τη διαδικασία της εκτέλεσης, ο σχετικός λόγος ανακοπής υπάγεται στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 εδ. β΄ ΚΠολΔ.
Σημειωτέον, ότι το άρθρο 281 ΑΚ δεν επιφέρει αυτοδικαίως αναστολή της εκτέλεσης ούτε λειτουργεί ως γενική ρήτρα κοινωνικής επιείκειας. Ενεργοποιείται μόνο όταν, υπό τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, η άσκηση του δικαιώματος εκτέλεσης υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτουν η καλή πίστη και ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Ειδικότερα, η υπ’ αριθ. 3696/2023 απόφαση του ΜΠρΠειρ δέχεται ότι δεν είναι καταχρηστικός κάθε πλειστηριασμός ακινήτου οφειλέτη με εκκρεμή αίτηση του Ν. 3869/2010, αλλά μόνον όταν ο επισπεύδων γνωρίζει ότι η εκκρεμής διαδικασία προστασίας αφορά το ίδιο ακίνητο και, παρά ταύτα, επιδιώκει τη δημιουργία τετελεσμένων πριν από την έκδοση δικαστικής κρίσης επί της αιτήσεως. Ως εκ τούτου, η απλή ύπαρξη εκκρεμούς αιτήσεως δεν συνεπάγεται πάντοτε και αυτοδίκαιη αναστολή κάθε εκτελεστικής ενέργειας. Αν όμως ο δανειστής γνωρίζει ότι η διαδικασία εκκρεμεί, ότι η αίτηση περιλαμβάνει ρητό αίτημα διάσωσης της κύριας κατοικίας και ότι το ίδιο ακίνητο επισπεύδεται προς εκποίηση πριν υπάρξει σχετική δικαστική κρίση, τότε η επίσπευση δεν εξετάζεται πλέον μόνο υπό το πρίσμα της τυπικής νομιμότητας, αλλά και υπό το πρίσμα της καλής πίστης.
Η καταχρηστικότητα δεν θεμελιώνεται απλώς στην κοινωνική αξία της κύριας κατοικίας, αλλά στο ότι η επίσπευση του πλειστηριασμού, εν γνώσει της εκκρεμούς ειδικής διαδικασίας, ανατρέπει αιφνιδίως την πραγματική και έννομη κατάσταση του οφειλέτη επί ακινήτου που τελικώς μπορεί να κριθεί δικαστικώς διασώσιμο. Η συγκεκριμένη αυτή διασταύρωση πραγματικών και δικονομικών δεδομένων προσδίδει στο άρθρο 281 ΑΚ τον χαρακτήρα διορθωτικού μηχανισμού της τυπικής νομιμότητας της αναγκαστικής εκτέλεσης. Πράγματι, όταν η αναγκαστική εκτέλεση στρέφεται κατά της κύριας κατοικίας υπερχρεωμένου φυσικού προσώπου, ενώ εκκρεμεί επί μακρόν διαδικασία που αποβλέπει ακριβώς στη διάσωσή της, η καλή πίστη δεν επιτρέπει στον επισπεύδοντα να αξιοποιεί τη βραδύτητα της διαδικασίας ως μέσο δημιουργίας τετελεσμένων πριν από τη δικαστική κρίση επί του αιτήματος προστασίας.
Συνεπώς, όταν η καταχρηστικότητα εντοπίζεται στο ίδιο το στάδιο του πλειστηριασμού και της κατακύρωσης, η παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ επιφέρει την ακύρωση των σχετικών πράξεων εκτέλεσης. Η κρίση αυτή ερείδεται στη θεμελιώδη παραδοχή ότι η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος δύναται να πλήξει όχι μόνο την απαίτηση, αλλά και την ίδια τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης

