Απαλλαγή του εργοδότη από την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μισθωτού χωρεί ( πλην της περίπτωσης όπου έχει προηγηθεί η υποβολή μήνυσης ή η άσκηση ποινικής δίωξης κατά του εργαζομένου για αξιόποινη πράξη που διέπραξε κατά την εκτέλεση της εργασίας του -άρθρο 5 παρ. 1 Ν. 2112/1920, 7 παρ. 1 Ν. 3198/1955) και στην περίπτωση, που κατά το άρθρο 6 παρ. 2 εδ. γ’ Ν. 2112/1920 «υπάλληλος απολυόμενος ένεκα διακοπή της εργασίας λόγω πυρκαγιάς ή άλλου περιστατικού ανωτέρας βίας, καθ’ ων τυγχάνει ασφαλισμένος ο εργοδότης, δικαιούται εις τα 2/3 της, κατά το άρθρο 3 εδ. πρώτον, αποζημιώσεως». Δηλαδή, σε περίπτωση που διακοπεί η λειτουργία της επιχείρησης του εργοδότη, από λόγους ανώτερης βίας για τους οποίους ο εργοδότης δεν ασφάλισε την επιχείρησή του, ώστε να εισπράξει την ασφαλιστική αποζημίωση με την επέλευση του κινδύνου, δεν οφείλεται αποζημίωση απόλυσης.
Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής πρέπει να συντρέχουν δύο προϋποθέσεις: α) περιστατικά ανώτερης βίας και β) οριστική και ολική διακοπή λειτουργίας της επιχείρησης: Ανώτερη βία προκαλείται από τυχηρό και απρόβλεπτο γεγονός, το οποίο δεν είναι δυνατό να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (ΟλΑΠ 342/1981). Η ανώτερη βία πρέπει να οδηγεί σε οριστική και ολική παύση λειτουργίας της επιχείρησης. Κρίθηκε ότι συνιστούν γεγονότα ανώτερης βίας η δυνάμει δικαστικής απόφασης έξωση του εργοδότη από το μισθωμένο κατάστημα λόγω ιδιόχρησης ή κατεδάφισης και ανοικοδόμησης, όταν δεν είναι δυνατή η συνέχιση της επιχείρησης σε άλλο κατάστημα, χωρίς δυσανάλογα μεγάλη οικονομική επιβάρυνση. Όμως, η συνεκτίμηση οικονομικών στοιχείων για τον προσδιορισμό της έννοιας της ανώτερης βίας, δεν είναι ορθή και μόνο σε ακραίες περιπτώσεις, για λόγους επιείκειας, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οικονομικοί παράγοντες (βλ. Κουκιάδης Ι., Εργατικό Δίκαιο, σελ. 949). Τούτο διότι, ο εργαζόμενος ο οποίος αμείβεται με μισθό και δεν απολαμβάνει από τα κέρδη της επιχείρησης, δεν μπορεί να επωμισθεί το κόστος από τις ζημίες, ούτε μπορεί να γίνει δεκτό ότι περιστατικά που ανάγονται στον κύκλο της εμπορικής δραστηριότητας του εργοδότη και στην δική του σφαίρα κινδύνου, όταν είναι δυσμενή, είναι ικανά να επηρεάσουν την οικονομική κατάσταση και του εργαζόμενου (ΕφΘεσ 279/2020 ΤΝΠ Νόμος). Με βάση τα παραπάνω, ανώτερη βία δεν συντρέχει στην περίπτωση που τα επικαλούμενα από τον εργοδότη περιστατικά ανάγονται στον κύκλο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και στη σφαίρα κινδύνου αυτού, αφού αυτά θα μπορούσαν εκ των προτέρων να ληφθούν υπόψη ως ενδεχόμενα κατά την κοινή πείρα και συνεπώς να αντιμετωπιστούν. Ούτε συνιστά ανώτερη βία, χωρίς την συνδρομή άλλης περιστάσεως, η κακή πορεία της οικονομικής καταστάσεως της επιχειρήσεως και ειδικότερα η δυσαναλογία μεταξύ των εξόδων αυτής, μεταξύ των οποίων και οι αποδοχές των εργαζομένων και των από την επιχειρηματική δραστηριότητα εσόδων, αφού είναι γεγονός προβλέψιμο, δια καταβολής της συνήθους επιμελείας, κείμενον εντός του συνήθους επιχειρηματικού κινδύνου (ΑΠ 171/2013, ΑΠ 19/2004).
*Επισημαίνεται ότι το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες νομικές υπηρεσίες. Η πληροφόρηση που εμπεριέχεται στο παρόν άρθρο δεν συνιστά νομική συμβουλή. Μία τέτοια νομική συμβουλή είναι δυνατόν να παρασχεθεί μόνο από αρμόδια/ιο δικηγόρο του συγκεκριμένου τμήματος του γραφείου μας που εξειδικεύεται στον ειδικό τομέα δικαίου, αφού προηγουμένως λάβει υπόψη του/της το σύνολο των δεδομένων που θα εκτεθούν και θα μελετηθούν για την υπόθεσή σας.

