Δικηγορικό Γραφείο
Ακούσια Νοσηλεία: Το χάσμα της Θεωρίας με την Πρακτική της εφαρμογή - Ν.2071/1992

Τα πρόσφατα εγκλήματα όπως, το περιστατικό της διπλής ανθρωποκτονίας στη Μακρυνίτσα του Πηλίου, με κατηγορούμενο-φερόμενο ως δράστη άνδρα για τον οποίον εκκρεμούσε διαδικασία ακούσιας νοσηλείας (με εμφανή βραδύτητα στην ολοκλήρωσή της), και του εγκλήματος στην Κηφισιά, με δράστη άνδρα ψυχικά νοσούντα που ξεκίνησε αιματηρό επεισόδιο με θύμα έναν 43χρονο υπάλληλο φυσικού αερίου και έναν τραυματία από σφαίρα στην πλάτη, φέρνουν στην επιφάνεια για μια ακόμη φορά τις παθογένειες του νομικού καθεστώτος που πλαισιώνει την Ακούσια Νοσηλεία.

Για να μπορέσουμε να εμβαθύνουμε, ξεκινάμε από τον ορισμό και τις προϋποθέσεις της.

Η ακούσια νοσηλεία, λοιπόν, ρυθμίζεται τόσο στον Αστικό κώδικα, όσο και από τους Ν. 2071/1992 και Ν. 2716/1999 και ορίζεται ως “η χωρίς συγκατάθεση του ασθενή εισαγωγή και παραμονή του για θεραπεία, σε κατάλληλη Μονάδα Ψυχικής Υγείας.”

Κατά το άρθρο 95 παρ. 2 του Ν. 2071/1992, προϋποθέσεις για να τεθεί οποιοδήποτε πρόσωπο σε ακούσια νοσηλεία είναι: α) ο ασθενής να πάσχει από ψυχική διαταραχή, β) να μην είναι σε θέση να κρίνει για το συμφέρον της υγείας του και γ) λόγω της έλλειψης νοσηλείας του να έχει επιδεινωθεί η κατάσταση του ή να είναι απαραίτητη η νοσηλεία του για αποτροπή πράξεων βίας κατα του ίδιου ή τρίτου.

Είναι σαφές ότι η διάταξη τελεολογικά λειτουργεί ως προληπτικό μέτρο για την αποτροπή τέλεσης βίαιων εγκλημάτων από ψυχικά ασθενείς.

Σύμφωνα με το νόμο 2071/1992, λοιπόν, προϋπόθεση εφαρμογής της ακούσιας νοσηλείας είναι η ύπαρξη διαγνωσμένης ψυχιατρικής διαταραχής σε συνδυασμό με την ύπαρξη επικινδυνότητας για τον ίδιο ή για τους άλλους. Ωστόσο, με την Σύμβαση του Οβιέδο (Ν. 2619/98, αρ.7) καταργήθηκε η δεύτερη προϋπόθεση της ακούσιας νοσηλείας (επικινδυνότητα) και πλέον παραμένει μόνο η πρώτη περίπτωση του Ν.2071/92, δηλαδή ύπαρξη ψυχικής διαταραχής. Στην ίδια κατεύθυνση πορεύεται και ο Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας (Κ.Ι.Δ., Ν. 3418/2005, άρ. 28 παρ.8). Τόσο η Σύμβαση του Οβιέδο, όσο και ο Κ.Ι.Δ. υπερισχύουν του νόμου 2071/92.

Όσον αφορά την ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη, πρέπει να είναι πρόσφατη και να επεξηγούνται επαρκώς και με σαφήνεια οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ακούσιας νοσηλείας. Δηλαδή α) ύπαρξη ψυχικής διαταραχής, β) η διαταραχή είναι τέτοια που να δικαιολογεί τον υποχρεωτικό περιορισμό και γ) η νομιμότητα της συνέχισης της ακούσιας νοσηλείας εξαρτάται από την επιμονή της διαταραχής. Δεδομένου, όπως προαναφέρθηκε, ότι η στέρηση της ελευθερίας είναι ένα σοβαρό μέτρο, αυτό συνεπάγεται πως μόνο όταν άλλα, λιγότερο περιοριστικά μέτρα, έχουν αποδειχθεί ανεπαρκή, θα πρέπει να εφαρμόζεται.

