Δικηγορικό Γραφείο
 Η δυνατότητα μεταρρύθμισης απόφασης εκουσίας δικαιοδοσίας

Σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 758 ΚΠολΔ : “1. Οι αποφάσεις που αποφαίνονται οριστικά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, μπορούν με αίτηση διαδίκου, μετά τη δημοσίευση τους, να ανακληθούν ή να μεταρρυθμιστούν από το δικαστήριο που τις εξέδωσε, αν προκύψουν νέα πραγματικά περιστατικά ή μεταβληθούν οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν. Η ανάκληση ή μεταρρύθμιση γίνεται κατά τη διαδικασία των όρθρων 741 έως 781, αφού κληθούν οι διάδικοι της αρχικής δίκης και τα πρόσωπα, τα οποία είχαν διοριστεί ή είχαν αντικατασταθεί ή παυθεί από την απόφαση για την άσκηση λειτουργήματος. 2. Η ανακλητική ή μεταρρυθμιστική απόφαση δεν έχει αναδρομική ισχύ, εκτός αν το ορίσει ειδικά το δικαστήριο”.

 Δικαίωμα να ζητήσει την ανάκληση έχει όποιος προσέλαβε την ιδιότητα του διαδίκου στη δίκη της υπό ανάκληση απόφασης, δηλαδή όποιος μετέσχε σε αυτήν ως αιτών, καθ’ ου η αίτηση ή άσκησε κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, εφόσον, όμως, θίγεται από την έκδοση ή το περιεχόμενο της απόφασης και δικαιολογεί έννομο συμφέρον (άρθρο 747 παρ. 1γ΄, 69 ΚΠολΔ). Το έννομο συμφέρον αποτελεί όρο του παραδεκτού της αίτησης ανάκλησης και πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης, διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη (ΕφΛαρ 74/2013 ό.π., ΕφΑΘ 1639/07 ό.π., βλ. και Κ. Βαρσάνη σε Ν. Λεοντή, Εκούσια Δικαιοδοσία, έκδοση 2018, σελ. 77). Κατά την ίδια δε πιο πάνω διάταξη του άρθρου 758 ΚΠολΔ, στη συζήτηση της αίτησης ανάκλησης ή μεταρρύθμισης πρέπει να κληθούν υποχρεωτικά οι διάδικοι της αρχικής δίκης, καθώς επίσης και τα πρόσωπα, τα οποία είχαν διορισθεί ή αντικατασταθεί ή παυθεί από την κρίσιμη απόφαση (Μπέη, ό.π., άρθ. 758, σ 325, ΕφΑΘ 9707/1999 ΕλλΔνη 41.1398, ΠΠΗρακλ 3/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Μεταρρύθμιση της δικαστικής απόφασης είναι η μεταγενέστερη προσαρμογή του διατακτικού της στα νέα πραγματικά ή/και αποδεικτικά στοιχεία που έχουν προκύψει και που παραδεκτώς το δικαστήριο συνεκτιμά. Κατά κυριολεξία η μεταρρύθμιση δεν διαφέρει ριζικά από την ανάκληση. Και στην περίπτωση της μεταρρύθμισης σωρεύονται δύο δικαστικές κρίσεις, αφενός, εκείνη, με την οποία καταργούνται όλες οι έννομες συνέπειες της μεταρρυθμιζόμενης απόφασης και, αφετέρου, εκείνη, με την οποία διατάσσεται κάτι άλλο αναφορικά με το αρχικό αίτημα δικαστικής προστασίας.

Παρόλη την αντίθετη εντύπωση που προκαλεί το άρθρο 758, και για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας ισχύει ως κανόνας ότι οι εκδιδόμενες οριστικές αποφάσεις δεν είναι δεκτικές ανάκλησης ή μεταρρύθμισης, όμοια όπως ισχύει και για τις οριστικές αποφάσεις που εκδίδονται στις διαγνωστικές δίκες της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας κατά το άρθρο 309 ΚΠολΔ. Από τον κανόνα τούτο εισάγει εξαίρεση το άρθρο 758 και επιτρέπει την ανάκληση ή μεταρρύθμιση οριστικής απόφασης από το δικαστήριο που την έχει εκδώσει, αποκλειστικά και μόνο στις δυο περιπτώσεις που αναφέρει.Τούτο δε διότι στις δίκες της εκούσιας δικαιοδοσίας δε γίνεται δεσμευτική διάγνωση εννόμων σχέσεων, όπως ισχύει στις διαγνωστικές δίκες της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, αλλά διατάσσονται τα κατάλληλα ρυθμιστικά μέτρα σε σχέση με τη νομική κατάσταση και λειτουργία φυσικού ή νομικού προσώπου.

