Δικηγορικό Γραφείο

Η σύμβαση εμπιστευτικότητας (ή αλλιώς «συμφωνητικό εχεμύθειας») είναι η σύμβαση με την οποία ο ένας ή και οι δύο συμβαλλόμενοι αναλαμβάνουν την υποχρέωση τήρησης απόλυτης εχεμύθειας για όλες τις εμπιστευτικές πληροφορίες που τους έχουν παρασχεθεί ή θα τους παρασχεθούν στο μέλλον, καθώς και για όλες τις πληροφορίες στις οποίες δίνεται πρόσβαση στα πλαίσια της εν λόγω συνεργασίας τους.

Η σύμβαση εμπιστευτικότητας προστατεύει όλες τις πληροφορίες, σε γραπτή ή μη μορφή, ιδιωτικής ή εμπιστευτικής φύσης, που αποτελούν είτε αποκλειστική περιούσια της επιχείρησης είτε πληροφορίες τις οποίες η επιχείρηση οφείλει ή επιθυμεί να προστατεύσει. Τέτοιες πληροφορίες μπορεί να αφορούν (ενδεικτικώς αναφερόμενα:) προϊόντα, μεθόδους εργασίας, τεχνικές, διαδικασίες, φόρμουλες, πλάνα ανάπτυξης, αποτελέσματα έρευνας ή κλινικών μελετών, οικονομικά και προσωπικά δεδομένα και, κυρίως, λίστες πελατών και προμηθευτών (ή ακόμα και υποψηφίων πελατών της επιχείρησης). Η σύμβαση εμπιστευτικότητας σκόπιμο είναι να χρησιμοποιείται και στις περιπτώσεις των «εμπορικών μυστικών» (trade secrets) των οποίων η μυστικότητα παρέχει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στην επιχείρηση.

Οι εν λόγω συμβάσεις δεν έχουν νομοθετικό έρεισμα και δεν προβλέπονται αυτοτελώς σε συγκεκριμένο νόμο της ελληνικής έννομης τάξης, ωστόσο παγίως αναγνωρίζεται από τα ελληνικά δικαστήρια ως έγκυρη σύμβαση (βλ. ενδεικτικά 1219/2017ΑΠ, 1141/2018ΑΠ, 168/2004ΜΠρΒολ.) βάσει και της γενικής αρχής του Αστικού Δικαίου περί ελευθερίας των συμβάσεων  (αρθρ. 287 και 361 ΑΚ σε συνδυασμό με το αρθρ. 5, παρ1 του Συντάγματος).

----------------------

Περιεχόμενο της σύμβασης εμπιστευτικότητας

Σε γενικές γραμμές, μια σύμβαση εμπιστευτικότητας, προκειμένου να παρέχει την επιδιωκόμενη από τα συμβαλλόμενα μέρη προστασία, θα πρέπει να αναφέρει:

  • το ποιοι συμβάλλονται (πχ εργοδότης με εργαζόμενο, εμπορικοί συνεργάτες μεταξύ τους, πωλητές με αγοραστές, κτλ) καθώς και τα πλήρη στοιχεία αυτών
  • με ποιες ιδιότητες συμβάλλονται. Θα πρέπει να γίνεται σαφής αναφορά στη σχέση που συνδέει τους δύο συμβαλλόμενους (πχ εργασιακή σύμβαση ή εμπορική συμφωνία), τη φύση αυτής της σχέσης (πχ πότε ξεκίνησε ή ξεκινά η συνεργασία, τους βασικούς όρους που την διέπουν κτλ) και τις υποχρεώσεις και το ρόλο που αναλαμβάνει ο αντισυμβαλλόμενος στη συνεργασία αυτή.
  • ποιες πληροφορίες θεωρούνται εμπιστευτικές. Ειδικά σε αυτό το κομμάτι θα πρέπει να δοθεί μεγάλη προσοχή από τις εταιρείες, καθώς θα πρέπει να είναι γραμμένο με τέτοιο τρόπο ώστε να μην δημιουργείται καμία απολύτως παρερμηνεία ή ασάφεια σχετικά με το ποιες πληροφορίες είναι και πρέπει να θεωρούνται από τον αντισυμβαλλόμενο εμπιστευτικές. Σαφέστατα δεν είναι δυνατόν να εξειδικευτεί εκ των προτέρων το σύνολο των πληροφοριών που θα περιέλθουν σε γνώση του, ωστόσο η ρήτρα εμπιστευτικότητας θα πρέπει να προβλέπει και να καλύπτει όσο το δυνατόν πληρέστερα την έκταση και το είδος των πληροφοριών αυτών.
  • ποια η διάρκεια ισχύος της σύμβασης. Αξίζει να σημειωθεί ότι ακόμη κι αν λυθεί η μεταξύ των μερών σύμβαση (είτε πρόκειται για σύμβαση εργασίας είτε για εμπορική συμφωνία) η ισχύς της ρήτρας εμπιστευτικότητας θα πρέπει να ορίζεται ρητά ότι παραμένει ακέραια και δεσμεύει τον αντισυμβαλλόμενο για αόριστο χρονικό διάστημα, καθώς παράλειψη τέτοιας ρύθμισης θα στερούσε στην ουσία από την συμβαλλόμενη εταιρεία την, επιδιωκόμενη με την εν λόγω ρήτρα, προστασία, μόλις θα έπαυε η μεταξύ τους σχέση.

