Δικηγορικό Γραφείο
Grooming: online σεξουαλικοί κυνηγοί και ανήλικα θύματα

Ζούμε σε μια εποχή μεταβατική, όπου ο παλιός κόσμος συγκρούεται με τον καινούριο -όχι βέβαια αναίμακτα, όπως αποδεικνύει η μακροχρόνια οικονομική κρίση σε παγκόσμιο επίπεδο - και μέσα από αυτή τη σύγκρουση επιχειρείται η δημιουργία μιας νέας πραγματικότητας, περισσότερο ψηφιακής από ποτέ. Δεν είναι λίγοι, άλλωστε, εκείνοι που μιλούν για μια “τέταρτη βιομηχανική επανάσταση”, μέσω της οποία συντελείται όχι απλά η μετεξέλιξη του χρηματοπιστωτικού -καπιταλιστικού μας συστήματος, αλλά και η ίδια η επιβίωση του. Ως τέτοια ορίζεται, δε, η πλήρης αυτοματοποίηση της βιομηχανικής παραγωγής, μέσω της ένταξης σε αυτήν νέων τεχνολογιών, όπως η ρομποτική, η τεχνητή νοημοσύνη, η νανοτεχνολογία, οι τρισδιάστατες εκτυπώσεις, η γενετική και βιοτεχνολογία, η ψηφιακή λειτουργία και η πληροφορική, κατεύθυνση η οποία οδηγεί στην ραγδαία ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, επηρεάζοντας όχι μόνο την οικονομία, τις εργασιακές σχέσεις και τη γραφειοκρατική δόμηση του κρατικού μηχανισμού, αλλά κατ' επέκταση και τις ίδιες τις ανθρώπινες σχέσεις.

Η διαλεκτική αυτή σύνδεση, δε, του τρόπου με τον οποίο η παραγωγική δομή αλλάζει με την ανθρώπινη κοινωνικοποίηση και αλληλεπίδραση έχει ως μοιραία συνέπεια την εμφάνιση νέων μορφών έννομων σχέσεων, που θέλουν ρύθμιση, αλλά και παραβατικών συμπεριφορών προς αντιμετώπιση. Ως εκ τούτου, σήμερα γίνεται λόγος για ένα νέο είδος εγκληματικότητας, τη λεγόμενη “κυβερνοεγκληματικότητα” (cybercriminality), όπως αναφέρεται για πρώτη φορά στη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για το έγκλημα στον Κυβερνοχώρο και το Πρόσθετο Πρωτόκολλο αυτής, που υπογράφηκε στο Στρασβούργο στις 28-01-2003 και εισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη με τον Ν.4411/2016. Ειδικότερες εκδηλώσεις, δε, του φαινομένου αυτού, που στεγάζονται κάτω από την έννοια -ομπρέλα “κυβερνοέγκλημα” (cybercrime) είναι η παράνομη πρόσβαση, η αθέμιτη παγίδευση -υποκλοπή, επέμβαση σε δεδομένα, η κακή χρήση συσκευών, η πλαστογραφία και η απάτη με χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, η προσβολή πνευματικών δικαιωμάτων και η παιδική πορνογραφία στο διαδίκτυο, αλλά και το φαινόμενο του online grooming, το οποίο και θα εξετασθεί στο άρθρο αυτό.

