Σύμφωνα με το άρθρο 47 παρ. 1 ν. 5209/2025, ήτοι του νεοπαγούς Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, σχετικά με την συμπεριφορά που οφείλει να επιδεικνύει ο εκάστοτε οδηγός σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος που προκαλείται εξ υπαιτιότητάς του (διάταξη, η οποία εφαρμόζεται από τον Ιούνιο του 2025 και εντεύθεν), αν εκ του ατυχήματος αυτού επήλθε βλάβη σε πρόσωπα ή πράγματα υποχρεούται ο ίδιος α) να σταθμεύσει αμέσως στον τόπο του ατυχήματος χωρίς να προκαλέσει πρόσθετους κινδύνους στην κυκλοφορία, β) να λάβει μέτρα κυκλοφοριακής ασφάλειας στον τόπο του ατυχήματος και, αν δεν μπορεί, να ειδοποιήσει για το ατύχημα την πλησιέστερη αστυνομική αρχή, και γ) να δώσει τα στοιχεία της ταυτότητάς του καθώς και κάθε χρήσιμη πληροφορία σχετική με το όχημά του, αν οι εμπλακέντες στο ατύχημα τα ζητήσουν. Μάλιστα, σε περίπτωση υλικών ζημιών, αν ο ζημιωθείς δεν είναι παρών, τα εμπλακέντα στο ατύχημα πρόσωπα υποχρεούνται, μέσα σε είκοσι τέσσερις (24) ώρες, να του δώσουν τις πιο πάνω πληροφορίες κατά τον καταλληλότερο τρόπο ή μέσω του πλησιέστερου αστυνομικού τμήματος, το οποίο φροντίζει για την ενημέρωση του ζημιωθέντα.Ενώ, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν από το οδικό τροχαίο ατύχημα επήλθε θάνατος ή σωματική βλάβη, κάθε οδηγός ή άλλος που χρησιμοποιεί την οδό, ο οποίος ενεπλάκη με οποιονδήποτε τρόπο στο ατύχημα, υποχρεούται επιπλέον α) να δώσει την αναγκαία βοήθεια και συμπαράσταση στους παθόντες, β) να ειδοποιήσει την πλησιέστερη αστυνομική αρχή και να παραμείνει στον τόπο του ατυχήματος μέχρι την άφιξή της, εκτός αν είναι αναγκαία η απομάκρυνσή του για την ειδοποίηση της αστυνομίας ή για την περίθαλψη των τραυματιών ή του ίδιου. Και στην περίπτωση αυτή ο οδηγός υποχρεούται να αναγγείλει το ατύχημα στην αστυνομική αρχή το ταχύτερο δυνατόν και γ) να αποτρέψει οποιαδήποτε μεταβολή στον τόπο του ατυχήματος, η οποία θα μπορούσε να δυσκολέψει το έργο της αστυνομίας με εξαίρεση τις ενέργειές του εκείνες οι οποίες αποβλέπουν στην αποκατάσταση της τυχόν διακοπείσας κυκλοφορίας.Όπως, μάλιστα, προβλέπεται στην παρ. 3 της ανωτέρω διάταξης, οι παραβάσεις της παρ. 1 (ήτοι της εγκατάλειψης σημείου τροχαίου με υλικές ζημιές) τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης έως έξι (6) μήνες ή χρηματική ποινή. Εδώ πρέπει να επισημανθεί το εξής παράδοξο: με βάση το άρθρο 489 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας έφεση κατά απόφασης Μονομελούς Πλημμελειοδικείου (όπου και παραπέμπεται το εν λόγω αδίκημα) επιτρέπεται μόνον για επιβληθείσα ποινή φυλάκισης άνω των πέντε μηνών. Τούτο, πρακτικως, συνεπάγεται ότι εάν ο κατηγορούμενος επιθυμεί να διατηρήσει το δικαίωμά του για έφεση, εν προκειμένω, θα πρέπει να αιτηθεί την επιβολή της ανώτατης προβλεπόμενης ποινής φυλάκισης έξι μηνών, κάτι που αποκλείει την αναγνώριση ελαφρυντικής περίστασης. Εκ των ανωτέρω νομοθετικών προβλέψεων προκύπτει ότι η, συχνότατη ως φαινόμενο στην χώρα μας, εγκατάλειψη, από πλευράς υπαιτίου οδηγού, του σημείου όπου προκλήθηκε από εκείνον τροχαίο ατύχημα, ακόμη και αν αυτό είχε ως συνέπεια μόνον υλικές