Δικηγορικό Γραφείο
Η διευθέτηση της εργασίας των μισθωτών και η λήψη μέτρων προστασίας - υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας εν μέσω της πανδημίας του κορωνοϊού

Β’ ΜΕΡΟΣ

Δ. ΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΑΝΑΣΤΕΙΛΕΙ ΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥΣ

Ειδικές, ρυθμίσεις περιλαμβάνονται στην Π.Ν.Π. ΦΕΚ Α64/14-03-2020, προβλέποντας έκτακτη διαδικασία για επιχειρήσεις που έχουν εξαντλήσει τα ανώτατα επιτρεπόμενα όρια υπερωριακής απασχόλησης των εργαζομένων, ειδικότερα:

Εφόσον εξακολουθεί να υφίσταται άμεσος κίνδυνος εμφάνισης και διασποράς του κορονοϊού COVID-19, η έλλειψη του οποίου βεβαιώνεται με απόφαση του Υπουργού Υγείας, και πάντως για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες από την έναρξη ισχύος της παρούσας, επιχειρήσεις που έχουν εξαντλήσει τα νομίμως προβλεπόμενα ανώτατα όρια υπερωριακής απασχόλησης των εργαζομένων τους, δύνανται να τους απασχολήσουν υπερωριακά χωρίς τη σχετική απόφαση έγκρισης του Υπουργού Εργασίας, η έκδοση της οποίας απαιτεί γνωμοδότηση του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας (Α.Σ.Ε.) Η εν λόγω υπερωριακή απασχόληση δεν μπορεί να υπερβαίνει τα ανώτατα ημερήσια όρια που προβλέπονται από τις σχετικές διατάξεις. Με την παράγραφο 1α του άρθρου 4 της Π.Ν.Π. της 11.3.2020 (ΦΕΚ Α' 55) αναστέλλεται για το χρονικό διάστημα από 11-03-2020 έως και 10-04-2020 η υποχρέωση του εργοδότη να υποβάλλει στο Π.Σ. «ΕΡΓΑΝΗ» τα έντυπα Ε4 (Συμπληρωματικός ωραρίου), Ε8 (Αναγγελία Υπερεργασίας ή Νόμιμης Υπερωριακής Απασχόλησης), καθώς και Ε12 (e-Οικοδομώ).

Για το ως άνω χρονικό διάστημα ο εργοδότης δεν έχει υποχρέωση να καταχωρεί στο Π.Σ. «ΕΡΓΑΝΗ» κάθε αλλαγή ή τροποποίηση του ωραρίου ή της οργάνωσης του χρόνου εργασίας των εργαζομένων πριν την πραγματοποίησή τους, όπως:

  1. τροποποίηση της ώρας έναρξης ή λήξης του ωραρίου,
  2. αλλαγή της ημέρας ανάπαυσης εντός της εβδομάδας,
  3. αλλαγή ημερήσιας βάρδιας λόγω απρόβλεπτων συνθηκών,
  4. εξατομικευμένη μεταβολή του χρόνου προσέλευσης στην εργασία, κ.λ.π.
  5. υπερεργασία και νόμιμη υπερωριακή απασχόληση.

Η καταχώρηση κάθε αλλαγής ή τροποποίησης του ωραρίου στο Π.Σ. «ΕΡΓΑΝΗ», θα υποβληθεί με δήλωση ωραρίου, συγκεντρωτικά και απογραφικά, στο πρώτο δεκαήμερο του επόμενου μήνα της παρασχεθείσας εργασίας με ειδικό έντυπο, που περιλαμβάνεται στο Παράρτημα της αριθ. 40331/Δ1.13521/13-9-2019 ΥΑ, όπως αυτή τροποποιήθηκε και ισχύει. Σε περίπτωση παράτασης των προληπτικών μέτρων της Π.Ν.Π. της 11.3.2020 (ΦΕΚ Α' 55), παρατείνονται αναλόγως οι προβλέψεις της παραγράφου 1.1. και η καταχώρηση κάθε αλλαγής ή τροποποίησης του ωραρίου ή της υπερεργασίας και της νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης στο Π.Σ. «ΕΡΓΑΝΗ», θα υποβάλλεται συγκεντρωτικά και απογραφικά στο πρώτο δεκαήμερο του επόμενου μήνα, από τον μήνα πραγματοποίησής τους .Διευκρινίζεται ότι κατά την εφαρμογή των προβλεπόμενων στις παραγράφους 1.1. και 1.2. συνεχίζουν να ισχύουν οι διατάξεις του Π.Δ. 88/1999, όπως ισχύει, για την οργάνωση του χρόνου εργασίας των εργαζομένων, μεταξύ των οποίων οι κάτωθι ρυθμίσεις που αφορούν:

  1. στην ελάχιστη περίοδο ημερήσιας ανάπαυσης 11 ωρών,
  2. στην κατ' ελάχιστον χορήγηση εβδομαδιαίας ανάπαυσης διάρκειας 24 ωρών,
  3. στη διάρκεια εβδομαδιαίας απασχόλησης, κατά μέσο όρο, που ανά τετράμηνο δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 48 ώρες περιλαμβανομένων και των υπερωριών κ.λ.π. (Εγκύκλιος ΥΠΕΚΥ 12.339.404/12-03-2020).
    Προβλέφθηκε, τέλος, η δυνατότητα έκτακτης και προσωρινής παρέκκλισης από την απαγόρευση λειτουργίας κατά τις Κυριακές και αργίες για συγκεκριμένες επιχειρήσεις: Εφόσον εξακολουθεί να υφίσταται άμεσος κίνδυνος εμφάνισης και διασποράς του κορονοϊού COVID-19, επιτρέπεται η κατά παρέκκλιση των διατάξεων του Β.Δ. 748/1966 λειτουργία των επιχειρήσεων που έχουν ως αντικείμενο την παραγωγή, τη μεταφορά και τον εφοδιασμό τροφίμων, καυσίμων, φαρμάκων και παραϊατρικού υλικού προς επιχειρήσεις πώλησης σχετικών ειδών.