Ως τέτοιο, ήτοι online grooming ή διαδικτυακή αποπλάνηση ανηλίκου ή άγρα των παιδιών για γενετήσιους λόγους1, ορίζεται συνοπτικά η προσέλκυση ανηλίκων μέσω της χρήσης της σύγχρονης τεχνολογίας με απώτερο στόχο την τέλεση ασελγών πράξεων ή/και τη συλλογή σχετικού πορνογραφικού υλικού σε βάρος τους, συμπεριφορά η οποία εδράζεται στην προσπάθεια του ενήλικα να αποπλανήσει τον ανήλικο χρήστη του διαδικτύου, δημιουργώντας μια σχέση εμπιστοσύνης, εχεμύθειας και μυστικότητας2. Παράλληλα, από τον ορισμό του grooming προκύπτει ότι σκοπός του δράστη είναι η σεξουαλική εκμετάλλευση, η κακοποίηση, ακόμα και η ώθηση των ανήλικων θυμάτων στην παιδική πορνογραφία, κάτι που επιβεβαιώνει την άποψη ότι το φαινόμενο της παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης συνιστά μια ομπρέλα βιαιότητας, κάτω από την οποία χωρεί πλήθος εγκληματικών συμπεριφορών κατά των ανηλίκων.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τις μελέτες ερευνητών του φαινομένου, τόσο από το χώρο της ψυχολογίας, όσο και από εκείνο της νομικής και της εγκληματολογίας, το grooming αποτελεί ένα είδος ψυχολογικού χειρισμού μέσω της χρήσης του διαδικτύου, των κινητών τηλεφώνων ή άλλων τεχνολογιών, που συνήθως διαρκεί αρκετό χρονικό διάστημα προκειμένου ο δράστης να κερδίσει την εμπιστοσύνη του θύματος του, να αμβλύνει τις αναστολές και τις αντιστάσεις του και τελικά να το παγιδεύσει. Συγκεκριμένα, εντοπίζονται συγκεκριμένα στάδια στη διαδικασία που ακολουθείται, προκειμένου ο δράστης να πετύχει το στόχο του, ο οποίος είναι η προσωπική συνάντηση με το θύμα του. Κατά το πρώτο, αυτός εκμεταλλευόμενος την ανωνυμία του και μέσω της χρήσης ηλεκτρονικών πλατφόρμων και μέσων κοινωνικής δικτύωσης, δωματίων επικοινωνίας (chat rooms) και υπηρεσιών ανταλλαγής μηνυμάτων, προετοιμάζει την επαφή με τον ανήλικο, συγκεντρώνοντας στοιχεία γι' αυτόν όπως οι συνήθειες και τα ενδιαφέροντα του.

Δεν είναι άλλωστε, τυχαίο, ότι σύμφωνα με τους Craven S., Brown S. και Gilchrist E.3 πριν ο δράστης επιδιώξει επαφή με το παιδί (grooming the child) πραγματοποιούνται δύο διαφορετικές μορφές εκδήλωσης της ίδιας συμπεριφοράς, αφενός προς τον εαυτό του (self-grooming), προκειμένου να δικαιολογήσει την πράξη του, κάτι που μαρτυρά και την ικανότητα διάκρισης του άδικου χαρακτήρα της από τον ίδιο και αφετέρου ως προς το περιβάλλον του παιδιού, την κοινότητα στην οποία ζει, τους οικείους του, το περιβάλλον του, τους γονείς του κλπ (grooming the significant other). Ως εκ τούτου, έχει παρατηρηθεί ότι οι επίδοξοι groomers εμφανίζονται στον περιβάλλοντα χώρο ως ιδιαίτερα ευχάριστοι, ευγενικοί και πρόθυμοι να βοηθήσουν τους συνανθρώπους τους, κάτι που δημιουργεί το τέλειο μέσο κάλυψης των ειδεχθών τους πράξεων, αποτελώντας “άτομα υπεράνω πάσης υποψίας”.

Στη συνέχεια, ο δράστης προχωρά σε αξιολόγηση της κατάστασης, των κινδύνων και της ευαλωτότητας του υποψήφιου θύματος του. Σύμφωνα, μάλιστα, με τα δεδομένα μελέτης για τη διαδικτυακή σεξουαλική παρενόχληση4, υπάρχουν συγκεκριμένες κατηγορίες παιδιών που διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο, ήτοι τα κορίτσια ηλικίας 14 -17 ετών, που έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση και παρουσιάζουν προβληματικές σχέσεις με τους γονείς τους, το σχολείο ή τους φίλους τους, ενδέχεται να έχουν βιώσει κάποιο τραυματικό γεγονός κακοποίησης (σεξουαλικής ή μη) και παρουσιάζουν ιδιαίτερη αφέλεια και εμπιστοσύνη προς τους άλλους, δίνοντας αβίαστα προσωπικές πληροφορίες, επιδεικνύοντας επικίνδυνη διαδικτυακή συμπεριφορά. Επιπλέον, ο τεχνολογικός αναλφαβητισμός των γονέων, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο ο ανήλικος έχει πρόσβαση στο διαδίκτυο (ο χώρος που βρίσκεται ο υπολογιστής, πόσοι από τα μέλη της οικογένειας τον χρησιμοποιούν κλπ) είναι δεδομένα που ο groomer λαμβάνει υπόψη σε αυτό το στάδιο, προκειμένου να προχωρήσει στο επόμενο, ήτοι τη δημιουργία μιας σχέσης εμπιστοσύνης και αποκλειστικότητας με το ανήλικο θύμα.

