Μεσούσης της πανδημίας του κορονοϊού COVID-19, είναι αναντίρρητο ότι οι περισσότερες επιχειρήσεις έχουν υποστεί σημαντική μείωση του κύκλου των εργασιών τους, αν όχι αναστείλει τη λειτουργία τους.
Αναφορικά με όσες έχουν αναστείλει τη λειτουργία τους, αναφερθήκαμε σε προγενέστερα άρθρα (απαγόρευση απολύσεων από 18-03-2020). Για τις λοιπές επιχειρήσεις που παραμένουν σε λειτουργία, πλην της πρόσφατης κυβερνητικής πρωτοβουλίας για προσωρινή για ένα μήνα μονομερή αναστολή των συμβάσεων εργασίας μέρους ή όλου του προσωπικού (άρθρο 11 παρ 2 ΠΝΠ ΦΕΚ Α’ 68/20-03-2020, σχετική η πρόσφατη ΚΥΑ 12998/232 ΦΕΚ Β 1078/28-02-2020 που εξειδικεύει τα μέτρα αυτά) ή, εναλλακτικώς, των συνήθων εργοδοτικών « εργαλείων» διευθέτησης του χρόνου εργασίας του προσωπικού μέσω της επιβολής των μέτρων της διαθεσιμότητας, της τηλεεργασίας, της εκ περιτροπής εργασίας ή της μερικής απασχόλησης, για τα οποία ομοίως αναφερθήκαμε σε προγενέστερα άρθρα, προβλέπεται στην παρούσα κατάσταση, ως ύστατο μέσο (εφόσον οι επιχειρήσεις δεν προκρίνουν τη λύση της προσωρινής για ένα μήνα αναστολής των συμβάσεων εργασίας που συνδέεται με τη ρήτρα διατήρησης των θέσεων εργασίας και την απαγόρευση των απολύσεων) η λεγόμενη «τροποποιητική καταγγελία» (κατωτέρω, υπό Α.) πριν την πραγματοποίηση απολύσεων για οικονομικοτεχνικούς λόγους ( κατωτέρω, υπό Β), ειδικότερα:
Α. Ως τροποποιητική καταγγελία νοείται η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, η οποία συνδυάζεται με πρόταση του εργοδότη για τροποποίηση των συμβατικών όρων. Η τροποποιητική καταγγελία αποτελείται από δύο στοιχεία : από την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας και από την πρόταση για μεταβολή του περιεχομένου της. Στην πράξη η τροποποιητική καταγγελία γίνεται είτε υπό την (αναβλητική ή διαλυτική) αίρεση της απόκρουσης ή της αποδοχής από το μισθωτό της τροποποιητικής συμφωνίας, την οποία προτείνει ο εργοδότης σχετικά με τους όρους εργασίας είτε χωρίς αίρεση, εάν συγχρόνως και σε συνδυασμό με την καταγγελία, ο εργοδότης προτείνει τη μεταβολή των όρων εργασίας. Η δυνατότητα αυτή προκύπτει από την ίδια τη σύμβαση εργασίας ως αορίστου χρόνου που μπορεί να τερματισθεί οποτεδήποτε με καταγγελία. Από τη στιγμή που ένας εργοδότης μπορεί, σε μια σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, να απολύσει το μισθωτό του, μπορεί να εξαρτήσει την παραμονή του μισθωτού στη θέση του από την αποδοχή των νέων όρων εργασίας.
H τροποποιητική καταγγελία πρωτίστως αποσκοπεί, στην τροποποίηση των όρων εργασίας και όχι στην απόλυση του μισθωτού. Η τροποποιητική καταγγελία αποτελείται από δύο αλληλένδετα μεταξύ τους στοιχεία : την πρόταση για αλλαγή των όρων της εργασιακής σύμβασης και την καταγγελία της τελευταίας. Αν ο εργαζόμενος αποδεχτεί τις προταθείσες αλλαγές, η σύμβαση εργασίας συνεχίζεται με το τροποποιημένο περιεχόμενό της και η καταγγελία μένει ανενεργής. Αν αντιθέτως ο εργαζόμενος δεν την αποδεχτεί, η καταγγελία ενεργοποιείται. Η τροποποιητική καταγγελία, έστω και αν εμπεριέχει έντονα στοιχεία εκβιασμού, αποτελεί ένα τρόπο για να επιχειρήσει να επιβάλλει ο εργοδότης τις αλλαγές που επιθυμεί, ενώ ταυτόχρονα προσφέρει στον εργαζόμενο καταρχήν την δυνατότητα να επιλέξει με σαφήνεια αν θα παραμείνει ή όχι στη θέση εργασίας του.