Περαιτέρω, με την υπ’ αριθμ. πρωτ. 12339/404/12.3.2020 Εγκύκλιο του ΥΠΕΚΥ προβλέφθηκαν τα εξής έκτακτα και προσωρινά μέτρα στην αγορά εργασίας για την αντιμετώπιση και τον περιορισμό της διάδοσης του κορωνοϊού COVID-19:

Για τους εργοδότες των επιχειρήσεων του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, ιδίως στο πλαίσιο της διάταξης της παραγράφου 1 του άρθρου 42 του Κώδικα Νόμων για την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων (ΚΝΥΑΕ) που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3850/2010 (84 Α'), όπως ισχύει, εφαρμόζονται τα ακόλουθα αναφορικά με την παραμονή εργαζομένων κατ’ οίκον μετά από οδηγίες του ΕΟΔΥ:

1. Ο εργοδότης που απασχολεί εργαζόμενους, οι οποίοι εμπίπτουν στην περιπτωσιολογία συμπτωμάτων οι ίδιοι ή τα οικεία τους πρόσωπα και σύμφωνα με τις οδηγίες του ΕΟΔΥ πρέπει να παραμείνουν κατ' οίκον, υποχρεούται να αποδεχθεί την αποχή τους από τα εργασιακά τους καθήκοντα άμεσα από τη στιγμή που θα έρθει σε γνώση του το γεγονός, στο πλαίσιο τόσο των επιβαλλόμενων μέτρων προστασίας αφενός του ίδιου του εργαζομένου και αφετέρου των λοιπών εργαζομένων, του εργοδότη και ασφαλώς των τρίτων στο χώρο εργασίας, για την αντιμετώπιση μετάδοσης του κορονοίου, όσο και της υποχρέωσής του για την προστασία του εργαζομένου και των τρίτων για ζητήματα υγείας, σύμφωνα με την ήδη ισχύουσα νομοθεσία.

2. Για την εφαρμογή των παρόντων ερμηνευτικών κανόνων και για τη μεγαλύτερη προστασία απέναντι στην πανδημία του κορονοϊού, συστήνεται η απομάκρυνση των εγκύων εργαζομένων γυναικών, λόγω του ενδεχόμενου κινδύνου για τις ίδιες και για το κυοφορούμενο έμβρυο. Σε κάθε περίπτωση ισχύουν τα μέτρα που προβλέπονται στις παρ. 2 και 3 του άρθρου 4 της ΠΝΠ 11/3/2020, ως ανωτέρω αυτά αναλύθηκαν, και μπορούν να εφαρμοστούν ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες.

Κατά το διάστημα παραμονής του εργαζόμενου στην οικία του, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει το σύνολο των αποδοχών του εργαζομένου, εκτός κι αν η επιχείρηση έχει αναστείλει την δραστηριότητα της στο σύνολο ή μέρος αυτής λόγω εντολής δημόσιας αρχής για την αντιμετώπιση της μετάδοσης του κορωνοϊού.

3. Για τους εργαζόμενους που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες, όπως αυτές εξειδικεύονται κάθε φορά από τις οδηγίες του ΕΟΔΥ, των οποίων η κατάσταση υγείας ενδέχεται να τεθεί σε κίνδυνο λόγω της πανδημίας του κορονοϊού, εφαρμόζονται αναλογικά τα προβλεπόμενα για τους εργαζόμενους σε κατ' οίκον παραμονή για προληπτικούς λόγους όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω.

Προηγουμένως, το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων είχε εκδώσει το υπ’ αριθμ. αρ. Πρωτ. 9424309.03.2020 έγγραφό του, για τη λήψη μέτρων υγιεινής και προστασίας στους χώρους εργασίας.

Ε. ΟΙ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΕΥΕΛΙΚΤΗΣ ΜΟΡΦΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΓΙΑ ΟΣΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΔΙΑΡΚΕΣΕΙ Η ΕΚΤΑΚΤΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Ε.1 Τηλεεργασία

Με την υπ’ αριθμ. πρωτ. 12339/404/12.3.2020 Εγκύκλιο του ΥΠΕΚΥ «Έκτακτα και προσωρινά μέτρα στην αγορά εργασίας για την αντιμετώπιση και τον περιορισμό της διάδοσης του κορωνοϊού COVID-19» εξειδικεύθηκε η σχετική πρόβλεψη του άρθρου 4 παρ 2 της ΠΝΠ της 11-03-2020 ( ΦΕΚ Α’55), ειδικότερα, ορίστηκαν τα εξής:

Με την παράγραφο 2 του άρθρου 4 της Π.Ν.Π. της 11.3.2020 (ΦΕΚ Α' 55), ο εργοδότης δύναται με απόφασή του να καθορίζει ότι η εργασία που παρέχεται από τον εργαζόμενο, στον προβλεπόμενο από την ατομική σύμβαση τόπο εργασίας, θα πραγματοποιείται, με το σύστημα της εξ αποστάσεως εργασίας, εφόσον αυτό είναι εφικτό, ώστε ο εργαζόμενος να μπορεί να συνεχίζει να παρέχει την εργασία του χωρίς να απαιτείται η φυσική του παρουσία στον τόπο εργασίας.

