Δικηγορικό Γραφείο
Ακύρωση πλασματικής αποδοχής κληρονομιάς

Σύμφωνα με το αρθ 1846 ΑΚ, η κτήση της κληρονομίας υπό το δίκαιο του Αστικού Κώδικα γίνεται αυτοδίκαια, δηλαδή «αυτόματα» και χωρίς γνώση, βούληση ή ενέργεια του καλούμενου ως κληρονόμου. Πιο συγκεκριμένα, από την στιγμή που οι κληρονόμοι του αποθανόντος λάβουν γνώση του θανάτου του, βάσει της τάξης της κληρονομικής διαδοχής που θα κληθούν στην περιουσία του, γίνονται και φορείς της κληρονομιαίας περιουσίας. Παρόλα αυτά, ως έκφανση της αρχής της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, δίνεται η δυνατότητα στους κληρονόμους βάσει των άρθρων 1847 παρ. 1 εδ. α΄ και 1850 εδάφ. β΄ ΑΚ,  μέσα στο χρονικό διάστημα των τεσσάρων (4 μηνών) που αρχίζει από τότε που έλαβαν γνώση της επαγωγής δηλαδή του θανάτου του κληρονομούμενου ή του λόγου της, να αποποιηθούν την κληρονομιά. Η άπρακτη παρέλευση του παραπάνω τετράμηνου συνεπάγεται την σιωπηρή αποδοχή της κληρονομιάς από πλευράς τους.

Ιδιάζουσα είναι η περίπτωση όταν ο κληρονόμος προέβη στην δήλωση αποδοχής ή αποποίησης  της κληρονομιάς όχι κατόπιν πραγματικής βούλησης του, άλλα επειδή οδηγήθηκε σε αυτή λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής όπως ορίζεται στο αρθ 1857 παραγρ 2 ΑΚ.  Πιο συγκεκριμένα, σε ότι αφορά την πλάνη θα πρέπει αυτή να είναι ουσιώδης, δηλαδή να αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία, ενώ η πλάνη σχετικά με το ενεργητικό ή το παθητικό της κληρονομιάς δεν μπορεί να θεωρηθεί ουσιώδης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ουσιώδους πλάνης αποτελεί  η περίπτωση της «πλάνης περί το δίκαιο», όταν δηλαδή ο κληρονόμος πλανάται περί το δίκαιο της αποδοχής της κληρονομίας, δηλαδή ο κληρονόμος είτε τελεί σε άγνοια ως προς το σύστημα της κτήσεως της κληρονομίας κατά τον ΑΚ που επέρχεται αμέσως μετά το θάνατο του κληρονομούμενου, οπότε η προθεσμία του άρθρου 1847 ΑΚ δεν αρχίζει γιατί η άγνοια αποκλείει την γνώση της επαγωγής της κληρονομίας, είτε όταν ο κληρονόμος τελεί σε άγνοια περί την ύπαρξη της προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ προς αποποίηση ή της κατά το άρθρο 1850 ΑΚ νομικής σημασία της παρόδου της προθεσμίας αυτής άπρακτης.

Αναφορικά με τις δηλώσεις αποποίησής και αποδοχής του κληρονόμου που έχουν σχηματιστεί ως αποτέλεσμα απειλής ή απάτης, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των δικαιοπραξιών των άρθρων 147 και 150 ΑΚ.

Οι παραπάνω περιπτώσεις οδηγούν τον κληρονόμο σε μια πλασματική κατάσταση αποδοχής της κληρονομιάς ή αντίστοιχα αποποίησή της, που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική του βούληση. Επομένως, η διάσταση μεταξύ δήλωσης και βούλησης, αποτελεί και την γενική ουσιαστική προϋπόθεση γέννησης του δικαιώματος ακύρωσης της πλασματικής αποδοχής της κληρονομίας, στις περιπτώσεις όπου ο κληρονομούμενος από πλάνη, απάτη ή απειλή παρέλειψε να προβεί στην απαιτούμενη εντός τετράμηνου δήλωση αποποίησης.  Όπως ορίζεται και στο άρθρο στο αρθ 1857 παράγραφος 2 εδ. 2, η αγωγή για την ακύρωση παραγράφεται μετά από έξι χρόνια, ενώ συνδυαστικά με το αρθρ 157 ΑΚ συμπεραίνεται ότι στην περίπτωση που η πλάνη, απάτη ή απειλή είναι εξακολουθητική, τότε αυτή παραγράφεται ένα εξάμηνο αφότου παρήλθε η εξακολουθητική αυτή κατάσταση. Ο χρόνος της παραγραφής αρχίζει από την επομένη ημέρα της αποδοχής, επί δε πλασματικής αποδοχής από την παρέλευση της προθεσμίας αποποίησης. 