Στο σημείο αυτό, ο δράστης προτρέπει το θύμα του να απελευθερωθεί, προωθώντας του συνήθως προοδευτικές ιδέες, δείχνοντας κατανόηση προς τα προβλήματα και τις ιδέες του και λαμβάνοντας το ρόλο του μέντορα και του καθοδηγητή στη ζωή του. Αυτή είναι η στιγμή, άλλωστε, που αν ο δράστης έχει αποκρύψει την ηλικία του αποκαλύπτεται, δημιουργώντας στο ανήλικο την αίσθηση ότι πρόκειται για μια ασήμαντη πληροφορία. Αφού ο δράστης έχει χειραγωγήσει πλήρως τον ανήλικο, τότε θα αρχίσει τις ερωτήσεις ερωτικού περιεχομένου κλιμακωτά διατυπωμένες, ξεκινώντας από απλές προτροπές αυτοεξερεύνησης και καταλήγοντας στην εμπλοκή του ανηλίκου σε μια φαντασιακή αναπαράσταση μαζί του, με αποκορύφωμα την αποστολή φωτογραφιών σεξουαλικού περιεχομένου και υλικού πορνογραφίας. Τέλος, ο δράστης , έχοντας αποκτήσει τον απόλυτο έλεγχο πάνω στο παιδί ή ακόμα χρησιμοποιώντας απειλές, σε περίπτωση που αυτό αισθανθεί άβολα και θέλει να διακόψει την επικοινωνία μαζί του, θα επιδιώξει την προσωπική συνάντηση μαζί του, η οποία συνήθως λαμβάνει χώρα σε τόπο μακριά από το σπίτι του.

Από την παραπάνω λεπτομερή περιγραφή του φαινομένου της διαδικτυακής αποπλάνησης ανηλίκου, γίνεται φανερό ότι το εν λόγω έγκλημα εμπλέκεται με πληθώρα άλλων, που προβλέπονται μάλιστα ρητά στον Ποινικό μας Κώδικα, όπως είναι η προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας στο ψηφιακό περιβάλλον (ΠΚ 337 παρ. 3, 4), η οποία για να στοιχειοθετηθεί απαιτείται ενήλικας να αποκτά επαφή με ανήλικο μέσω της χρήσης ηλεκτρονικού μέσου και την προϋπόθεση αμοιβαίας προσέγγισης και σχέσης διαρκούς επικοινωνίας, η πορνογραφία ανηλίκων μέσω πληροφοριακών συστημάτων (ΠΚ 348Α), έγκλημα αφηρημένης διακινδύνευσης που καλύπτει και την περίπτωση πλασματικής προσβολής, όταν το θύμα που παρουσιάζεται ως ανήλικο τελικά δεν είναι, αλλά και αυτό των πορνογραφικών παραστάσεων ανηλίκων (ΠΚ 348Γ) που σκοπό έχει την προστασία πραγματικών ανηλίκων όσον αφορά τη σεξουαλική ανάπτυξη και την αυτοδιάθεση τους. Τέλος, συναφές είναι και το έγκλημα της προσβολής της αιδούς των ανηλίκων στο διαδίκτυο (ΠΚ 342), με στόχο την καταπολέμηση της παιδοφιλίας.

