Δικηγορικό Γραφείο
Οι κίνδυνοι για τις επιχειρήσεις που δεν έχουν αναστείλει τη λειτουργία τους της  απώλειας των εξαγγελθέντων ευνοϊκών ρυθμίσεων συνέπεια των συγκαλυμμένων μορφών απόλυσης του προσωπικού τους

Με ανακοίνωσή τους, τα Υπουργεία Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, ανακοίνωσαν για τις επιχειρήσεις και τους εργαζόμενούς που πλήττονται τη δεύτερη δέσμη μέτρων ενίσχυσης της οικονομίας και προστασίας των θέσεων εργασίας, η οποία αναμένεται να τεθεί άμεσα σε εφαρμογή.

Μεταξύ των μέτρων αυτών περιλαμβάνονται:

  1. Αναστολές φόρων και εισφορών επιχειρήσεων, ελεύθερων επαγγελματιών και αυτοαπασχολούμενων, καθώς και των δόσεων για ρυθμίσεις προηγούμενων οφειλών προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία.
  2. Χρηματοδότηση των επιχειρήσεων με τη μορφή επιστρεπτέας προκαταβολής συνολικού ύψους 1 δισ. ευρώ.
  3. Χορήγηση νέων επιχειρηματικών δανείων ύψους 2 δισ. ευρώ από τις τράπεζες μέσω της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων
  4. Δημιουργία εγγυοδοτικού μηχανισμού για χορηγήσεις δανείων κεφαλαίου κίνησης σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις, έως 3 δισ. ευρώ, καθώς και για δάνεια επενδυτικού σκοπού που θα φτάσουν τα 500 εκατ. ευρώ.
  5. Αύξηση πόρων κατά 250 εκατ. ευρώ του Ταμείου Επιχειρηματικότητας της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας για την χορήγηση νέων δανείων σε επιχειρήσεις που πλήττονται από τον κορωνοϊό με επιδότηση 100% του επιτοκίου για δύο μήνες.
  6. Επιδότηση επιτοκίου ενήμερων επιχειρηματικών δανείων για 3 μήνες για τους κλάδους για τους κλάδους της οικονομίας που πλήττονται άμεσα από τον κορονοϊό.
  7. Αποζημίωση από τον Κρατικό Προϋπολογισμό ύψους 800 ευρώ στους εργαζόμενους για τους οποίους αναστέλλεται προσωρινά η σύμβαση εργασίας με πλήρη ασφαλιστική κάλυψη.
  8. Ενίσχυση 800 ευρώ στους αυτοαπασχολούμενους, ελεύθερους επαγγελματίες και ατομικές επιχειρήσεις που πλήττονται, για το διάστημα 15 Μαρτίου-30 Απριλίου.
  9. Ρητή απαγόρευση απόλυσης εργαζομένου σε επιχειρήσεις που έχει ανασταλεί η λειτουργία τους κατόπιν εντολής δημόσιας Αρχής. Σε περίπτωση απολύσεων, αυτές θα θεωρούνται άκυρες.
  10. Ρήτρα διατήρησης θέσεων εργασίας σε όλες τις επιχειρήσεις που δεν ανεστάλη η λειτουργία τους, ως προϋπόθεση για την αναστολή καταβολής ασφαλιστικών και φορολογικών υποχρεώσεων και τη χρήση έκτακτων χρηματοδοτικών εργαλείων στήριξης.
  11. Παράταση της καταβολής της τακτικής επιδότησης ανεργίας, καθώς και του επιδόματος μακροχρονίως ανέργων και του βοηθήματος ανεργίας σε ελεύθερους επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους, για δύο ακόμη μήνες.
  12. Μείωση κατά 40% για τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο του επαγγελματικού μισθώματος που καταβάλλουν επιχειρήσεις που διακόπτουν υποχρεωτικά τη δραστηριότητά τους. Το ίδιο ισχύει και για τους εργαζόμενους που αναστέλλεται η σύμβαση εργασίας τους, εφόσον πρόκειται για πρώτη κατοικία.
  13. Μείωση του Φ.Π.Α. στο 6%, από 24%, σε προϊόντα που είναι απαραίτητα για την προστασία από τον κορονοϊό.
  14. Αναστολή της αναθεώρησης των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων. Ο ΕΝΦΙΑ του 2020 θα βασιστεί στο σημερινό καθεστώς και οι νέες αντικειμενικές αξίες θα ισχύσουν από την επόμενη χρονιά.
  15. Άμεση αποπληρωμή όλων των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Δημοσίου προς τους πολίτες και τις επιχειρήσεις, ύψους έως 30.000 ευρώ.
  16. Αναστολή από τις τράπεζες έως τον Σεπτέμβριο, των πληρωμών χρεολυσίων για τις συνεπείς επιχειρήσεις.