Όσον αφορά στην παθητική νομιμοποίηση στην ανωτέρω αγωγή ακύρωσης της (πλασματικής) αποδοχής κληρονομιάς, έχει υποστηριχτεί και η άποψη ότι πρέπει να εφαρμοστεί αναλογικά η διάταξη του άρθρου 155 εδ. β`ΑΚ, σύμφωνα με την οποία η αγωγή απευθύνεται κατά του αμέσως έλκοντος συμφέρον από την έκπτωση του αποδεχθέντος κληρονόμου, δηλαδή κατ` εκείνου στον οποίο θα επαχθεί η κληρονομιά μετά την αποδοχή της αγωγής. Τα πρόσωπα, ωστόσο, που αντλούν έννομο συμφέρον από την ακύρωση της πλασματικής αποδοχής κληρονομιάς δεν ταυτίζονται (άνευ ετέρου) με τους κληρονόμους, στους οποίους θα επαχθεί η κληρονομιά μετά την ευδοκίμηση της σχετικής αγωγής ακύρωσης της πλασματικής αποδοχής κληρονομιάς, όπως δέχεται η ανωτέρω νομολογιακή θέση. Ειδικότερα, ακόμα και σε περιπτώσεις που το ενεργητικό της κληρονομιάς υπερβαίνει το παθητικό, έννομο συμφέρον, σε περίπτωση ακύρωσης της αποδοχής της κληρονομιάς, αποκτά τόσο ο επόμενος δικαιούχος, όσο και ο δανειστής της κληρονομιάς, καθόσον δύναται πλέον να επιδιώξει την ικανοποίηση των αξιώσεών του.

Στη συνηθέστερη, αντίθετα, περίπτωση που το παθητικό της κληρονομιάς υπερβαίνει το ενεργητικό ή η κληρονομιά αποτελείται μόνο από παθητικό, έννομο συμφέρον σε περίπτωση ακύρωσης της πλασματικής αποδοχής κληρονομιάς δεν αποκτά ο επόμενος δικαιούχος στον οποίο θα υπαχθεί η κατάχρεη κληρονομιά, αλλά μόνο ο δανειστής της κληρονομιάς, ο οποίος δύναται πλέον να στραφεί κατά της ατομικής περιουσίας του κληρονόμου. Συνάγεται άρα ότι παθητικά νομιμοποιούμενος σε αγωγή ακύρωσης της πλασματικής αποδοχής κληρονομιάς είναι ο δανειστής της κληρονομιάς, ο οποίος έχει πάντοτε όφελος από την οριστική κτήση μίας κληρονομιάς.

Σκοπός του κληρονόμου που ασκεί την αγωγή ακύρωσης της πλασματικής αποδοχής κατ’ ΑΚ 1857 § 4 δεν είναι απλώς να ακυρώσει την αποδοχή της κληρονομίας που επέρχεται εκ του νόμου (ΑΚ 1850 εδ. β΄), αλλά να γίνει και αποποίηση της κληρονομίας, την οποία ο νόμος θεωρεί κατά πλάσμα δικαίου ότι αποδέχτηκε. Μπορεί λοιπόν η ακύρωση της κατ’ ΑΚ 1850 εδ. β΄ αποδοχής να αποτελεί το μέσο για να επιτευχθεί ο περαιτέρω σκοπός της αποποίησης, ωστόσο από μόνη της η ακύρωση της πλασματικής αποδοχής δεν έχει κανένα νόημα, αν παρά την ακύρωση και μετά από αυτήν ο κληρονόμος έχει ήδη χάσει την προθεσμία και δεν μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομία. Ειδικότερα, απαραίτητη προϋπόθεση για την ανατροπή της πλασματικής αποδοχής της κληρονομιάς μετά από την άσκηση της αγωγής για ακύρωση είναι και η μετέπειτα δήλωση αποποίησης της κληρονομιάς από την πλευρά του κληρονόμου. Αμέσως μετά την τελεσιδικία της απόφασης που επικυρώνει την πλασματική αποδοχή της κληρονομιάς ανατρέπονται αναδρομικά και αυτοδίκαια οι συνέπειες της, ενώ εκκινεί αυτοδικαίως και νέα τετράμηνη προθεσμία προς αποποίηση της κληρονομιάς.

Συμπερασματικά, η αυτοδίκαιη επαγωγή της κληρονομίας (ΑΚ 1846) τελεί υπό την εξαιρετική δυνατότητα του κληρονόμου να αποποιηθεί εντός της τετράμηνης προθεσμίας, διαφορετικά επέρχεται κατά πλάσμα δικαίου σιωπηρή αποδοχή. Η προστασία του πραγματικού βουλητικού μηχανισμού εξασφαλίζεται μέσω της αγωγής ακύρωσης της πλασματικής αποδοχής σε περιπτώσεις ουσιώδους πλάνης, απάτης ή απειλής (ΑΚ 1857), με κρίσιμο ότι η ακύρωση δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά προϋπόθεση για τη μεταγενέστερη έγκυρη αποποίηση. Η τελεσιδικία της απόφασης ενεργοποιεί νέα προθεσμία αποποίησης, ανατρέποντας αναδρομικά τις συνέπειες της πλασματικής αποδοχής και αποκαθιστώντας την αληθή βούληση του κληρονόμου.

*Η πληροφόρηση που εμπεριέχεται στο παρόν άρθρο δεν συνιστά  νομική συμβουλή. Μια τέτοια νομική συμβουλή είναι δυνατό να παρασχεθεί μόνον από αρμόδια/ιο δικηγόρο του συγκεκριμένου τμήματος του γραφείου μας που εξειδικεύεται στον ειδικό τομέα δικαίου, αφού προηγουμένως λάβει υπόψη του/της το σύνολο των δεδομένων που θα εκτεθούν και θα μελετηθούν  για την υπόθεσή σας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News