Παρ' όλα αυτά, το αδίκημα της άγρας των παιδιών στο διαδίκτυο διαφέρει με τα προαναφερόμενα, καίτοι όλα στοχεύουν στην προστασία της ανηλικότητας, της γενετήσιας ελευθερίας και της αξιοπρέπειας του παιδιού τόσο σε ψυχολογικό, όσο και σε συναισθηματικό επίπεδο. Ως ανηλικότητα, δε, ορίζεται “η φυσική ιδιότητα ανάπτυξης του ανθρώπου στην αρχική φάση της ζωής του για να φτάσει στη σωματική και διανοητική ολοκλήρωση η οποία έχει συγκεκριμένη φυσιολογική, βιολογική, αλλά και κοινωνική υπόσταση”5, ενώ εγκληματολογικά αναγνωρίζεται ως μια εξελικτική, γεμάτη αναταραχές περίοδος της ζωής κάθε ατόμου. Αυτός είναι και ο λόγος, που ο ποινικός νομοθέτης δεν εκκινεί με γνώμονα την αστική αντίληψη της ανηλικότητας, η οποία εδράζει σε μια περισσότερο εμπράγματη θεώρηση του παιδιού και την πατριαρχική αντίληψη του μορφώματος της οικογένειας, αλλά βάσει της δυνατότητας σεξουαλικής συναίνεσης αυτού, κάνοντας λόγο για ανηλίκους κάτω των 15 ετών.

Σχετική είναι, άλλωστε, και η αιτιολογική έκθεση του Ν. 1419/1984, ο οποίος μετατόπισε τη ratio της τιμώρησης των ανωτέρω σεξουαλικών αδικημάτων από την προσβολή των ηθών στην προσβολή της γενετήσιας ελευθερίας, που αποτελεί προέκταση της ανθρώπινης αξίας και όχι της κοινωνικής ηθικής. Με βάση το συλλογισμό αυτό, αυτή ακριβώς η προστασία της γενετήσιας ελευθερίας είναι και το έννομο αγαθό που καλείται να προστατέψει η ΠΚ 348Β περί άγρας των παιδιών στο διαδίκτυο. Το έγκλημα, δε, ενώ παρουσιάζει ιδιαίτερες ομοιότητες με τα προαναφερόμενα, αφού όλα εδράζονται πάνω στο στοιχείο της ευαλωτότητας του ανηλίκου, συμπληρώνοντας μάλιστα συνήθως το ένα το άλλο προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι σκοποί του δράστη, ήτοι η άμβλυνση των αναστολών του παιδιού, προκειμένου αυτό να είναι σωματικά και ψυχολογικά έτοιμο για τη σεξουαλική δραστηριότητα που επιθυμεί μαζί του ο θύτης του (φαινόμενο της “απευαισθητοποίησης”), ωστόσο διαφοροποιείται από αυτά, αφού έχει περισσότερο προληπτικό χαρακτήρα.

Συγκεκριμένα, για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα του grooming απαιτείται πρόταση, που απευθύνεται σε ανήλικο κάτω των 15 ετών και στόχο έχει την πραγματοποίηση συνάντησης μαζί του με σκοπό την αποπλάνηση ή/και την πορνογραφία. Σύμφωνα, δε, με το Άρθρο 6 της κοινοτικής οδηγίας 2011/92/ΕΕ σχετικά με την καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας, η οποία και ενσωματώθηκε στο εσωτερικό μας δίκαιο μέσω της θέσπισης του άρθρου ΠΚ248Β, αλλά και της αιτιολογικής έκθεσης του Ν. 4267/2014, για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος απαιτούνται περαιτέρω ενέργειες του δράστη, όπως η μετάβαση του στο τόπο της συνάντησης.