Εν προκειμένω, η συνηθέστερη μορφή της εξ αποστάσεως εργασίας είναι η τηλεργασία και στην εν λόγω περίπτωση η επιλογή αυτής της μορφής απασχόλησης αποτελεί διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη, το οποίο του δίνει την εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεώς του για την επίτευξη των σκοπών της ( κατ’ άρθρο 1 Ν 2639/1998 που ορίζει ότι «Η συμφωνία μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας (φασόν), τηλεργασίας, κατ` οίκον απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον η εργασία παρέχεται αυτοπροσώπως, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στον ίδιο εργοδότη για εννέα (9) συνεχείς μήνες» και άρθρο 5 του ν. 3846/2010 που ορίζει ότι «1. Ο εργοδότης όταν καταρτίζει σύμβαση εργασίας για Τηλεργασία, υποχρεούται να παραδίδει γραπτώς στον εργαζόμενο, μέσα σε οκτώ (8) ημέρες, το σύνολο των πληροφοριών που αναφέρονται στην εκτέλεση της εργασίας και ειδικότερα ως προς την ιεραρχική σύνδεση με τους προϊσταμένους του στην επιχείρηση, τα λεπτομερή καθήκοντα του, τον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής, τον τρόπο μέτρησης του χρόνου εργασίας, την αποκατάσταση του κόστους που προκαλείται από την παροχή της (τηλεπικοινωνίες, εξοπλισμός, βλάβες συσκευών κλπ.). Αν στη σύμβαση περιέχεται συμφωνία για τηλε-ετοιμότητα ορίζονται τα χρονικά της όρια και οι προθεσμίες ανταπόκρισης του μισθωτού. 2. Αν κανονική εργασία μετατρέπεται σε Τηλεργασία, καθορίζεται στη συμφωνία αυτή μια περίοδος προσαρμογής τριών (3) μηνών, κατά την οποία οποιοδήποτε από τα μέρη, μετά από τήρηση προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών, μπορεί να θέσει τέλος στην τηλεργασία και ο μισθωτός να επιστρέψει στην εργασία του σε αντίστοιχη θέση με αυτήν που κατείχε. 3. Ο εργοδότης αναλαμβάνει σε κάθε περίπτωση το κόστος που προκαλείται στον μισθωτό από τη μορφή αυτή εργασίας και ειδικότερα των τηλεπικοινωνιών. Παρέχει στον μισθωτό τεχνική υποστήριξη για την παροχή της εργασίας του και αναλαμβάνει να αποκαταστήσει τις δαπάνες επισκευής των συσκευών που χρησιμοποιούνται για την εκτέλεση της ή να τις αντικαταστήσει σε περίπτωση βλάβης. Η υποχρέωση αυτή αφορά και στις συσκευές που ανήκουν στον μισθωτό, εκτός εάν στη σύμβαση ή στη σχέση εργασίας ορίζεται διαφορετικά. Στη σύμβαση ή στη σχέση εργασίας ορίζεται ο τρόπος χρηματικής αποκατάστασης εκ μέρους του εργοδότη της χρησιμοποίησης του οικιακού χώρου εργασίας του μισθωτού. Με συλλογικές συμβάσεις προσδιορίζονται επίσης ειδικότερα πλαίσια για τη ρύθμιση του ίδιου ζητήματος. 4. Ο εργοδότης, το αργότερο μέσα σε δύο (2) μήνες από την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας, πληροφορεί γραπτώς τον τηλεργαζόμενο για το πρόσωπο και για τα στοιχεία επικοινωνίας των εκπροσώπων του προσωπικού στην επιχείρηση».

Ε.2. Διαθεσιμότητα

Προκειμένου για τη θέση των μισθωτών σε διαθεσιμότητα, το όρθρο 10 του Ν. 3198/1955 όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 4 του Ν. 3846/2010 (ΔΕΝ 2010 σ. 606) ορίζει τα εξής: Οι επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις, αν έχει περιοριστεί η οικονομική τους δραστηριότητα, μπορούν, αντί της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, να θέτουν εγγράφως σε διαθεσιμότητα τους μισθωτούς τους, η οποία δεν μπορεί να υπερβεί συνολικά τους τρεις (3) μήνες ετησίως, μόνο εφόσον προηγουμένως προβούν σε διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ 240/06 (ΦΕΚ 252 Α) και του Ν. 1767/1988 (ΦΕΚ 63 Α). Αν στην επιχείρηση δεν υπάρχουν εκπρόσωποι εργαζομένων, η ενημέρωση και η διαβούλευση γίνεται με το σύνολο των εργαζομένων. Η ενημέρωση μπορεί να γίνει με εφάπαξ ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης. Η διαβούλευση πραγματοποιείται σε τόπο και χρόνο που ορίζει ο εργοδότης. Κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας ο μισθωτός λαμβάνει το ήμισυ του μέσου όρου των τακτικών αποδοχών των δύο τελευταίων μηνών, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Μετά την εξάντληση του τριμήνου, προκειμένου να τεθεί εκ νέου ο ίδιος εργαζόμενος σε διαθεσιμότητα, απαιτείται και η παρέλευση τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Ο εργοδότης υποχρεούται να γνωστοποιεί στις οικείες Υπηρεσίες του ΣΕΠΕ, του ΙΚΑ και του ΟΑΕΔ με οποιονδήποτε τρόπο τη σχετική δήλωση περί διαθεσιμότητας, μέρους ή του συνόλου του προσωπικού του (...).