Αναφορικά με τα ανωτέρω μέτρα, εν προκειμένω θα εξειδικευθούν, από τη σκοπιά του εργατικού δικαίου, τα ανωτέρω υπ’ αριθμ. (9) και (10).

Α. Ως προς τη ρητή απαγόρευση απόλυσης εργαζομένου σε επιχειρήσεις που έχει ανασταλεί η λειτουργία τους κατόπιν εντολής δημόσιας Αρχής. Σε περίπτωση απολύσεων, αυτές θα θεωρούνται άκυρες.

Πρόκειται για περίπτωση εκ του νόμου (ex lege) πρόβλεψης για ακυρότητα της απόλυσης, σε περίπτωση που μία επιχείρηση έχει κατά κρατική επιταγή υποχρεωθεί να αναστείλει τη λειτουργία της (ανάλογη εκ του νόμου πρόβλεψη για άκυρη απόλυση περιλαμβάνεται π.χ. στις διατάξεις του άρθρου 15 του ν. 1483/1984, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 36 του ν. 3996/2011, για την απαγόρευση της απόλυσης εγκύου ή του άρθρου 14 του ν 12641982 περί της απαγόρευσης απόλυσης των μελών της διοίκησης συνδικαλιστικής οργάνωσης).

Πλην, όμως, ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση, η απόλυση αν και παράνομη, προκειμένου να ακυρωθεί, οφείλει να προσβληθεί ως τέτοια εντός τριών (3) μηνών από την περιέλευσή της σε γνώση του μισθωτού (με την υπογραφή του επί του εντύπου της καταγγελίας ή με την επίδοση προς εκείνον εξώδικης δήλωσης-καταγγελίας εκ μέρους του εργοδότη) ενώπιον του οικείου Μονομελούς Πρωτοδικείου.

Δοθέντος ότι η ανωτέρω πρόβλεψη δεν έχει εισέτι ενσωματωθεί σε τυπική διάταξη κανόνα δικαίου, εύλογα γεννάται το ερώτημα πώς δύναται να εφαρμοσθεί και σε τυχόν απολύσεις σε επιχειρήσεις που έχουν ήδη αναστείλει τη λειτουργία τους έως την θέση της σε ισχύ.

Εν προκειμένω, αν και το άρθρο 2 του Αστικού Κώδικα εκφράζει τη γενικότερη αρχή του δικαίου περί μη αναδρομικότητας των νόμων, η αρχή αυτή όμως δεν κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα και έτσι δεν έχει αυξημένη τυπική ισχύ. Συνεπώς, ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται ( πλην των περιπτώσεων των άρθρων 7- επιβολή ποινής και 78 παρ 2-επιβολή φορολογικών βαρών) να προσδώσει καταρχήν στο νόμο αναδρομική ισχύ, από τη στιγμή που αφενός πρόκειται για περιορισμένης χρονικής ισχύος λίγων μόνο ημερών αναδρομική ισχύ και αφετέρου η αναδρομικότητα αυτή προσδίδεται για λόγους γενικότερου κοινωνικού και δημοσίου συμφέροντος, εν μέσω εκτάκτων συνθηκών, όπως η παρούσα συνθήκη.

Β. Ως προς τη ρήτρα διατήρησης θέσεων εργασίας σε όλες τις επιχειρήσεις που δεν ανεστάλη η λειτουργία τους, ως προϋπόθεση για την αναστολή καταβολής ασφαλιστικών και φορολογικών υποχρεώσεων και τη χρήση έκτακτων χρηματοδοτικών εργαλείων στήριξης.