Παράλληλα, τόσο η διάρκεια, όσο και η ένταση της προσβολής εξαρτώνται και από τις ιδιαιτερότητες του κάθε δράστη, την προσωπικότητα, την ψυχοσύνθεση και τον τρόπο εκδήλωσης της εγκληματικής του βούλησης. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της αγγλικής νομολογίας6, σύμφωνα με το οποίο εντάχθηκε στη ρύθμιση του άρθρου 6 της κοινοτικής οδηγίας 2011/92/ΕΕ περί άγρας των παιδιών στο διαδίκτυο περίπτωση κατά την οποία ουδέποτε πραγματοποιήθηκε συνάντηση του κατηγορουμένου με το 8χρονο θύμα του. Η ένταση της προσβολής, ωστόσο, και η ύπαρξη δικογραφίας σε βάρος του προσώπου του δράστη, που τον καθιστούσε σεσημασμένο παιδόφιλο, οδήγησαν τις εθνικές αρχές στη διεύρυνση του αξιοποίνου της πράξης του, κάνοντας φανερή την ευελιξία και τα αντανακλαστικά που πρέπει να έχει ο εθνικός νομοθέτης, όταν διακυβεύονται αξίες πανανθρώπινης σημασίας, όπως η προστασία της γενετήσιας ελευθερίας, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και φυσικά η παιδική ηλικία.

Μολαταύτα, και παρά την θέσπιση του ΠΚ348Β, πριν από την οποία μια τέτοια συμπεριφορά, που πλέον περιγράφεται στο νόμο ρητά, αποτελούσε απλή προπαρασκευαστική πράξη του εγκλήματος της αποπλάνησης ανηλίκου (ΠΚ 339), με αποτέλεσμα να μην τιμωρείται ούτε καν σε απόπειρα (!), μια ματιά στην ελληνική νομολογία οδηγεί στο απογοητευτικό συμπέρασμα ότι ενώ ο Έλληνας δικαστής είναι εξοπλισμένος με τα κατάλληλα νομοθετικά όπλα, παρ' όλα αυτά δεν τα χρησιμοποιεί, αρκούμενος στις διαχρονικές διατάξεις περί αποπλάνησης ανηλίκου και παιδικής πορνογραφίας. Ως εκ τούτου, η διάταξη του ΠΚ348Β παραμένει χωρίς εφαρμογή. Χαρακτηριστική είναι η ΑΠ 1557/2012, κατά την οποία ο κατηγορούμενος για πορνογραφία ανηλίκων (ΠΚ 348Α) χρησιμοποιεί όλες τις μεθόδους, τα στάδια και το φάσμα των απειλών, που ακολουθούν οι groomers προκειμένου να ικανοποιήσουν τις σεξουαλικές τους επιθυμίες.

Συγκεκριμένα, ο δράστης άρχισε να συνομιλεί μέσω διαδικτυακής υπηρεσίας μηνυμάτων (msn messenger) με ανήλικη κοπέλα, 13 ετών. Αφού κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη της την έπεισε σε αποστολή φωτογραφιών ερωτικού περιεχομένου, τις οποίες έχοντας στην κατοχή του χρησιμοποιούσε προκειμένου να απειλεί το ανήλικο κορίτσι κάθε φορά που δεν συμμορφωνόταν στις επιθυμίες του. Παρόμοια συμπεριφορά groomer περιγράφεται και στην απόφαση Πλημμελειοδικείου Πατρών υπ' αριθμό 342/2016, όπου περιγράφεται λεπτομερώς η ψυχολογική πίεση του δράστη προκειμένου η ανήλικη να στείλει σε αυτόν περισσότερες γυμνές φωτογραφίες , τις οποίες μάλιστα αποθήκευε, ώστε να μπορεί να ανατρέχει σε αυτές όποτε ήθελε. Η ΜΟΔ 161/2016 καταδεικνύει ακόμα περισσότερο το φαινόμενο της διαδικτυακής αποπλάνησης ανηλίκου. Σύμφωνα με τα περιστατικά που περιγράφονται σε αυτήν, το 13χρονο θύμα γνώρισε τον 21χρονο δράστη στο διαδίκτυο και στη συνέχεια απέκτησε μαζί του και προσωπική επαφή, συναντώντας τον και συνάπτοντας σχέση μαζί του, ακολουθώντας τον μάλιστα στο σπίτι του, όπου και έμεινε για 10 μέρες (!).