Θεωρητικά και πρακτικά, λοιπόν, η διαθεσιμότητα δεν έχει την έννοια της ποινής. Είναι ένα προσωρινό μέτρο, για να αποφευχθούν απολύσεις εργαζομένων.

Αν στην επιχείρηση δεν υπάρχουν εκπρόσωποι εργαζομένων, η ενημέρωση και διαβούλευση γίνεται με το σύνολο των εργαζομένων. Κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας ο εργοδότης δεν μπορεί να απαιτήσει από τον εργαζόμενο να παρέχει τις υπηρεσίες του. Κάτι τέτοιο αυτόματα διακόπτει τη διαθεσιμότητα και ο εργαζόμενος απαιτεί πλήρεις αποδοχές. Ο εργοδότης έχει, βέβαια, το δικαίωμα να ανακαλέσει την απόφαση της διαθεσιμότητας για ορισμένους εργαζόμενους ή για όλους. Στην περίπτωση αυτή οι εργαζόμενοι είναι υποχρεωμένοι να επανέλθουν στην εργασία τους. Το ζήτημα της καταχρηστικότητας της άσκησης του δικαιώματος του εργοδότη να θέσει το προσωπικό σε διαθεσιμότητα ελέγχεται από τα δικαστήρια. Σε διαθεσιμότητα μπορούν να τεθούν όλοι οι εργαζόμενοι στην επιχείρηση ή μερικοί μόνον από αυτούς, αναλόγως των συνθηκών. Μπορούν να τεθούν σε διαθεσιμότητα και οι διεπόμενοι από ειδικό καθεστώς προστασίας, όπως μητέρες, συνδικαλιστές κ.λπ.Παράλληλα –επειδή κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας δεν λύεται η σύμβαση εργασίας αλλά αναστέλλεται- το διάστημα αυτό λογίζεται ως χρόνος πραγματικής εργασίας για τον υπολογισμό της ετήσιας άδειας. Για τον υπολογισμό, όμως, των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, υπολογίζεται ως βάση το ήμισυ των αποδοχών του, δηλαδή οι αποδοχές, που πραγματικά λαμβάνει.Ο εργαζόμενος δικαιούται, όμως, από τον ΟΑΕΔ επιδότηση όλο το διάστημα της διαθεσιμότητας. Το επίδομα είναι ίσο με το 10% του μέσου όρου των τακτικών αποδοχών του τελευταίου διμήνου.Σε περίπτωση ασθένειας του εργαζόμενου κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας, αυτός δικαιούται επιδότηση ασθενείας από τον ασφαλιστικό οργανισμό, εφόσον βέβαια πληροί τις προϋποθέσεις. Δικαιούται, όμως και τις αποδοχές των ημερών ασθενείας π.χ. τριήμερο και από τον εργοδότη.Δεν επιτρέπεται, όμως, η καταγγελία σύμβασης εργασίας όσο διαρκεί η διαθεσιμότητα. Πρακτικά, ο εργαζόμενος υποχρεώνεται να περιέλθει σε διαθεσιμότητα, με σκοπό την προστασία της θέσης εργασίας. Αν, λοιπόν, ο εργοδότης θέλει να προχωρήσει σε απόλυσή του, πρώτα πρέπει να ανακαλέσει πρωτίστως την διαθεσιμότητα και μετά να προχωρήσει στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Πάντως δεν επιτρέπεται να οριστεί ότι η διαθεσιμότητα θα διαρκεί ορισμένες μόνο ημέρες της εβδομάδας, μέχρι να συμπληρωθεί ο αριθμός των τριών μηνών γιατί δεν είναι νοητή η κάμψη και επάνοδος της οικονομικής δραστηριότητας της επιχείρησης και γιατί έτσι δυσχεραίνεται απαράδεκτα η θέση των μισθωτών ( ΑΠ 647/82, ΜονΠρΚαλαμ 2/1985). Κατά τη διάρκειά της ,οι μισθωτοί μπορούν να εργάζονται και αλλού. Σε διαθεσιμότητα μπορούν να τεθούν και μισθωτοί με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Το χρονικό διάστημα της διαθεσιμότητας θεωρείται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας για όλα τα δικαιώματα του μισθωτού απέναντι στον εργοδότη. Επίσης, προσμετράται για τον καθορισμό των ημερών της κανονικής άδειας, χωρίς όμως να συμψηφίζεται με τον χρόνο της δικαιούμενης άδειας. Τέλος, οι αποδοχές του χρόνου της διαθεσιμότητας υπόκεινται σε εισφορές, οι οποίες υπολογίζονται βάσει των μειωμένων αποδοχών που καταβάλλονται από τον εργοδότη.