ζημίες του άλλου οχήματος (ή οχημάτων) και ουδέν περαιτέρω (ακόμη και αν δεν προκλήθηκε δηλαδή η παραμικρή σωματική βλάβη του παθόντος οδηγού ή του απόντος, τη στιγμή του ατυχήματος, ιδιοκτήτη του χτυπημένου οχήματος) τιμωρείται, πλέον (ή ορθότερα εκ νέου), ως ποινικό αδίκημα (διωκόμενο μάλιστα ακόμη και στο πλαίσιο του αυτοφώρου), αφού τυγχάνει πλημμέλημα με επαπειλούμενη ποινή φυλάκισης έως έξι μηνών, άλλως χρηματική ποινή. Κοινώς, η συγκεκριμένη άδικη πράξη παύει να αποτελεί, αποκλειστικώς και μόνον, αιτία αποζημίωσης λόγω αστικής ευθύνης του οχήματος του υπαιτίου οδηγού (τον οποίο στην πράξη εντοπίζει, συνήθως, η ασφαλιστική εταιρία του ζημιωθέντος οδηγού εφόσον ο τελευταίος προλάβει να συγκρατήσει τον αριθμό κυκλοφορίας του οχήματος του). Η ανωτέρω περίπτωση δεν τυποποιείται, σήμερα για πρώτη φορά, ως ποινικό αδίκημα. Αντιθέτως, η εν λόγω πρόβλεψη είχε ήδη περιληφθεί, τόσο στον παλαιό Κ.Ο.Κ. (ν. 2094/1992), όσο και στον επόμενο (και προϊσχύσαντα) Κ.Ο.Κ. (ν. 2696/99). Ωστόσο, κατά το άρθρο 31 παρ. 1 ν. 3904/2010 η εν λόγω αξιόποινη πράξη είχε μετατραπεί σε πταίσμα, τα οποία, ως γνωστόν καταργήθηκαν (αποποινικοποιήθηκαν) με το άρθρο 468 του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019). Με αποτέλεσμα κατά τα τελευταία έξι έτη (2019-2025) τα περιστατικά αυτά να αντιμετωπίζονται μόνον ως αστική διαφορά με αντικείμενο, κατά τα άνω, την καταβολή αποζημίωσης για τις προκληθείσες υλικές ζημίες.
Σημειωτέον, τέλος, ότι το παραπάνω αδίκημα μπορεί να τελεστεί σε συρροή (ταυτοχρόνως δηλαδή) και με το αδίκημα του άρθρου 290Α παρ. 1 περ. α΄ σε συνδ. με παρ. 2 ΠΚ (περί εξ αμελείας επικίνδυνης οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλ ή ναρκωτικών ουσιών), κάτι που στην πράξη τυγχάνει σύνηθες, ιδίως όταν ο οδηγός που βρίσκεται υπό μέθη προκαλεί υλικές ζημίες σε περισσότερα οχήματα, και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης έως δύο ετών ή χρηματική ποινή (ήτοι αυστηρότερη ποινή σε σχέση με το ανωτέρω αδίκημα της εγκατάλειψης του τόπου τροχαίου). Με αποτέλεσμα σε βάρος του δράστη να δύνανται να επιβληθούν σωρευτικώς δύο ποινές (που θα σχηματίσουν τελικώς την συνολική ποινή φυλάκισης ή τη συνολική χρηματική ποινή).
Ενόψει αυτών, είναι αυτονόητο ότι οι οδηγοί πρέπει να επιδεικνύουν, όχι μόνον ιδιαίτερη προσοχή κατά την οδήγηση των οχημάτων τους, αλλά και την ανάλογη συνέπεια και υπευθυνότητα οσάκις εμπλέκονται (πολλώ δε μάλλον προκαλούν οι ίδιοι αποκλειστικώς) τροχαίο ατύχημα, ακόμη και δεν επέλθει ουδεμία σωματική βλάβη του παθόντος οδηγού (ή κάποιου συνεπιβάτη αυτού), εκ του εν λόγω ατυχήματος, άλλως θα βρεθούν κατηγορούμενοι ενώπιον ποινικού δικαστηρίου, πιθανώς δε και συλληφθέντες από τις αστυνομικές αρχές ως τελέσαντες αυτόφωρο αδίκημα.
*Η πληροφόρηση που εμπεριέχεται στο παρόν άρθρο δεν συνιστά νομική συμβουλή. Μια τέτοια νομική συμβουλή είναι δυνατό να παρασχεθεί μόνον από αρμόδια/ο δικηγόρο του συγκεκριμένου τμήματος του γραφείου μας που εξειδικεύεται στον ειδικό τομέα δικαίου, αφού προηγουμένως λάβει υπόψη του/της το σύνολο των δεδομένων που θα εκτεθούν και θα μελετηθούν για την υπόθεσή σας.

