Η εκουσία δικαιοδοσία και οι υποθέσεις που υπάγονται σε αυτήν, καθώς και ο σκοπός που εξυπηρετεί το κάθε ρυθμιστικό μέτρο, δικαιολογούν και, ταυτόχρονα, επιβάλλουν μεγάλο βαθμό ελαστικότητας. Ως εκ τούτου, πρόκειται για αποφάσεις, που μπορούν να ανακληθούν υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος και συγκεκριμένα το άρθρο 758 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο: “1. Οι αποφάσεις που αποφαίνονται οριστικά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, μπορούν με αίτηση διαδίκου, μετά τη δημοσίευσή τους, να ανακληθούν ή να μεταρρυθμιστούν από το δικαστήριο που τις εξέδωσε, αν προκύψουν νέα πραγματικά περιστατικά ή μεταβληθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθησαν. Η ανάκληση ή μεταρρύθμιση γίνεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 741 έως 781, αφού κληθούν οι διάδικοι της αρχικής δίκης και τα πρόσωπα τα οποία είχαν διοριστεί ή είχαν αντικατασταθεί ή παυθεί από την απόφαση για την άσκηση λειτουργήματος. (...) 2. Η ανακλητική ή μεταρρυθμιστική απόφαση δεν έχει αναδρομική ισχύ, εκτός αν το ορίσει ειδικά το δικαστήριο. 3. Η ανακλητική ή μεταρρυθμιστική απόφαση σημειώνεται χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στο βιβλίο που τηρείται κατά το άρθρο 776 και στο περιθώριο της απόφασης που ανακαλείται ή μεταρρυθμίζεται, με επιμέλεια της γραμματείας του δικαστηρίου”.
Γίνεται φανερό από τα παραπάνω ότι η ανάκληση ή μεταρρύθμιση απόφασης δεν υποκαθιστά την άσκηση ένδικου μέσου, καθώς δεν αφορά σφάλματα της απόφασης. Ειδικότερα, προϋπόθεση της ανάκλησης ή της μεταρρύθμισης αυτής είναι να έχουν εμφανιστεί νέα πραγματικά περιστατικά ή να έχουν μεταβληθεί οι συνθήκες που καθιστούν μη ανεκτή την συνέχιση της ισχύος της απόφασης. Με άλλα λόγια, θα πρέπει να αποδειχθεί η εμφάνιση νέων στοιχείων ή μεταβολή των συνθηκών, στις οποίες βασίστηκε το Δικαστήριο για να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφασή του. Σύμφωνα, άλλωστε, με την υπ’ αριθμ. 587/1975 απόφαση του ΑΠ έγινε δεκτό ότι σε ανάκληση ή μεταρρύθμιση υπόκειται οι οριστικές αποφάσεις κάθε βαθμού δικαιοδοσίας και ανεξαρτήτως βαθμού δικονομικής ωριμότητας.
Ως προς την ύπαρξη νέων στοιχείων, αυτά αφορούν πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλομένης και τα οποία δεν έλαβε υπόψη το Δικαστήριο, είτε γιατί έλαβαν χώρα μεταγενέστερα (οψιγενή), είτε επειδή ήταν άγνωστα σε αυτό, με αποτέλεσμα να μην τα συνεκτιμήσει. Αξίζει, δε, να αναφερθεί ότι οι πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες της οριστικής απόφασης δεν συνιστούν μεταβολή των συνθηκών που να δικαιολογούν την ανάκληση ή μεταρρύθμισή της! Συνιστά, ωστόσο, μεταβολή των συνθηκών η μεταβολή του νομοθετικού καθεστώτος που ίσχυε κατά το χρόνο που εκδόθηκε η απόφαση (ΑΠ 353/2012 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ1398/2019 ΝΟΜΟΣ).
*Η πληροφόρηση που εμπεριέχεται στο παρόν άρθρο δεν συνιστά νομική συμβουλή. Μια τέτοια νομική συμβουλή είναι δυνατό να παρασχεθεί μόνον από αρμόδια/ιο δικηγόρο του συγκεκριμένου τμήματος του γραφείου μας που εξειδικεύεται στον ειδικό τομέα δικαίου, αφού προηγουμένως λάβει υπόψη του/της το σύνολο των δεδομένων που θα εκτεθούν και θα μελετηθούν για την υπόθεσή σας.