Ε.3.Εκ περιτροπής Εργασία
Με τη διάταξη του άρθρου 38 του Ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α 101), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 2 του Ν. 2639/1998 (ΦΕΚ Α 205) και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 2874/ 2000 (ΦΕΚ Α 286) και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 2 του Ν. 3846/2010 (ΦΕΚ Α 66), όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 παρ. 3 Ν. 3899/2010 (ΦΕΚ Α` 212), ορίζεται στην παρ. 3 αυτού ότι: "Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν κάθε μορφή απασχόλησης εκ περιτροπής. Εκ περιτροπής απασχόληση θεωρείται η απασχόληση κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή κατά λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή κατά λιγότερους μήνες το έτος ή και συνδυασμός αυτών κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας. Η παρεχόμενη από το άρθρο αυτό προστασία καλύπτει και τους απασχολούμενους με βάση τις συμφωνίες του προηγούμενου εδαφίου. Αν περιοριστούν οι δραστηριότητές του ο εργοδότης μπορεί, αντί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, να επιβάλλει σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρησή του, η διάρκεια της οποίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους εννέα (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος, μόνο εφόσον προηγουμένως προβεί σε ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 240/2006 και του Ν. 1767/1988. Οι συμφωνίες ή οι αποφάσεις της παραγράφου αυτής γνωστοποιούνται μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάρτιση ή τη λήψη τους στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας". Κατά δε την παρ.4 του ιδίου άρθρου "Ως εκπρόσωποι των εργαζομένων για την εφαρμογή της προηγουμένης παραγράφου ορίζονται κατά την εξής σειρά προτεραιότητας: α) οι εκπρόσωποι από την πλέον αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης, η οποία καλύπτει κατά το καταστατικό της τους εργαζομένους, ανεξάρτητα από την κατηγορία, τη θέση ή την ειδικότητα τους, β) οι εκπρόσωποι των υφισταμένων συνδικαλιστικών οργανώσεων της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης, γ) τα συμβούλια εργαζομένων, δ) εάν ελλείπουν συνδικαλιστικές οργανώσεις ή συμβούλια εργαζομένων, η ενημέρωση και η διαβούλευση γίνεται με το σύνολο των εργαζομένων. Η ενημέρωση μπορεί να γίνει με εφάπαξ ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης. Η διαβούλευση πραγματοποιείται σε τόπο και χρόνο που ορίζει ο εργοδότης".

Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η εκ περιτροπής εργασία (συμβατική ή επιβαλλομένη μονομερώς), αποτελεί ειδικότερη μορφή μερικής απασχόλησης, κατά την οποία ο μισθωτός απασχολείται στην επιχείρηση ή σε ορισμένο τμήμα αυτής λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή λιγότερους μήνες το έτος, αλλά πάντα κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας. Βασικό εννοιολογικό γνώρισμα της εκ περιτροπής εργασίας είναι η εναλλαγή χρονικών διαστημάτων εργασίας και αργίας (μη εργασίας), μολονότι η λειτουργία της επιχείρησης ή τμήματος αυτής παραμένει συνεχής.

Από τις ίδιες αυτές διατάξεις, συνάγεται ότι η εκ περιτροπής εργασία μπορεί να λάβει δύο ειδικότερες μορφές και συγκεκριμένα: 1) της συμφωνημένης (συμβατικής) εκ περιτροπής εργασίας, η οποία επιτρέπεται να συμφωνηθεί ελεύθερα με διάφορους συνδυασμούς που επιλέγουν τα μέρη, με μόνο περιορισμό της παροχής της ημερήσιας εργασίας κατά πλήρες ωράριο και 2) αυτής που εφαρμόζεται με μονομερή εργοδοτική απόφαση. Ειδικότερα στη δεύτερη περίπτωση παρέχεται η δυνατότητα στον εργοδότη και στο πλαίσιο του διευθυντικού του δικαιώματος σε ευρεία έννοια (ΑΠ 771/2017, ΑΠ 468/2012), σε περίπτωση περιορισμού της δραστηριότητάς της επιχείρησής του, να επιβάλλει στην επιχείρησή του "σύστημα εκ περιτροπής εργασίας", μέχρι εννέα μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος.

Προϋποθέσεις κατά την τελευταία ως άνω διάταξη του εδαφίου δ της ως άνω παραγράφου για τη μονομερή επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας είναι: α) περιορισμός των δραστηριοτήτων του εργοδότη, β) ενημέρωση και διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων και, ελλείψει αυτών, με το σύνολο των εργαζομένων, χωρίς να είναι απαραίτητο τα μέρη να καταλήξουν σε συμφωνία, οπότε η εφαρμογή του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας λαμβάνει χώρα με μονομερή απευθυντέα δήλωση του εργοδότη προς τους εργαζομένους, διαπλαστικού χαρακτήρα (ΑΠ 771/2017, ΑΠ 1252/2014 ), γ) η διάρκειά της να μην είναι μεγαλύτερη από τους εννέα μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος και δ) η απόφαση του εργοδότη (όταν αυτή επιβάλλεται μονομερώς) ή η συμφωνία (όταν πρόκειται για συμβατική εκ περιτροπής εργασία) να κοινοποιηθεί εντός οκτώ (8) ημερών στην Επιθεώρηση Εργασίας.