Εν προκειμένω, δεν απαγορεύονται ρητώς οι απολύσεις σε εταιρείες που έχουν υποστεί μείωση του κύκλου των εργασιών τους, πλην όμως δεν έχει ανασταλεί με κρατική πρωτοβουλία η λειτουργία τους ( π.χ. επιτρέπονται οι απολύσεις σε αυτές, ιδίως η εφαρμογή « τροποποιητικών καταγγελιών»- θα αναφερθούμε λεπτομερώς σε επόμενη μελέτη ), πλην, όμως, εφόσον λάβουν χώρα απολύσεις, προβλέπεται η έκπτωση των επιχειρήσεων αυτών από τις ανωτέρω εξαγγελίες ευεργετικών μέτρων στήριξης.

Ιδιαίτερα σημαντικό και επιβεβλημένο είναι συνεπώς τόσο οι εργοδότες όσο οι μισθωτοί να γνωρίζουν ότι, πλην της κλασικής και συνήθους περίπτωσης της « ευθείας» καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη, προβλέπονται στην εργατική νομοθεσία και άλλες περιπτώσεις παραβίασης των συμβατικών υποχρεώσεων του εργοδότη ή εκ μέρους του κατάχρησης του διευθυντικού δικαιώματος, οι οποίες, κατόπιν προσφυγής του εργαζόμενου στη Δικαιοσύνη, εξισώνονται με καταγγελία της σύμβασης εργασίας με πρωτοβουλία του εργοδότη, οι συνηθέστερες των οποίων, οι οποίες αναμένεται να ανακύψουν στην παρούσα κρίσιμη καμπή, είναι οι εξής:

Α. Άρθρο 58 Ν 4635/2019 - Καθυστέρηση δεδουλευμένων αποδοχών

Το τρίτο εδάφιο του άρθρου 7 του ν. 2112/1920 (Α` 67), όπως ισχύει, τροποποιείται και το άρθρο 7 του ν. 2112/1990 διαμορφώνεται ως εξής: «Μονομερής βλαπτική μεταβολή όρων της σύμβασης: Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι` ήν ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου. Ως μια τοιαύτη θεωρείται εν πάση περιπτώσει η μετάθεσις του υπαλλήλου εις γραφείον λειτουργούν εν τη αλλοδαπή, εφόσον δεν αποδέχεται την μετάθεσιν ο μετατιθέμενος υπάλληλος. Επίσης, θεωρείται μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας η πέραν των δύο (2) μηνών καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του εργαζομένου από τον εργοδότη, ανεξαρτήτως της αιτίας της καθυστέρησης.».

Συνεπώς, εφόσον καθυστερεί ο εργοδότης ανεξαρτήτως αιτίας την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών δύο μηνών, ΤΕΚΜΑΙΡΕΤΑΙ ΕΚ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ότι έχει καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας. Και στην περίπτωση αυτή απαιτείται η δικαστική προσφυγή του εργαζόμενου στο οικείο Μονομελές Πρωτοδικείο.

Β. Μονομερής επιβολή άδειας άνευ αποδοχών

Η χορήγηση αδείας άνευ αποδοχών γίνεται έπειτα από συμφωνία των μερών εργοδότη - εργαζόμενου. Η άδεια αυτή αποτελεί συμβατική αναστολή της εργασιακής σύμβασης, κατά τη διάρκεια της οποίας ούτε ο μισθωτός παρέχει υπηρεσίες ούτε ο εργοδότης καταβάλλει αποδοχές και ασφαλιστικές εισφορές. Μετά τη λήξη της αδείας, ο εργαζόμενος υποχρεώνεται να προσφέρει και πάλι τις υπηρεσίες του, ο δε εργοδότης να τις αποδεχτεί. Σε περίπτωση σύμβασης ορισμένου χρόνου, η χορήγηση της άδειας αυτής μπορεί να θεωρηθεί ότι επιφέρει αναστολή λήξης της σύμβασης για ίσο χρόνο, με το χρονικό διάστημα της άδειας.

Η άδεια αυτή δεν είναι δυνατόν να χορηγηθεί υποχρεωτικά από τον εργοδότη (ΑΠ 751/1987). Η μονομερής χορήγηση άδειας άνευ αποδοχών ισοδυναμεί με άρνηση αποδοχής των υπηρεσιών του μισθωτού (άτυπη καταγγελία σύμβασης εργασίας) με αποτέλεσμα την υπερημερία του εργοδότη. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να επιβληθεί μονομερώς ούτε από τον εργοδότη ούτε από το μισθωτό, αλλά απαιτείται προηγηθείσα συμφωνία αμφοτέρων. Και στην περίπτωση αυτή απαιτείται η δικαστική προσφυγή του εργαζόμενου στο οικείο Μονομελές Πρωτοδικείο.

