Δικηγορικό Γραφείο
Οι έννομες συνέπειες της κήρυξης εργολάβου ως έκπτωτου

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 681 και 694 του AK προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου, δηλαδή ο εργολάβος, κατ’ εξαίρεση όσων με τις γενικές διατάξεις ορίζονται για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, υποχρεούται σε προεκπλήρωση της κύριας παροχής του, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, όπως συμβαίνει όταν ορίσθηκε τμηματική παράδοση του έργου με αντίστοιχη τμηματική καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής, αφού η υποχρέωση της προεκπλήρωσης αποτελεί ρύθμιση ενδοτικού δικαίου (ΑΠ 1069/2009). Ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρ. 694 του AK τη συμφωνημένη αμοιβή του (ΑΠ 346/2010), η οποία μπορεί κατά την κατάρτιση της σύμβασης να ορισθεί κατ’ αποκοπή, κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς, σε ποσοστά ή και να καταλειφθεί ακαθόριστη ως προς το ποσό και τον τρόπο υπολογισμού της, οπότε θα προσδιορισθεί κατά τα άρθρ. 371 – 373 του AK (AΠ 338/2016, ΝΟΜΟΣ), εκτός εάν η παράδοση συμφωνήθηκε κατά τμήματα, οπότε καταβάλλεται με την παράδοση κάθε τμήματος, (ΑΠ 71/2016, ΝΟΜΟΣ).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 686 ΑΚ, αν ο εργολάβος δεν αρχίσει έγκαιρα την εκτέλεση του έργου ή αν επιβραδύνει, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, την εκτέλεσή του στο σύνολό της ή εν μέρει, κατά τρόπο που αντιβαίνει τη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωσή του, μπορεί ο εργοδότης, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πταίσματος του εργολάβου, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, χωρίς να περιμένει το χρόνο της παράδοσης του έργου, σε περίπτωση δε υπερημερίας του εργολάβου διατηρούνται ακέραια τα σχετικά δικαιώματα του εργοδότη (ΑΠ 338/2016, ο.π.). Μετά την παρέλευση του συμβατικώς ορισθέντος ρητού χρόνου παράδοσης του έργου, η οποία επάγεται υπερημερία χωρίς όχληση (ΑΚ 341) δεν εφαρμόζεται η ΑΚ 686, η οποία προβλέπεται για τις σχέσεις των διαδίκων μέχρι το χρόνο εκείνο, αλλά οι γενικές διατάξεις των άρθρων 383 επ. ΑΚ (ΑΠ 358/2014, ΝΟΜΟΣ). 