Στην τροποποιητική καταγγελία ο μισθωτός έχει εναλλακτικά τις εξής δυνατότητες : είτε να αποδεχτεί την πρόταση τροποποίησης και να συνεχίσει τη σύμβαση με τους νέους όρους, είτε να αποκρούσει την τροποποίηση, οπότε και η σχέση εργασίας λύεται και να ζητήσει τη νόμιμη αποζημίωση είτε, τέλος, να θεωρήσει την καταγγελία της σύμβασης εργασίας καταχρηστική (ΑΚ 281). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ανακύπτει, κατόπιν της δικαστικής προσφυγής του μισθωτού, ο έλεγχος της καταχρηστικότητας αυτής της τροποποιητικής καταγγελίας.
Η νομολογία δέχεται ότι οι «τροποποιητικές καταγγελίες» δεν είναι καταχρηστικές κατά την έννοια του άρθρου 281, γιατί μόνο η άρνηση των εργαζόμενων στην προτεινόμενη από τον εργοδότη μείωση των αποδοχών τους δεν αρκεί για να καταστήσει παράνομη της καταγγελία της σύμβασης εργασίας, εφόσον συντρέχουν σοβαροί οικονομικοί λόγοι που δικαιολογούν τη μείωση των αποδοχών των εργαζόμενων ως μέτρο για την αντιμετώπισή τους. Και τούτο εφόσον η προτεινόμενη μείωση του μισθού των εργαζομένων, υπαγορεύεται από το καλώς νοούμενο επαγγελματικό συμφέρον του εργοδότη, μιας και με τον τρόπο αυτό έκρινε ότι θα καταστεί οικονομικά βιώσιμη η επιχείρησή του, θα αποφευχθεί το κλείσιμό της, καθώς και η μείωση του προσωπικού της. Ερευνάται, συνεπώς, κατά πόσον υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στα οικονομοτεχνικά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο εργοδότης και στην απόφασή του για περικοπή των μισθών των εργαζομένων ( ενδεικτικά, ΑΠ 698/2018).
Επιπρόσθετα, η λύση της συμβάσεως εργασίας κατόπιν αρνήσεως του εργαζομένου να αποδεχτεί την προτεινόμενη με την τροποποιητική καταγγελία μεταβολή πρέπει να θεωρηθεί ότι συνιστά λήξη της συμβάσεως εργασίας με πρωτοβουλία του εργοδότη για έναν ή περισσότερους λόγους οι οποίοι δεν έχουν σχέση με το πρόσωπο των εργαζομένων, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 98/59, με αποτέλεσμα να επιβάλλεται η συνεκτίμησή της για τον υπολογισμό του συνολικού αριθμού των πραγματοποιούμενων απολύσεων ( ΔΕΕ C-429/16 της 21ης Σεπτεμβρίου 2017 ), προκειμένου για την εφαρμογή των διατάξεων περί ομαδικών απολύσεων.
Β. Επί απολύσεων οφειλομένων σε οικονομοτεχνικούς λόγους, όπως, μεταξύ άλλων, είναι η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της επιχείρησης και η μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομίας, που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες, τις οποίες η επιχείρηση αντιμετωπίζει, η απόφαση (επιλογή) του εργοδότη να αντεπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στην διαφαινόμενη οικονομική κρίση δεν ελέγχεται από τα Δικαστήρια. Ελέγχονται, όμως, αφενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας συγκεκριμένου εργαζομένου (ως εσχάτου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης) και αφετέρου τα κριτήρια επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, τα οποία πρέπει να βρίσκονται εντός των προβλεπόμενων από τη διάταξη του άρθ. 281 ΑΚ ορίων. Ειδικότερα, στις απολύσεις αυτές, ο δικαστικός έλεγχος για τη διερεύνηση της καταχρηστικής ή μη άσκησης του δικαιώματος της καταγγελίας από τον εργοδότη γίνεται σε δύο στάδια.