Γ. Καταχρηστική εφαρμογή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας/διαθεσιμότητας/μερικής απασχόλησης

Εν προκειμένω ελέγχεται ο τρόπος άσκησης του δικαιώματος του εργοδότη για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος διευθέτησης/ελαστικοποίησης των χρονικών ορίων της εργασίας των μισθωτών. Ενδεικτικά, έχουν νομολογηθεί οι κάτωθι περιπτώσεις καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος αυτού, οι οποίες συνιστούν παράνομη βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας και είναι δυνατόν ο μισθωτός να τις θεωρήσει ως καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους του εργοδότη:

Εκ περιτροπής εργασία:

- δεν είναι κατά νόμο επιτρεπτή η εκ μέρους του εργοδότη μονομερής επιβολή συστήματος εργασίας κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο για τις ίδιες συγκεκριμένες ημέρες την εβδομάδα σε μισθωτούς της επιχείρησής του, αφού στην περίπτωση αυτή ελλείπει το στοιχείο της εναλλάξ παροχής εργασίας (ΑΠ 470/2018, ΝΟΜΟΣ)

- είναι ανεπίτρεπτη η επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας επιλεκτικά σε συγκεκριμένους μόνο μισθωτούς, όταν οι υπόλοιποι εξακολουθούν να εργάζονται με πλήρες ωράριο καθώς και όταν το αντικείμενο εργασίας καλύπτεται από ένα μισθωτό, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να αντικατασταθεί από άλλον κατά το χρόνο της υποχρεωτικής απουσίας του. Μία τέτοια συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδότη αποτελεί παράνομη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του εργαζομένου και προσκρούει στην διάταξη του ΑΚ 281 περί καταχρηστικής άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος ( ΑΠ 1252/2014, ΝΟΜΟΣ) και

- αποτελεί παράνομη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του εργαζομένου και προσκρούει στην διάταξη του ΑΚ 281 περί καταχρηστικής άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος η θέση σε εκ περιτροπής εργασία κατά μία μόνο ημέρα εβδομαδιαίως (ΜΠΑ 12526/2012, ΔΕΝ 2013, 565)

Διαθεσιμότητα

Δεν επιτρέπεται να οριστεί ότι η διαθεσιμότητα θα διαρκεί ορισμένες μόνο ημέρες της εβδομάδας, μέχρι να συμπληρωθεί ο αριθμός των τριών μηνών γιατί δεν είναι νοητή η κάμψη και επάνοδος της οικονομικής δραστηριότητας της επιχείρησης και γιατί έτσι δυσχεραίνεται απαράδεκτα η θέση των μισθωτών ( ΑΠ 647/82, ΜονΠρΚαλαμ 2/1985).

Μερική απασχόληση:

Έχει κριθεί ότι η μείωση των ημερών (ΑΠ 1284/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσσ 2897/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) ή ωρών (ΑΠ 624/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1285/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 201/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1684/1990 ΕΕργΔ 1991. 937, ΕφΠειρ 138/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) εργασίας που συνεπάγονταν αντίστοιχη μείωση των αποδοχών του εργαζομένου, χωρίς ο εργοδότης να έχει τέτοια ευχέρεια από όρο της ατομικής συμβάσεως, συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της προαναφερθείσης συμβάσεως.

Συνεπώς, η κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος εφαρμογή ενός ελαστικού συστήματος εργασίας, έστω και προσωρινώς, δύναται να θεωρηθεί από το μισθωτό ως μονομερής βλαπτική μεταβολή-καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, με αποτέλεσμα και στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης να κινδυνεύει, για την αιτία αυτή, με την απώλεια των ευεργετικών ρυθμίσεων, εφόσον ο μισθωτός δικαιωθεί δικαστικώς.