Με βάση λοιπόν τα παραπάνω, προκύπτει το συμπέρασμα πως την τελική απόφαση ακούσιας νοσηλείας την λαμβάνει το δικαστήριο, η απόφαση του οποίου ωστόσο μπορεί να έρχεται σε αντίθεση με την απόφαση των επαγγελματιών ψυχικής υγείας. Να αναφερθεί βέβαια σε αυτό το σημείο πως πολλές φορές το δικαστήριο δεν ακολουθεί όλες τις παραπάνω προϋποθέσεις ή/και υιοθετεί έναν ρόλο τυπικής επικύρωσης μιας ιατρικής γνωμάτευσης, θεωρώντας πως δεν φέρει καμιά περαιτέρω ευθύνη. Η πραγματικότητα εντούτοις δείχνει ότι μεταξύ δικαστικής και ψυχιατρικής εξουσίας έχει αναπτυχθεί μια συνεργασία αυτοματισμού, όπου το "πρόβλημα" διαχειρίζεται γραφειοκρατικά.

Μεταξύ τιμωρίας και Θεραπείας. Τα μέτρα ασφαλείας του Ποινικού Κώδικα

Όπως προκύπτει από το άρθρο 95 παρ.1 ν. 2071/1992, η ακούσια νοσηλεία διακρίνεται από τη «φύλαξη» ασθενή κατά τα άρθρα 69 επ. του ΠΚ.

Μόνον εφόσον τελέστηκε σοβαρό πλημμέλημα, δηλαδή απειλούμενο με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον 6 μηνών, μπορεί να οδηγηθεί ο δικαστής σε μια πρόγνωση για τέλεση και άλλων σοβαρών πλημμελημάτων, που θα επέτρεπαν την κατάφαση της έννοιας της επικινδυνότητας για τη δημόσια ασφάλεια, η οποία δεν είναι δυνατό να δεχτούμε ότι μπορεί να διαταραχθεί με την τέλεση οποιουδήποτε ελαφρού πλημμελήματος.

Με απλά λόγια, ο αόριστης διάρκειας εγκλεισμός του ακαταλόγιστου δράστη δεν δικαιολογείται σε περιπτώσεις τέλεσης ελαφρών πλημμελημάτων, ακριβώς γιατί σε αυτές τις περιπτώσεις δεν μπορεί να μένει σ΄ένα κράτος δικαίου ανοικτή η εκδοχή να διανύσει ο δράστης το υπόλοιπο της ζωής του σε θεραπευτικό κατάστημα με υποχρεωτική φύλαξη.

Όταν πρόκειται για ακαταλόγιστους ψυχασθενείς που τέλεσαν αξιόποινη πράξη, εφαρμογή έχουν οι σχετικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα και όχι το μέτρο της ακούσιας νοσηλείας, το οποίο λειτουργεί προληπτικά σε περίπτωση επικινδυνότητας του ατόμου και δεν προϋποθέτει τέλεση αξιόποινης πράξης.

Εδώ ωστόσο πρέπει να επισημανθεί ότι το γεγονός, πως η τέλεση αξιόποινης πράξης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακούσια νοσηλεία ενός ψυχασθενή, δεν σημαίνει ότι αποκλείεται η εφαρμογή της και σε μια τέτοια περίπτωση. Αρκεί βέβαια να μη συντρέχουν παράλληλα οι προϋποθέσεις εφαρμογής των σχετικών άρθρων του ΠΚ, διότι τότε είναι φανερό πως το ποινικό ασφαλιστικό μέτρο υπερισχύει απέναντι στις διατάξεις για την αναγκαστική νοσηλεία.

Τέλος να σημειωθεί ότι η ακούσια νοσηλεία είναι εξωποινικό μέτρο και αν δεν υπάρχουν συγγενείς για να τη ζητήσουν, μπορεί να ζητηθεί αυτεπάγγελτα μόνο από τον εισαγγελέα Πρωτοδικών του τόπου κατοικίας του ασθενή.

Εκκίνηση της διαδικασίας:

Με αίτηση στον αρμόδιο εισαγγελέα, την ακούσια νοσηλεία του φερόμενου ως ασθενή, μπορούν να ζητήσουν: ο/η σύζυγος του , συγγενής σε ευθεία γραμμή απεριόριστα, συγγενής εκ πλαγίου μέχρι και το δεύτερο βαθμό, οποίος έχει την επιμέλεια του προσώπου και τέλος ο ίδιος ο εισαγγελέας πρωτοδικών αυτεπάγγελτα σε επείγουσες περιπτώσεις και μόνο εφόσον δεν υφίσταται κανένα από τα παραπάνω άτομα.