Συνεπώς, ο σκοπός της ρύθμισης αυτής είναι η προσαρμογή των ρυθμιστικών μέτρων στις εκάστοτε μεταβαλλόμενες πραγματικές καταστάσεις, προς πραγμάτωση του σκοπού των ρυθμιστικών μέτρων, δηλαδή για την επέλευση του ρυθμιστικού αποτελέσματος (βλ. και Αρβανιτάκη σε Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, τόμος ΙΙ, έκδοση 2000, άρθρο 758, σελ. 1502, Κώστα Ε. Μπέη, Πολιτική Δικονομία, εκούσια δικαιοδοσία, έκδοση 1991, άρθρο 758, σελ. 320). Δύο λοιπόν είναι οι θεμιτοί λόγοι που στηρίζουν την ανακλητική ή μεταρρυθμιστική αίτηση: (α) αν προκύψουν νέα πραγματικά περιστατικά, δηλαδή αν, μετά τη δημοσίευση της κρίσιμης οριστικής απόφασης, εντοπιστούν κρίσιμα πραγματικά γεγονότα, που είχαν συντελεστεί όσο η δίκη ήταν εκκρεμής, αλλά είτε ήταν άγνωστα, είτε από υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου δεν είχαν προταθεί τότε, και για το λόγο τούτο το δικαστήριο που εξέδωσε την κρίσιμη οριστική απόφαση δεν τα είχε συνεκτιμήσει κατά την έκδοση της απόφασης, και τα οποία ήδη δικαιολογούν διαφορετική έκβαση της δίκης. Η υπαιτιότητα του διαδίκου να προτείνει τα γεγονότα τούτα, όσο η δίκη ήταν εκκρεμής, δεν καθιστά απαράδεκτη τη μεταγενέστερη επίκληση τους με ανακλητική ή μεταρρυθμιστική αίτηση, είναι όμως λόγος για να καταδικαστεί ο διάδικος στα δικαστικά έξοδα της νέας δίκης (185 αρ. 2), καθώς και, ανάλογα με τη βαρύτητα του πταίσματος του, να καταδικαστεί σε ποινή τάξης κατά το άρθρο 205 αρ. 2 .(β) αν μεταβληθούν οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν οι οριστικές αποφάσεις, των οποίων ζητείται η ανάκληση ή μεταρρύθμιση, δηλαδή κυρίως αν μεταγενέστερα συντελεστούν νέα πραγματικά γεγονότα που ανατρέπουν ή διαφοροποιούν σημαντικά τη βάση, στην οποία είχε στηριχθεί το διατακτικό της απόφασης, επειδή ήδη διαφοροποιείται η εξυπηρέτηση είτε του συμφέροντος του αιτούντα είτε του γενικότερου συμφέροντος με τα ρυθμιστικά μέτρα που είχαν διαταχθεί αρχικά. Ο κανόνας του ανακλητού των οριστικών αποφάσεων σε υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όταν εντοπίζονται πραγματικά περιστατικά που δεν είχαν συνεκτιμηθεί κατά την πρώτη δίκη, ή όταν μεταβάλλονται οι συνθήκες, στις οποίες είχε στηριχθεί το ρυθμιστικό μέτρο που είχε αρχικά διαταχθεί, δεν ισχύει στις ειδικές περιπτώσεις διαφορετικής νομοθετικής ρύθμισης, μεταξύ άλλων ενδεικτικά και στην περίπτωση της αντικατάστασης προσωρινής διοίκησης κατά το άρθρο 786 παρ. 3 (ΑΠ 619/1987 Δ 19,282 με ενημ. σημ. Σ. Σταματόπουλου).


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News