Από το ότι η μονομερής επιβολή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας εκ μέρους του εργοδότη προβλέπεται κατά το νόμο "αντί της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας", προκύπτει ότι ο περιορισμός της δραστηριότητας του εργοδότη, ανεξαρτήτως των λόγων στους οποίους οφείλεται, πρέπει να είναι τέτοιος, που θα οδηγούσε σε απολύσεις για οικονομικοτεχνικούς λόγους. Προϋποτίθεται δηλαδή η από τον περιορισμό της δραστηριότητας του εργοδότη πρόκληση πλεονάζοντος προσωπικού, λόγω της μείωσης της διαθέσιμης εργασίας, ήτοι της ανάγκης του εργοδότη για παροχή εργασίας προς αυτόν. Ως εκ τούτου ο περιορισμός της δραστηριότητας δεν δικαιολογεί την επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, αν είναι εντελώς ασήμαντος, αλλά θα πρέπει αντιθέτως να πρόκειται για σημαντικό περιορισμό αυτής. Από την πρόβλεψη δε επιβολής "συστήματος εκ περιτροπής εργασίας", αντί της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας του πλεονάζοντος προσωπικού, συνάγεται ότι το σύστημα αυτό αξιολογείται από τον νομοθέτη ως ηπιότερο μέτρο σε σχέση με την καταγγελία. Το σύστημα δε της εκ περιτροπής εργασίας που δικαιούται να επιβάλει μονομερώς ο εργοδότης προϋποθέτει αναγκαίως εναλλαγή εργαζομένων στην ίδια επιχείρηση στην ίδια ή περισσότερες θέσεις εργασίας σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, ενώ η λειτουργία της επιχείρησης παραμένει συνεχής. Η εναλλαγή αυτή μπορεί να γίνεται, είτε κατά ομάδες μισθωτών εκ των οποίων η μία θα αντικαθιστά την άλλη διαδοχικά στην απασχόληση και τη μη απασχόληση, είτε από ένα μισθωτό τη φορά, υπό την έννοια ότι κάθε φορά ένας μισθωτός θα τίθεται εναλλάξ σε υποχρεωτική αργία, ενώ ο άλλος μισθωτός θα καλύπτει κατά πλήρες ωράριο τη θέση εργασίας. Χωρίς αυτή την εναλλάξ παροχή εργασίας, η οποία θα καταλαμβάνει το σύνολο των εργαζομένων στην επιχείρηση ή στο τμήμα αυτής που εμφανίζει σημαντικά μειωμένη δραστηριότητα, η εφαρμογή του συστήματος δεν είναι νοητή και κατά συνέπεια δεν μπορεί να επιβληθεί με μονομερή απόφαση του εργοδότη κατά το εδάφιο δ της παρ.3 του άρθρου 38 του Ν. 1892/1990, όπως τροποποιηθέν ισχύει (ΑΠ 771/2017, ΑΠ 1252/2014, σχετ. ΑΠ 969/2011 υπό το πριν το Ν. 3846/2010 ισχύον νομοθετικό καθεστώς).

Περαιτέρω, εκτός της πιο πάνω ουσιαστικής προϋπόθεσης του περιορισμού της δραστηριότητας της επιχείρησης, για την επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, τίθενται επιπλέον και ορισμένες τυπικές προϋποθέσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται η υποχρέωση ενημέρωσης και εν συνεχεία διαβούλευσης με τους εκπροσώπους αυτών, και σε περίπτωση έλλειψης εκπροσώπων, με το σύνολο των εργαζομένων. Εξάλλου με το Π.Δ. 240/2006 (ΦΕΚ Α 252), που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την οδηγία 2002/14/Ε.Κ., στο οποίο παραπέμπει η διάταξη του ως άνω εδαφίου δ ως προς τον τρόπο κατά τον οποίο γίνεται η ενημέρωση των εργαζομένων και στη συνέχεια η διαβούλευση αυτών με τον εργοδότη, θεσπίστηκε γενικότερα η υποχρέωση του εργοδότη για ενημέρωση και διαβούλευση, με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, για ζητήματα, όπως και η εκ περιτροπής εργασία. Η ενημέρωση αυτή, η οποία μπορεί να γίνει και με εφάπαξ ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης, θα πρέπει να περιέχει τους λόγους που κατά την εργοδοσία επιβάλλουν την εκ περιτροπής εργασία, όπως στοιχεία από τα οποία προκύπτει ο σημαντικός περιορισμός της δραστηριότητας, η πιθανή διάρκειά της και το συγκεκριμένο σύστημα κατανομής της απασχόλησης που προτίθεται να εφαρμόσει ο εργοδότης. Δεν αποκλείεται βεβαίως η ενημέρωση να γίνει και κατ` άλλο τρόπο, όπως με προφορική ανακοίνωση προς τους εργαζομένους, που θα συνιστά άλλωστε τη συνήθη περίπτωση σε μικρές επιχειρήσεις με μικρό αριθμό εργαζομένων. Η διαβούλευση στη συγκεκριμένη περίπτωση συνίσταται στην ανταλλαγή απόψεων μεταξύ του εργοδότη και των εκπροσώπων των εργαζομένων ή του συνόλου αυτών σχετικά με τα μέτρα και τις αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν για την αντιμετώπιση των δυσχερειών της επιχείρησης από τη σημαντική μείωση της δραστηριότητας αυτής και ειδικότερα για τη δημιουργία συστήματος κατανομής της εναπομένουσας διαθέσιμης εργασίας στο σύνολο του προσωπικού της επιχείρησης ή του τμήματος αυτής, προκειμένου να διασωθούν έτσι οι θέσεις εργασίας.

