Εισαγωγή
Ο τραπεζικός λογαριασμός είναι από τα πιο συνηθισμένα περιουσιακά στοιχεία που αφήνει πίσω του ένας άνθρωπος μετά τον θάνατό του. Συχνά αποτελεί το πρώτο πρακτικό ζήτημα που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι συγγενείς του. Ποιος δικαιούται τα χρήματα; Πώς γίνεται η ανάληψη; Τι ισχύει όταν ο λογαριασμός είναι κοινός; Και μπορούν οι κληρονόμοι να στραφούν δικαστικά αν αποκλειστούν;
Η απάντηση εξαρτάται από τη μορφή του λογαριασμού, τους όρους που έχουν συμφωνηθεί με την τράπεζα και τους κανόνες του κληρονομικού δικαίου.
Τι συμβαίνει όταν ο λογαριασμός είναι ατομικός;
Σύμφωνα με το άρθρο 1710 του Αστικού Κώδικα, με τον θάνατο ενός προσώπου η περιουσία του μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του. Αυτό σημαίνει ότι τα χρήματα που βρίσκονται σε ατομικό τραπεζικό λογαριασμό αποτελούν μέρος της κληρονομίας.
Αν υπάρχουν περισσότεροι κληρονόμοι, το ποσό μοιράζεται σύμφωνα με τα ποσοστά που προβλέπει ο νόμος ή η διαθήκη. Για παράδειγμα, αν ένας γονέας αφήσει τρία παιδιά και δεν υπάρχει διαθήκη, κάθε παιδί δικαιούται κατ’ αρχήν το 1/3 του ποσού που υπάρχει στον λογαριασμό.
Πώς μπορούν οι κληρονόμοι να εισπράξουν τα χρήματα;
Στην πράξη, η τράπεζα δεν αποδεσμεύει τα χρήματα αυτόματα. Χρειάζεται να αποδειχθεί ποιοι είναι οι νόμιμοι κληρονόμοι και σε ποια ποσοστά δικαιούνται το υπόλοιπο. Για τον λόγο αυτό ζητούνται συνήθως έγγραφα όπως κληρονομητήριο, ληξιαρχική πράξη θανάτου, πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών, πιστοποιητικό μη αποποίησης κληρονομίας, τυχόν διαθήκη και φορολογικά δικαιολογητικά όπου απαιτούνται.
Στην πράξη, πολλές τράπεζες ζητούν οπωσδήποτε κληρονομητήριο για μεγαλύτερη ασφάλεια, ώστε να μην υπάρξουν αμφισβητήσεις στο μέλλον.
Τι ισχύει στους κοινούς λογαριασμούς;
Κοινός λογαριασμός είναι εκείνος στον οποίο υπάρχουν δύο ή περισσότερα πρόσωπα ως συνδικαιούχοι. Συνήθως κάθε συνδικαιούχος μπορεί να κάνει χρήση του λογαριασμού μόνος του, χωρίς την παρουσία των άλλων.
Αυτό σημαίνει ότι έχει τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει ανάληψη, να καταθέσει χρήματα, να κινήσει τον λογαριασμό ή ακόμη και να αναλάβει όλο το ποσό, εφόσον αυτό προβλέπεται από τη σύμβαση που έχει υπογραφεί με την τράπεζα.
Αν ένας συνδικαιούχος αναλάβει όλα τα χρήματα, η τράπεζα συνήθως δεν ευθύνεται απέναντι στους υπόλοιπους, εφόσον ενήργησε σύμφωνα με τους όρους λειτουργίας του λογαριασμού. Η διαφορά μεταφέρεται πλέον μεταξύ των ίδιων των συνδικαιούχων.
Ποιος είναι ο πραγματικός ιδιοκτήτης των χρημάτων;
Η ιδιότητα του συνδικαιούχου σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό δεν ταυτίζεται αυτομάτως με την ουσιαστική κυριότητα των χρημάτων που βρίσκονται κατατεθειμένα σε αυτόν. Η σύμβαση κοινού λογαριασμού ρυθμίζει πρωτίστως τη σχέση των καταθετών με την τράπεζα και παρέχει σε κάθε συνδικαιούχο την εξουσία να προβαίνει αυτοτελώς σε αναλήψεις ή άλλες κινήσεις, ακόμη και χωρίς τη συναίνεση των λοιπών δικαιούχων. Αντίστοιχα, η τράπεζα απαλλάσσεται νόμιμα με την καταβολή του ποσού σε έναν από αυτούς.
Ωστόσο, το ζήτημα του ποιος είναι ο πραγματικός δικαιούχος των χρημάτων κρίνεται διαφορετικά και αφορά την εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων. Σε περίπτωση δικαστικής διαφοράς, δεν αρκεί το γεγονός ότι κάποιος αναγράφεται ως συνδικαιούχος του λογαριασμού. Το δικαστήριο εξετάζει ουσιώδη στοιχεία, όπως ποιος προέβη στις καταθέσεις, από ποια περιουσιακή πηγή προήλθαν τα χρήματα, αν υπήρξε κοινή οικονομική συμβολή, καθώς και αν είχε συμφωνηθεί διαφορετικός τρόπος κατανομής μεταξύ των μερών.
