Σύμφωνα με το άρθρο 257 Ν. 4072/2012, κάθε εταίρος έχει κατ’ αρχήν εξουσία εκπροσώπησης της ομόρρυθμης εταιρείας, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στο καταστατικό. Εάν η εταιρεία εκπροσωπείται από περισσότερους εταίρους, η δήλωση βούλησης τρίτου αρκεί να περιέλθει σε έναν από αυτούς, διευκολύνοντας έτσι τη συναλλακτική λειτουργία. Η εξουσία εκπροσώπησης των διαχειριστών εκτείνεται σε όλες τις πράξεις, δικαστικές ή εξώδικες, που εξυπηρετούν τον εταιρικό σκοπό. Ακόμη και πράξεις υπέρβασης του εταιρικού σκοπού δεσμεύουν την εταιρεία, εκτός αν ο τρίτος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την υπέρβαση· τυχόν καταστατικοί περιορισμοί της εκπροσωπευτικής εξουσίας δεν αντιτάσσονται στους τρίτους, ανεξάρτητα από την καλή ή κακή τους πίστη.
Η έννοια του εταιρικού σκοπού ερμηνεύεται ευρέως και περιλαμβάνει κάθε πράξη που προάγει, άμεσα ή έμμεσα, τα συμφέροντα της εταιρείας, ακόμη και αν είναι ασυνήθιστη. Στην υπέρβαση του σκοπού εντάσσονται πράξεις όπως η διάθεση της επιχείρησης ή ιδιαίτερα επικίνδυνες συναλλαγές, που απαιτούν απόφαση εταίρων. Επίσης, η κατάχρηση εξουσίας (προφανώς επιζήμιες πράξεις με γνώση ή υπαίτια άγνοια του αντισυμβαλλόμενου) δεν δεσμεύει την εταιρεία, κατά τα οριζόμενα και στα άρθρα 211 επ. ΑΚ.
Όταν προβλέπεται συλλογική διαχείριση, πράξη χωρίς τη σύμπραξη όλων των διαχειριστών συνεπάγεται έλλειψη εξουσίας εκπροσώπησης και όχι υπέρβαση αυτής, με αποτέλεσμα η εταιρεία να μην δεσμεύεται· σε τέτοιες περιπτώσεις εφαρμόζονται οι διατάξεις για τον ψευδοαντιπρόσωπο (άρθρα 229 επ. ΑΚ). Κατ’ εξαίρεση, το άρθρο 751 ΑΚ επιτρέπει σε κάθε συνδιαχειριστή να ενεργήσει μόνος του για επείγοντα μέτρα προς αποφυγή σοβαρής ζημίας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το ζήτημα του διορισμού τρίτου, μη εταίρου, ως διαχειριστή. Η θεωρία κατά πλειοψηφία τον απορρίπτει, διότι η διαχείριση είναι άρρηκτα δεμένη με την ιδιότητα του εταίρου και συνδέεται με την αρχή της αυτοδιαχείρισης στις προσωπικές εταιρείες. Η νομολογία υπήρξε διχασμένη, ώσπου η Ολομέλεια ΑΠ 13/1997 έκρινε ότι δεν είναι επιτρεπτός ο αποκλεισμός των εταίρων από τη διαχείριση μέσω ανάθεσης σε τρίτο, καθώς αυτό αντίκειται στην προσωπική φύση της ομόρρυθμης εταιρείας και στην απεριόριστη ευθύνη των εταίρων. Η θέση αυτή ενισχύεται και από το γράμμα του Ν. 4072/2012, όπου στα άρθρα 253-254 και 257-278 παρ. 2 γίνεται συνεχής αναφορά σε «διαχειριστή εταίρο». Σημειωτέον ότι εάν λάβει χώρα διορισμός τρίτου μη εταίρου ως υποκατάστατου, αυτός δεν αποτελεί όργανο της εταιρείας αλλά πληρεξούσιο και εντολοδόχο αυτής.
Τέλος, αν και οι διατάξεις για τον τρόπο διαχείρισης (ατομική ή συλλογική) είναι ενδοτικού δικαίου, η εξαίρεση αφορά μόνο τον αριθμό των εταίρων που μετέχουν στη διαχείριση και όχι τρίτους. Επομένως, μόνον οι εταίροι μπορούν να αναλάβουν τη διοίκηση, αφού η εξουσία διαχείρισης μεταβιβάζεται μόνο μαζί με την εταιρική ιδιότητα.
*Η πληροφόρηση που εμπεριέχεται στο παρόν άρθρο δεν συνιστά νομική συμβουλή. Μια τέτοια νομική συμβουλή είναι δυνατό να παρασχεθεί μόνον από αρμόδια/ιο δικηγόρο του συγκεκριμένου τμήματος του γραφείου μας που εξειδικεύεται στον ειδικό τομέα δικαίου, αφού προηγουμένως λάβει υπόψη του/της το σύνολο των δεδομένων που θα εκτεθούν και θα μελετηθούν για την υπόθεσή σας.