Επομένως για την εκ μέρους του εργοδότη μονομερή επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας στους εργαζομένους κάποιας επιχείρησης ή τμήματος αυτής δεν αρκεί απλώς η εκ μέρους των τελευταίων γνώση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η επιχείρηση και μάλιστα λόγω του μικρού μεγέθους αυτής, αλλά απαιτείται η εκ μέρους του εργοδότη κατά τα ανωτέρω ενημέρωση και διαβούλευση των εργαζομένων, πριν την επιβολή του ανωτέρω μέτρου. Ενόψει δε του συλλογικού χαρακτήρα του ανωτέρω μέτρου της επιβολής συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, το οποίο συνιστά μία μορφή ex lege εργατικής αλληλεγγύης εις τρόπο ώστε στην περίπτωση προσφυγής του εργοδότη στο μέτρο αυτό να μετατρέπεται το ενδεχόμενο της πλήρους απώλειας των θέσεων εργασίας συγκεκριμένου αριθμού εργαζομένων σε μείωση του χρόνου απασχόλησης με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών ενός μεγαλυτέρου αριθμού εργαζομένων, η τήρηση της υποχρέωσης ενημέρωσης και εν συνεχεία διαβούλευσης αφορά όλες τις επιχειρήσεις στις οποίες ο εργοδότης προτίθεται να επιβάλει το μέτρο αυτό, ανεξαρτήτως του αριθμού των εργαζομένων σε αυτές και ειδικότερα ανεξαρτήτως του αν αυτές απασχολούν μικρότερο αριθμό εργαζομένων από τον προβλεπόμενο για την εφαρμογή τους στο άρθρο 3 του Π.Δ/τος 240/2006 και στο άρθρο 1 του Ν.1767/1988 (ΑΠ 771/2017, ΑΠ 1252/2014), αφού η σχετική παραπομπή του εδαφίου δ στις διατάξεις των νόμων αυτών αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο λαμβάνει χώρα η κατά τα άνω ενημέρωση και εν συνεχεία διαβούλευση και όχι στο μέγεθος της επιχείρησης.

Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, η νόμιμη επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 7 ν. 2112/1920, διότι λαμβάνει χώρα κατ` ενάσκηση διαπλαστικού δικαιώματος του εργοδότη απορρέοντος από τον νόμο. Αν αντιθέτως δεν τηρούνται οι ανωτέρω όροι και προϋποθέσεις, δεν υφίσταται σχετικό δικαίωμα του εργοδότη για μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας, δεν επέρχεται δηλαδή αναστολή της πλήρους λειτουργίας της εργασιακής σύμβασης, με τη μείωση του χρόνου απασχόλησης και την αντίστοιχη μείωση της αμοιβής, η δε μονομερής επιβολή της συνιστά (παράνομη) βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, που λαμβάνει χώρα χωρίς τη συμφωνία του εργαζομένου και χωρίς σχετικό δικαίωμα του εργοδότη, η οποία επισύρει τις συνέπειες του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920 και των άρθρων 361, 349, 350, 656 του ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή, ο μισθωτός έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες: α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη (άρθρο 361 ΑΚ), εφ` όσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει, αξιώνοντας συγχρόνως την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης κατά το άρθρο 7 του Ν. 2112/1920 και γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους πριν από τη μεταβολή όρους, οπότε η μη αποδοχή τους από τον εργοδότη τον καθιστά υπερήμερο δανειστή και επέρχονται οι συνέπειες που ορίζει το άρθρο 656 ΑΚ (καταβολή μισθών υπερημερίας).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Όπως δε προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.3 του Ν. 3198/1955 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1 και 3 του Ν. 2112/1920 (και επί εργατοτεχνιτών των άρθρων 3 και 5 του Β.Δ. της 16/18.7.1920 που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ.2 του Ν.2112/1920), 174 και 180 του ΑΚ, η κατά τα ανωτέρω καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι τυπική δικαιοπραξία, αφού με ποινή την σχετική ακυρότητα αυτής υπέρ του μισθωτού, πρέπει να γίνει εγγράφως και να καταβληθεί η προβλεπομένη από το νόμο αποζημίωση απόλυσης. Σε περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας, λόγω μη τήρησης των ανωτέρω τυπικών προϋποθέσεων, η σύμβαση εργασίας δεν λύεται και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών από τη σύμβαση παραμένουν ακέραια. Έτσι ο εργαζόμενος, για όσο διάστημα ο εργοδότης αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του, έχει αξίωση κατά τα άρθρα 349, 350 και 656 του ΑΚ να του καταβάλλονται οι συμφωνημένες ή νόμιμες αποδοχές (μισθοί υπερημερίας).

Η επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, πέραν από τον έλεγχο της τήρησης των ανωτέρω τυπικών προϋποθέσεων της διαβούλευσης για την εφαρμογή της ( ΑΠ 345/2019 , ΝΟΜΟΣ) ελέγχεται ως προς την καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη εκ μέρους των Δικαστηρίων, για το εάν αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του μισθωτού, για παράδειγμα, έχει κριθεί ότι:

  • δεν είναι κατά νόμο επιτρεπτή η εκ μέρους του εργοδότη μονομερής επιβολή συστήματος εργασίας κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο για τις ίδιες συγκεκριμένες ημέρες την εβδομάδα σε μισθωτούς της επιχείρησής του, αφού στην περίπτωση αυτή ελλείπει το στοιχείο της εναλλάξ παροχής εργασίας (ΑΠ 470/2018, ΝΟΜΟΣ)
  • είναι ανεπίτρεπτη η επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας επιλεκτικά σε συγκεκριμένους μόνο μισθωτούς, όταν οι υπόλοιποι εξακολουθούν να εργάζονται με πλήρες ωράριο καθώς και όταν το αντικείμενο εργασίας καλύπτεται από ένα μισθωτό, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να αντικατασταθεί από άλλον κατά το χρόνο της υποχρεωτικής απουσίας του. Μία τέτοια συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδότη αποτελεί παράνομη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του εργαζομένου και προσκρούει στην διάταξη του ΑΚ 281 περί καταχρηστικής άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος ( ΑΠ 1252/2014, ΝΟΜΟΣ) και
  • αποτελεί παράνομη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του εργαζομένου και προσκρούει στην διάταξη του ΑΚ 281 περί καταχρηστικής άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος η θέση σε εκ περιτροπής εργασία κατά μία μόνο ημέρα εβδομαδιαίως (ΜΠΑ 12526/2012, ΔΕΝ 2013, 565)