Στο άρθρο 95 και 96 του νόμου 2071/1992 αναπτύσσονται οι προϋποθέσεις ακούσιας νοσηλείας και η διαδικασία εισαγωγής στη Μονάδα Ψυχικής υγείας.

Από τη στιγμή που θα υποβληθεί η σχετική αίτηση στον αρμόδιο εισαγγελέα, δίνεται εντολή να εξεταστεί ο νοσηλευόμενος εντός 48 ωρών από δυο ψυχιάτρους στο ψυχιατρικό νοσοκομειακό ίδρυμα όπου μεταφέρεται με ασθενοφόρο.

Εάν ο Εισαγγελέας αποφασίσει τον εγκλεισµό του προσώπου, οφείλει µέσα σε τρεις (3) ηµέρες να υποβάλει αίτηµα στο αρµόδιο Πρωτοδικείο, προκειµένου το τελευταίο να επιληφθεί της υπόθεσης (άρθρο 96 § 6 Ν. 2071/92). Το Πρωτοδικείο συνεδριάζει µέσα σε δέκα (10) ηµέρες. Συνεπώς, από τη στιγµή της εισαγγελικής παραγγελίας για εισαγωγή και νοσηλεία απαιτείται οπωσδήποτε δικαστική απόφαση εντός των επόµενων δεκατριών (13) ηµερών (3 ηµέρες προθεσµία στον Εισαγγελέα για εισαγωγή της αίτησης στο Πρωτοδικείο και 10 ηµέρες προθεσµία για τη συνεδρίαση του Πρωτοδικείου).

Οι αυστηρές και σύντομες αυτές προθεσμίες , δυστυχώς, δεν τηρούνται, συνήθως για αντικειμενικούς λόγους όπως η υπερφόρτωση των δικαστηρίων.

Ζητήματα του θεσμού στην πράξη:

Η κακοποίηση του θεσμού από τις Δικαστικές αρχές έχει οδηγήσει και σε προσφυγές εναντίον του ελληνικού κράτους στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που αποτελεί θεματοφύλακα και επιτηρητή της ΕΣΔΑ αλλά και καταδίκες της χώρας μας από το ίδιο Δικαστήριο.

Eπί πλειόνων ζητημάτων έχει γνωμοδοτήσει τόσο ο Συνήγορος του Πολίτη όσο και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Αθανάσιος Κονταξής, με την υπ΄ αριθμό 12/2007 γνωμοδότηση του, αλλα και η πιο πρόσφατη εγκυκλιος της Εισαγγελιας του ΑΠ με αριθμ. 10/2021, ανασύρουν στην επιφάνεια σημαντικές πλημμέλειες του θεσμού.

Η υπεράσπιση του νοσηλευόμενου προβλέπεται στο άρθρο 96 παράγραφος 6, ο ασθενής καλείται στη συνεδρίαση πριν από 48 ώρες, και δικαιούται να παραστεί με δικηγόρο και με ψυχίατρο ως τεχνικό σύμβουλο. Σε περίπτωση επικινδυνότητας του φερόμενου ως ασθενή οι ανωτέρω προθεσμίες δύναται να συντμηθούν.

Κατά της απόφασης του πρωτοδικείου χωρεί έφεση και ανακοπή κατά τις διατάξεις της πολιτικής δικονομίας. Το ένδικο μέσο της ανακοπής μπορεί να ασκήσει και ο επιστημονικός διευθυντής της Μονάδας Ψυχικής Υγείας που νοσηλεύεται ο ασθενής. Τα ένδικα αυτά μέσα ασκούνται μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης.

Η έφεση δικάζεται από το τριμελές εφετείο, 'κεκλεισμένων των θυρών", μέσα σε 15 ημέρες από την κατάθεση της. Το εφετείο μπορεί να ζητήσει 'και νέα γνωμάτευση ψυχιάτρου ή ό,τι άλλο θεωρήσει σκόπιμο.
Εύλογη δυσκολία δύναται να προκύψει στην επικοινωνία του ασθενούς, που παραμένει σε εγκλεισμό, με τον δικηγόρο του καθώς μπορεί να μην επιτρέπεται η μετάβαση του δικηγόρου στην Μονάδα ψυχικής υγείας ή να πρέπει να γίνει όλη η επικοινωνία εξ αποστάσεως π.χ. τηλεφωνικά.