Στο πρώτο ελέγχεται αν πραγματικά συντρέχουν οι επικαλούμενοι από τον εργοδότη, οικονομικής ή τεχνικής φύσης λόγοι, που καθιστούν αναγκαία τη μείωση του προσωπικού και του συγκεκριμένου εργαζομένου, και στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι οι λόγοι αυτοί είναι υπαρκτοί, ερευνάται, εφόσον προβληθεί σχετικός ισχυρισμός, αν η καταγγελία μπορεί να αποτραπεί με τη λήψη άλλων, ηπιότερων, μέτρων, όπως η μετάθεση του εργαζομένου σε κενή, κατά το χρόνο της καταγγελίας, θέση, η κατάργηση της υπερωριακής απασχόλησης, η μερική απασχόληση, η δυνατότητα εξακολούθησης της απασχόλησης του εργαζομένου με τροποποίηση, έστω και δυσμενή, των όρων εργασίας (τροποποιητική καταγγελία). Κριτήριο του γινομένου κατά το στάδιο αυτό δικαστικού ελέγχου αποτελεί η διαπνέουσα το εργατικό δίκαιο αρχή της αναλογικότητας, κατά την οποία η καταγγελία ασκείται νόμιμα όταν χρησιμοποιείται ως έσχατο μέσο (ultima ratio) για την επιδίωξη των σκοπών του εργοδότη, ο οποίος επιβάλλεται να επιλέξει μεταξύ περισσοτέρων και εξίσου αποτελεσματικών μέσων για την ικανοποίηση των επιδιωκομένων με την καταγγελία σκοπών, το λιγότερο επαχθές για τον εργαζόμενο. Στο σημείο, όμως, αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι τα παραπάνω ισχύουν εφόσον κατά το χρόνο της καταγγελίας υφίστανται κενές θέσεις και ο εργαζόμενος, ενόψει των γνώσεών του είναι κατάλληλος να απασχοληθεί σε κάποια από τις θέσεις αυτές, έστω και με διαφορετικούς, ακόμα και δυσμενέστερους όρους εργασίας. Μάλιστα ο εργοδότης πρέπει, πριν την απόλυση, εφόσον υπάρχει κενή θέση και ο εργαζόμενος είναι κατάλληλος για αυτήν, να προτείνει στον εργαζόμενο να απασχοληθεί στην κενή αυτή θέση, διότι εάν δεν το πράξει, τότε αυτός αναλαμβάνει τον κίνδυνο της καταχρηστικότητας της απόλυσης, εάν μετά διαπιστωθεί από το δικαστήριο ότι ήταν αντικειμενικά δυνατή η απασχόληση στη θέση αυτή, αλλά και ο εργαζόμενος οφείλει, εάν του προταθεί η θέση αυτή και έχει τα κατάλληλα προσόντα, να την αποδεχθεί, διότι τότε αναλαμβάνει αυτός τον κίνδυνο να μην κριθεί καταχρηστική η απόλυσή του από το δικαστήριο.
Κατά το δεύτερο στάδιο χωρεί ο έλεγχος της ορθής ή μη επιλογής του απολυτέου με βάση κριτήρια, τα οποία πρέπει να βρίσκονται εντός των προβλεπομένων από τη διάταξη του άρθ. 281 ΑΚ ορίων. Ειδικότερα, κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων, που ανήκουν στην αυτή επαγγελματική κατηγορία και ειδικότητα, θα ληφθούν υπόψη από τον εργοδότη, τα επιβαλλόμενα από το καθήκον πρόνοιας κριτήρια της αποδοτικότητας, αρχαιότητας, ηλικίας, οικογενειακών βαρών, οικονομικής κατάστασης και της δυνατότητας εξεύρεσης από αυτόν άλλης εργασίας, για τα οποία έχει υποχρέωση να πληροφορηθεί ο εργοδότης, έτσι ώστε να εξακολουθήσουν να απασχολούνται στη συμφωνημένη εργασία οι πλεονεκτούντες κατά τη σύγκριση και συνακόλουθα, να καταγγελθεί η εργασιακή σχέση αυτού για τον οποίο η απόλυση θα είναι λιγότερο επαχθής ( ΕφΘες 513/2019).
Εφόσον κριθεί δικαστικώς, ότι σε οποιοδήποτε στάδιο των απολύσεων αυτών, έχουν παραβιαστεί τα όρια της ΑΚ 281, τότε η απόλυση κρίνεται άκυρη ως καταχρηστική.
Συμπερασματικώς, τόσο η «τροποποιητική καταγγελία» όσο και οι «απολύσεις για οικονομικοτεχνικούς λόγους» αποτελούν για τον εργοδότη, στην προσπάθειά του διάσωσης των θέσεων εργασίας και οικονομικής επιβίωσης της επιχείρησής του, την ύστατη επιλογή, στην οποία θα πρέπει να καταλήγει, μόνο εφόσον έχει εξαντλήσει όλες τις ηπιότερες μορφές μείωσης του κόστους εργασίας.
Για περισσότερες πληροφορίες, καθώς και για την νομική εκπροσώπηση και καθοδήγησή σας επί του θέματος, μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.