Τέλος, συναφής ως προς το σκοπό του άρθρου είναι η αναιρετική απόφαση ΑΠ 3/2018 κατά της αθωωτικής απόφασης του ΜΟΔ Κατερίνης 130/2015, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά της οποίας το 13χρονο θύμα γνώρισε τον 20χρονο δράστη μέσω της εφαρμογής facebook και σύναψε μαζί του ερωτική σχέση. Ωστόσο, το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Κατερίνης δέχτηκε ότι λόγω της σωματικής και πνευματικής ανάπτυξης του θύματος εκείνο μπορούσε να συναινέσει. Πρόκειται για καταφανή περίπτωση όχι μόνο victim blaming, αλλά και αδικαιολόγητης περιστολής του αξιοποίνου, εφόσον μάλιστα, όπως ήδη αναφέρθηκε, η ανηλικότητα είναι μια αόριστη νομική έννοια στο πεδίο του ποινικού δικαίου, η εξειδίκευση της οποίας πρέπει να γίνεται με σεβασμό προς τα δικαιώματα του παιδιού, αλλά το ευρύτερο σύστημα δικαίου. Για το λόγο αυτό έγινε και δεκτή η αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου, αφού η συναίνεση του θύματος δεν αποτελεί λόγο άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης.

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι οι εποχές αλλάζουν και ως προς την κατεύθυνση αυτή πρέπει να πορεύεται και ο τρόπος με τον οποίο αντιδρούν τα αντανακλαστικά της Δικαιοσύνης. Η κλισέ γλαφυρή αναπαράσταση του παιδόφιλου που καραδοκεί έξω από τα σχολεία και τις παιδικές χαρές, προσφέροντας καραμέλες και χαμόγελα στα ανυποψίαστα θύματα του έχει πια ξεπεραστεί και αποτελεί πλέον μία πολύ μικρή πτυχή του προβλήματος, αφού η χρήση του διαδικτύου και των νέων τεχνολογίων δημιουργεί έναν ευρύτερο χώρο, μέσα στον οποίο επίδοξοι groomers και παιδόφιλοι μπορούν να εκδηλώσουν την εγκληματική τους συμπεριφορά. Στόχος μιας δημοκρατικής κοινωνίας, δε, είναι να μην επιτρέψει την παραχώρηση του “χώρου” αυτού (δηλ. Του διαδικτύου) -αλλά και κανενός άλλου -σε τέτοιες ανάρμοστες και επικίνδυνες πρακτικές, αλλά να τον αξιοποιήσει προς όφελος της. Η προστασία, μάλιστα, των πιο αδύναμων μελών της, ήτοι των παιδιών, αποτελεί έναν από τους πιο ευγενείς και ελπιδοφόρους σκοπούς της, αφού μέσα στη νέα γενιά κυοφορείται το μέλλον!


1. Άρθρο 23 της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των παιδιών κατά της γενετήσιας εκμετάλλευσης και κακοποίησης, την οποία κύρωσε η χώρα μας με το Ν.3727/2008 (ΦΕΚ Α' 257/18.12.2008)

2. Craven S., Brown S. και Gilchrist E, Sexual grooming of children: review of literature and theoretical considerations , Journal of Sexual Aggression, 12, 2006

3. Χριστίνα Δοροβίτσα, “Online grooming”: προσέλκυση παιδιών για γενετήσιους λόγους, Φαινομενολογία και ζητήματα αντεγκληματικής πολιτικής, Πειραϊκή Νομολογία, τεύχος 1, 2019, σελ 11

4. Mitchell K., Finkelhor D., Wolak J., Risk factors and the impact of Online Sexual Solocitation of youth, American Medical Association, 285 (23), 2001, 3011-3014

5. Μανωλεδάκης Ι., Το έννομο αγαθό ως βασική έννοια του Ποινικού Δικαίου, 1998, 281

6. P. Jougleux, Ευρωπαϊκό Δίκαιο του Διαδικτύου, Σάκκουλας, 2016, σελ. 154

Γραμμές υποστήριξης:

http://www.help-line.gr/ :Γραμμή Βοηθείας ‘help-line’ 210 6007686

Μονάδα Εφηβικής Υγείας: Γραμμή υποστήριξης «ΜΕ Υποστηρίζω», 8001180015


Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News