Κατά συνέπεια, εάν ένας συνδικαιούχος αναλάβει το σύνολο του υπολοίπου, οι λοιποί μπορούν να στραφούν εναντίον του και να αξιώσουν το μέρος που τους αναλογεί. Η αξίωση αυτή, όμως, δεν κρίνεται μηχανικά με βάση τον αριθμό των δικαιούχων, αλλά σύμφωνα με την πραγματική οικονομική σχέση που υπήρχε μεταξύ τους. Αν αποδειχθεί ότι τα χρήματα προέρχονταν αποκλειστικά από έναν συνδικαιούχο και οι υπόλοιποι είχαν προστεθεί για λόγους διευκόλυνσης ή πρακτικής εξυπηρέτησης, είναι δυνατόν να αναγνωριστεί ότι αυτοί δεν έχουν περιουσιακό δικαίωμα επί του υπολοίπου.
Για παράδειγμα, αν δύο αδέλφια έχουν κοινό λογαριασμό, αλλά όλα τα χρήματα τα κατέθετε μόνο το ένα, αυτό μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικό σε μια δικαστική διαφορά. Με απλά λόγια, άλλο είναι η σχέση με την τράπεζα και άλλο η πραγματική κυριότητα των χρημάτων.
Τι συμβαίνει όταν πεθαίνει ένας συνδικαιούχος;
Σύμφωνα με τον Ν. 5638/1932, σε πολλούς κοινούς λογαριασμούς προβλέπεται ότι, αν πεθάνει ένας συνδικαιούχος, το υπόλοιπο περνά αυτόματα στους επιζώντες συνδικαιούχους.
Αυτό σημαίνει ότι οι κληρονόμοι του θανόντος δεν αποκτούν αυτομάτως δικαίωμα στα χρήματα του λογαριασμού, ακόμη κι αν είναι τα παιδιά ή ο σύζυγός του.
Η ρύθμιση αυτή χρησιμοποιείται συχνά όταν κάποιος θέλει να εξασφαλίσει οικονομικά τον σύζυγο, τον σύντροφο ή άλλο κοντινό πρόσωπο μετά τον θάνατό του.
Έχουν δικαιώματα οι κληρονόμοι;
Ναι, σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν. Αν αποδειχθεί ότι τα χρήματα προέρχονταν αποκλειστικά από τον θανόντα και ο κοινός λογαριασμός χρησιμοποιήθηκε ως έμμεση δωρεά προς τον επιζώντα συνδικαιούχο, τότε μπορεί να γεννηθεί αξίωση για τη νόμιμη μοίρα.
Η νόμιμη μοίρα είναι το ελάχιστο ποσοστό της κληρονομίας που προστατεύει ο νόμος υπέρ στενών συγγενών, όπως τα παιδιά, ο σύζυγος και σε ορισμένες περιπτώσεις οι γονείς. Με απλά λόγια, κάποιος έχει ελευθερία να διαθέσει την περιουσία του, αλλά όχι πάντα σε βαθμό που να αποκλείονται πλήρως οι πιο στενοί του συγγενείς.
Τι εξετάζει το δικαστήριο;
Σε μια τέτοια διαφορά, το δικαστήριο θα εξετάσει την προέλευση των χρημάτων, τις τραπεζικές κινήσεις, την οικονομική δυνατότητα κάθε συνδικαιούχων, την πρόθεση του θανόντος και το αν θίγεται η νόμιμη μοίρα των κληρονόμων.
Αν αποδειχθεί ότι όλα τα χρήματα ανήκαν στον θανόντα, οι κληρονόμοι μπορεί να δικαιωθούν και να λάβουν το μέρος που τους αναλογεί.
Συμπέρασμα
Δεν υπάρχει μία απάντηση για όλες τις περιπτώσεις. Άλλο ισχύει στον ατομικό λογαριασμό και άλλο στον κοινό. Η σωστή νομική αξιολόγηση εξαρτάται από τις λεπτομέρειες κάθε υπόθεσης.
Ένα θέμα που φαίνεται απλό μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή δικαστική διαμάχη. Για αυτό, πριν γίνουν ενέργειες ή αναλήψεις, είναι σημαντικό να υπάρχει σωστή νομική καθοδήγηση.
*Η πληροφόρηση που εμπεριέχεται στο παρόν άρθρο δεν συνιστά νομική συμβουλή. Μια τέτοια νομική συμβουλή είναι δυνατό να παρασχεθεί μόνον από αρμόδια/ιο δικηγόρο του συγκεκριμένου τμήματος του γραφείου μας που εξειδικεύεται στον ειδικό τομέα δικαίου, αφού προηγουμένως λάβει υπόψη του/της το σύνολο των δεδομένων που θα εκτεθούν και θα μελετηθούν για την υπόθεσή σας.