Διακοπή - Διάρκεια - Λήξη ακούσιας νοσηλείας

Η ακούσια νοσηλεία διακόπτεται όταν πάψουν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 2 του άρθρου 95 του νόμου αυτού. Στην περίπτωση αυτήν, ο επιστημονικός διευθυντής της ψυχιατρικής κλινικής, στην οποία νοσηλεύεται ο ασθενής, οφείλει να του χορηγήσει εξιτήριο και συγχρόνως να κοινοποιήσει σχετική έκθεση στον αρμόδιο εισαγγελέα.

Η διάρκεια της ακούσιας νοσηλείας δεν μπορεί να υπερβεί τους έξι (6) μήνες. Μετά την πάροδο των τριών πρώτων μηνών, ο επιστημονικός διευθυντής της ψυχιατρικής κλινικής και άλλος ένας ψυχίατρος του τομέα ψυχικής υγείας, υποβάλλουν έκθεση στον Εισαγγελέα για την κατάσταση της υγείας του ασθενή. Ο εισαγγελέας δικαιούται να διαβιβάσει την έκθεση αυτή στο πολυμελές πρωτοδικείο της περιφέρειας του με αίτηση του να συνεχιστεί ή να διακοπεί η ακούσια νοσηλεία.

Ο ασθενής ή συγγενείς του της παρ. 1 του άρθρου 96, ή ο επίτροπος του δικαιούνται με αίτηση τους προς τον εισαγγελέα, να ζητήσουν να διακοπεί η ακούσια νοσηλεία. Αν η αίτηση δεν γίνει δεκτή από το πρωτοδικείο, στο οποίο την υποβάλλει αμέσως ο εισαγγελέας, νέα αίτηση μπορεί να υποβληθεί μετά από τρεις (3) μήνες.
Σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, κατά τις οποίες πρέπει να παραταθεί η νοσηλεία του ασθενή πέραν των έξι (6) μηνών, τούτο είναι δυνατό μόνο μετά από σύμφωνη γνώμη επιτροπής εκ τριών ψυχιάτρων, εκ των οποίων ένας είναι ο θεράπων ιατρός και οι έτεροι δύο ορίζονται από τον εισαγγελέα.

Κριτική:

Στην Ελλάδα τα ποσοστά ακούσιων εγκλεισμών είναι υψηλά σε σχέση με τον μέσο όρο στην Ευρώπη, αποδεικνύοντας πως πρόκειται για ένα διαχρονικό πρόβλημα δυσλειτουργίας του συστήματος.

Ο ακούσιος εγκλεισμός κινείται μεταξύ 50-60% των εισαγωγών. Εν αντιθέσει με τα υπόλοιπα κράτη της Ευρώπης όπου το αντίστοιχο ποσοστό δεν ξεπερνά το 7-8% και η πρωτοβάθμια περίθαλψη λειτουργεί υγειώς.

Έρευνα του Συνηγόρου του Πολίτη καταδεικνύει την δυσάρεστη ελληνική πραγματικότητα: η πλειοψηφία των υποθέσεων δικάζονται χωρίς την παρουσία του ασθενή, στις μισές περιπτώσεις δεν έχει γίνει ορθή κλήτευση του ασθενή, εντελώς δε σπάνια ασκείται ένδικο μέσο κατά της απόφασης. Τα παραπάνω θα πρέπει να συνδυαστούν βέβαια και με την καθημερινότητα που βιώνεται στις εισαγγελίες και στα Ψυχιατρικά Νοσοκομεία, ιδίως των μεγάλων αστικών κέντρων.

Πως μπορούμε να μιλήσουμε για προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όταν δεν έχουν θεσπιστεί ουσιαστικά μέτρα άσκησης των δικαιωμάτων των ασθενών όπως υποχρεωτική παράσταση δικηγόρου;

Πως μπορούμε να μιλήσουμε για προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όταν δεν έχουν προνοηθεί τρόποι ψυχιατρικής φροντίδας και θεραπείας, αντί για μέτρα φύλαξης στα οποία μέχρι σήμερα κινείται το σύστημα.


 Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να επικοινωνείτε με τους συνεργάτες του γραφείου μας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News