Με την υπαναχώρηση, η οποία μπορεί να είναι ολική ή μερική, δηλαδή μόνο κατά το ανεκτέλεστο μέρος του έργου, η σύμβαση έργου καταργείται αναδρομικά, από τη στιγμή της κατάρτισής της (extunc), η νομική σχέση ανάμεσα στον εργοδότη και στον εργολάβο διαλύεται αυτοδικαίως και αναδρομικά, ολικά ή αναλόγως εν μέρει και επέρχονται οι συνέπειες που ορίζονται στο άρθρο 389 παρ. 2 ΑΚ, δηλαδή αποσβήνονται οι συμβατικές υποχρεώσεις προς παροχή και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού τις παροχές που έλαβαν. Αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση μερικής υπαναχώρησης από τη σύμβαση, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει στον εργολάβο αμοιβή αντίστοιχη με το μέρος του έργου που αυτός εκτέλεσε και παρέδωσε, (ΑΠ 338/2016, ο.π., 670/2020, ΝΟΜΟΣ). Η υπαναχώρηση αυτή ενεργεί στην πραγματικότητα ως καταγγελία της σύμβασης, αφού ισχύει για το μέλλον και δεν θίγει τη συμβατική σχέση σε σχέση με το μέρος του έργου που εκτελέστηκε μέχρι την άσκησή της, (ΑΠ 697/2019, 1376/2012, 1495/2011, 1035/2010, ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, το άρθρο 399 ΑΚ ορίζει ότι αν στη σύμβαση συνομολογήθηκε  ότι ο οφειλέτης που δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του εκπίπτει από τα συμβατικά του δικαιώματα (ρήτρα έκπτωσης) θεωρείται ότι ο δανειστής επιφύλαξε για την περίπτωση αυτή δικαίωμα υπαναχώρησης (συμβατική υπαναχώρηση). Πρόκειται για κανόνα ερμηνευτικό της βούλησης των μερών, ο οποίος όμως είναι ενδοτικού χαρακτήρα  και μπορεί επομένως να συμφωνηθεί ότι σε περίπτωση αθέτησης της υποχρέωσης του οφειλέτη, η οποία, εν αμφιβολία, πρέπει κατά το άρθρο 397 ΑΚ να οφείλεται σε υπαιτιότητά του, η έκπτωση δεν θα αφορά όλα τα δικαιώματα από τη σύμβαση, αλλά ορισμένα μόνον από αυτά (ρήτρα μερικής έκπτωσης) και θα επέρχεται είτε αυτοδικαίως, είτε κατόπιν αντίστοιχης μερικής υπαναχώρησης του δανειστή από τη σύμβαση ή ότι δεν θα ενεργεί αναδρομικά, αλλά μόνο για το μέλλον (και θα πρόκειται για καταγγελία, όπως προεκτέθηκε). Σε κάθε περίπτωση, ο επικαλούμενος ότι η συμφωνημένη ρήτρα έκπτωσης του οφειλέτη από τα συμβατικά του δικαιώματα έχει έννοια διαφορετική από αυτήν του άρθρου 399 ΑΚ, δηλαδή δεν θεμελιώνει δικαίωμα υπαναχώρησης του δανειστή από την όλη σύμβαση, οφείλει να το επικαλεσθεί και να το αποδείξει (ΑΠ 288/2016, ΝΟΜΟΣ). Για το κύρος της υπαναχώρησης, (αντίθετα με την καταγγελία που δεν προϋποθέτει ύπαρξη σπουδαίου λόγου), απαιτούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 382-385 ή 686 ΑΚ, εκτός αν πρόκειται για συμφωνημένη (συμβατική) υπαναχώρηση, που μπορεί να διαμορφωθεί εξ αρχής ελεύθερα (ΑΠ 338/2016, ο.π.). Εφόσον ο δανειστής επέλεξε το δικαίωμα της συμβατικής υπαναχώρησης, δεν μπορεί ν΄ασκήσει κάποιο από τα  λοιπά δικαιώματά του, όπως περί αποζημίωσης (ΑΚ 690), κλπ. (ΕφΠατρ 255/2020, ΝΟΜΟΣ).

Συνεπώς, η συμβατική ρύθμιση υπαναχώρησης των οικοπεδούχων για το μέλλον σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα οδηγεί μεν στο αποτέλεσμα της αναίρεσης της υποχρέωσης των οικοπεδούχων για μεταβίβαση ποσοστών από το χρόνο της έκπτωσης, δηλαδή για το μέλλον,  όμως δεν θίγεται το δικαίωμα αναζήτησης της οφειλόμενης παροχής από την εργολήπτρια για το μέρος του έργου που εκτελέστηκε μέχρι την «αυτοδικαίως  και άνευ άλλου» επελθούσα κατά τα ανωτέρω έκπτωση της εργολήπτριας και αντίστοιχη άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης εκ μέρους των οικοπεδούχων.

*Επισημαίνεται ότι το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες νομικές υπηρεσίες. Η πληροφόρηση που εμπεριέχεται στο παρόν άρθρο δεν συνιστά νομική συμβουλή. Μία τέτοια νομική συμβουλή είναι δυνατόν να παρασχεθεί μόνο από αρμόδια/ιο δικηγόρο του συγκεκριμένου τμήματος του γραφείου μας που εξειδικεύεται στον ειδικό τομέα δικαίου, αφού προηγουμένως λάβει υπόψη του/της το σύνολο των δεδομένων που θα εκτεθούν και θα μελετηθούν για την υπόθεσή σας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News