Δ. Κάθε άλλη περίπτωση μονομερούς βλαπτικής μεταβολής κατά τη διάταξη του άρθρου 7 του Ν 2112/1920

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652 παρ 1, 653, 656, 349, 351 του ΑΚ, 7 ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει όταν ο εργοδότης, χωρίς δικαίωμα από τον νόμο ή τη σύμβαση ή κατά κατάχρηση δικαιώματος, μεταβάλλει μονομερώς τους όρους της σύμβασης, με συνέπεια να επέρχεται άμεσα ή έμμεσα υλική ή ηθική ζημία στον μισθωτό (ΑΠ 195/2015, ΕφΠειρ 467/2016,ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ8 80/2014, ΝΟΜΟΣ, ενδεικτικά, υποβιβασμός, περικοπή αποδοχών, μετάθεση, ανάρμοστη συμπεριφορά εργοδότη κλπ).

Σε μια τέτοια περίπτωση παρέχεται στον μισθωτό, που δεν αποδέχεται τη βλαπτική μεταβολή, η ευχέρεια είτε να θεωρήσει τη μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης και να αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης είτε, εμμένοντας στη σύμβαση, να απαιτήσει από τον εργοδότη την αποδοχή της προσφερόμενης εργασίας του με τους όρους που ίσχυαν πριν από τη μεταβολή, καθιστώντας αυτόν, αν δεν συμμορφωθεί, υπερήμερο (ΑΠ 481/2018, ΑΠ 1629/2017, ΑΠ 1000/2017, ΝΟΜΟΣ).

Η μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας, όμως, παύει να είναι μονομερής, εφόσον ο μισθωτός αποδεχτεί αυτήν ρητά ή σιωπηρά, με πράξεις δηλαδή που συμπερασματικά δείχνουν τη βούλησή του για αποδοχή, όπως στην περίπτωση κατά την οποία αυτός επί μακρό χρονικό διάστημα αδιαμαρτύρητα και ανεπιφύλακτα συμμορφώνεται προς τους νέους όρους εργασίας, οπότε καταρτίζεται, εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής και έτσι ο μισθωτός δεν μπορεί ούτε να θεωρήσει τη μεταβολή των όρων της εργασιακής σύμβασης ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης αυτής εκ μέρους του εργοδότη, αλλά ούτε και να αξιώσει την τήρηση της εργασιακής σύμβασης, όπως αυτή είχε προηγουμένως (ΑΠ 164/2018, ΑΠ 282/2018, ΝΟΜΟΣ).

Συνεπώς, η μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας δύναται να θεωρηθεί από το μισθωτό ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, με αποτέλεσμα και στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης να κινδυνεύει, για την αιτία αυτή, με την απώλεια των ευεργετικών ρυθμίσεων, εφόσον ο μισθωτός δικαιωθεί δικαστικώς.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Κατόπιν των ανωτέρω αναλυτικώς ανφερόμενων, συστήνεται η ιδιαίτερη προσοχή προς τους εργοδότες κατά την εφαρμογή του διευθυντικού τους δικαιώματος, καθότι είναι ιδιαίτερα λογικό και αναμενόμενο να διακατέχονται από αγωνία ως προς τη διάσωση της επιχείρησής τους, με αποτέλεσμα να απαιτείται ιδιαίτερη ψυχραιμία και σωστή καθοδήγηση ως προς τη λήψη των κατάλληλων μέτρων, που θα τους επιτρέψουν να απολαύσουν τα ευεργετικά μέτρα που μόλις εξαγγέλθηκαν. Παράλληλα, εξίσου κρίσιμο είναι να πληροφορηθούν οι εργαζόμενοι το εύρος των δικαιωμάτων τους, προκειμένου να μην τύχουν θύματα εργοδοτικών αυθαιρεσιών. Συνεπώς, προέχει και επιβάλλεται η εξεύρεση σε κάθε επιχείρηση της « χρυσής τομής», καθότι μετά βεβαιότητας πρόκειται για μία παροδική έκτακτη κατάσταση, η οποία θα παρέλθει και πρέπει άμεσα να επανεκκινηθεί η οικονομική δραστηριότητα των επιχειρήσεων σε πνεύμα εργασιακής ειρήνης, με όσο το δυνατόν λιγότερες εκατέρωθεν απώλειες.

Παραμένουμε στη διάθεσή σας για την εξεύρεση της πλέον ενδεδειγμένης για εσάς λύσης.

Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου ΦΕΚ Α 68 - 20/03/2020


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News