Ε.4. Μερική απασχόληση

Σε περίπτωση περιορισμού της οικονομικής δραστηριότητος, μπορεί να συμφωνηθεί με τους μισθωτούς με έγγραφη ατομική σύμβαση και όχι μονομερώς, οιασδήποτε μορφής Μερική Απασχόληση, κατ ἀρθρ. 59 του Ν. 4635/19, η οποία γνωστοποιείται εντός οκτώ (8) ημερών στην Επιθεώρηση Εργασίας ( ΔΕΝ 2020, τεύχος 1758 σελ. 49). Η διάταξη του άρθρου αυτού ( παρ 1 και 2) ορίζει ότι:

«1. Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκεια της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν, ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική (μερική απασχόληση). Αν η συμφωνία αυτή δεν καταρτιστεί εγγράφως ή δεν γνωστοποιηθεί εντός οκτώ (8) ημερών από την κατάρτισή της στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, τεκμαίρεται η πλήρης απασχόληση του μισθωτού.
2. Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου νοείται ως:
α) «εργαζόμενος μερικής απασχόλησης», κάθε εργαζόμενος με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας, του οποίου οι ώρες εργασίας, υπολογιζόμενες σε ημερήσια, εβδομαδιαία, δεκαπενθήμερη ή μηνιαία βάση είναι λιγότερες από το κανονικό ωράριο εργασίας του συγκρίσιμου εργαζόμενου με πλήρη απασχόληση,
β) «συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση», κάθε εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης, που απασχολείται στην ίδια επιχείρηση με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας, και εκτελεί ίδια ή παρόμοια καθήκοντα, υπό τις αυτές συνθήκες. Όταν στην επιχείρηση δεν υπάρχει συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση, η σύγκριση γίνεται με αναφορά στη συλλογική ρύθμιση στην οποία θα υπαγόταν ο εργαζόμενος αν είχε προσληφθεί με πλήρη απασχόληση. Οι εργαζόμενοι με σύμβαση ή σχέση εργασίας μερικής απασχόλησης δεν επιτρέπεται να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους συγκρίσιμους εργαζόμενους με κανονική απασχόληση, εκτός εάν συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι οι οποίοι τη δικαιολογούν, όπως η διαφοροποίηση στο ωράριο εργασίας».

Η μείωση του χρόνου εργασίας με ανάλογη μείωση των αποδοχών μπορεί να προταθεί από τον εργοδότη στο μισθωτό και ως «ηπιότερο μέτρο» έναντι της καταγγελίας της συμβάσεως, σε περίπτωση περιορισμού των εργασιών της επιχειρήσεως. Στην περίπτωση αυτή υποστηρίζεται ότι δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 59 παρ. 8 του Ν. 4635/19 που ορίζει ότι είναι άκυρη η καταγγελία όταν οφείλεται στην άρνηση του μισθωτού ν’ αποδεχθεί την εργοδοτική πρόταση για μερική απασχόληση ( ΑΠ 485/19 - ΔΕΝ 2019 σελ. 1536 και την ΑΠ 1435/18 - ΔΕΝ 2019 σελ. 553, ΑΠ 902/98 - ΔΕΝ 1998 σελ. 1580. Σε ενδεχόμενο δικαστικό έλεγχο μίας τέτοιας καταγγελίας, ως προς την καταχρηστικότητα ή μη αυτής, αυτονόητο είναι ότι πρέπει να προταθεί και να συμφωνηθεί η μετατροπή αυτή να έχει, εν προκειμένω, περιορισμένη χρονική ισχύ ( έστω και με πρόβλεψη ρήτρας μηνιαίας επανεκτίμησης), σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ειδικών για την επαναφορά της δημόσιας υγείας και της επανεκκίνησης της οικονομικής δραστηριότητας της επιχείρησης στα επίπεδα για παράδειγμα ως τα μέσα Φεβρουαρίου του 2020.

ΣΤ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Φρονούμε ότι εκείνο που προέχει, κατόπιν της στάθμισης των συνταγματικώς κατοχυρωμένων δικαιωμάτων της οικονομικής ελευθερίας του εργοδότη και του δικαιώματος για εργασία του μισθωτού, είναι η κατά το δυνατόν από κοινού εξεύρεση αποδεκτής, κατά τις εκάστοτε περιστάσεις, λύσης, ήδη και ενόσω είμαστε στην αρχή της έκτακτης κατάστασης, η οποία κατά τις διεθνείς και εγχώριες προβλέψεις, θα πλήξει πλην της δημόσιας υγείας και την οικονομία, επί σκοπώ διαφύλαξης όσο το δυνατόν περισσότερων θέσεων εργασίας, με σκοπό τη διασφάλιση της συνέχειας της οικονομικής δραστηριότητας αλλά και των θέσεων εργασίας.

Απευθυνόμενοι τόσο σε εργοδότες όσο και σε εργαζόμενους, παρακολουθώντας καθημερινώς τις νομοθετικές εξελίξεις και τις κυβερνητικές εξαγγελίες, παραμένουμε στη διάθεσή σας για την εξεύρεση της πλέον ενδεδειγμένης εκάστοτε λύσης για την επιχείρησή σας καθώς και για την προάσπιση των νόμιμων εργασιακών δικαιωμάτων σας.

Μπορείτε να βρείτε το Α’ Μέρος του άρθρου εδώ.


Για περισσότερες πληροφορίες, καθώς και για τη νομική καθοδήγηση και εκπροσώπησή σας, μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News