Επίσης οι κύριες υποχρεώσεις του αποδέκτη των πληροφοριών (αντισυμβαλλόμενου) στις συμβάσεις αυτές και οι οποίες θα πρέπει πάντα να προβλέπονται στις εν λόγω συμβάσεις είναι ενδεικτικά οι εξής:

  • Υποχρέωση μη ανακοίνωσης των εμπιστευτικών πληροφοριών σε τρίτους
  • Υποχρέωση μη χρήσης των εμπιστευτικών πληροφοριών για σκοπούς άλλους από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ο αντισυμβαλλόμενος έχει αναλάβει με την κύρια σύμβαση
  • Υποχρέωση μη αναπαραγωγής των εμπιστευτικών πληροφοριών και διατήρησής του υπό ασφαλείς συνθήκες (πχ μέσω αντιγραφής ηλεκτρονικών αρχείων σε δική του μονάδα usb ή δημιουργία φωτοαντιγράφων από ιδιωτικά έγγραφα και εξαγωγή αυτών από την εταιρεία σε δικό του χώρο).
  • Υποχρέωση προστασίας των δεδομένων αυτών από κακόβουλες και αθέμιτες ενέργειες τρίτων. (Δηλαδή δεν αρκεί να μην επεξεργάζεται κάποιος παράνομα τις προστατευόμενες πληροφορίες αλλά περαιτέρω θα πρέπει να λαμβάνει και όλα τα απαραίτητα μέτρα για να μην διαρρεύσουν οι πληροφορίες αυτές από ενέργειες άλλων ατόμων)

(Προσοχή.  Η ρήτρα δεσμεύει τον αντισυμβαλλόμενο και προστατεύει την συμβαλλόμενη εταιρεία/ιδιώτη μόνο εφόσον οι πληροφορίες αποκτήθηκαν μέσα στα πλαίσια της οριζόμενης στη σύμβαση δραστηριότητας του πρώτου. Αν αντίθετα διέλθουν σε γνώση του εν λόγω αντισυμβαλλόμενου πληροφορίες που είναι μεν εμπιστευτικές για την εταιρεία, αλλά έγιναν γνωστές επειδή λχ δημοσιεύθηκαν ή τις γνωστοποίησε σε αυτόν άλλη-τρίτη πηγή, ο αντισυμβαλλόμενος δεν δεσμεύεται με βάση τη ρήτρα εμπιστευτικότητας).

---------------

Είναι όντως νομικά απαραίτητες οι ρήτρες αυτές;

Είναι διφορούμενο θέμα. Ο νόμος προστατεύει εκ των πραγμάτων όλα τα υποκείμενα δικαίου (είτε φυσικά είτε νομικά πρόσωπα) που για κάποιο λόγο έχουν έννομο συμφέρον και δικαίωμα να κρατήσουν μυστικές από τρίτους τις πληροφορίες που τους αφορούν, ακόμα και χωρίς κάποια τέτοια ρήτρα εμπιστευτικότητας.

Έτσι, για παράδειγμα τα φυσικά πρόσωπα προστατεύονται από την παράνομη επεξεργασία των προσωπικών τους δεδομένων με βάση τις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων (GDPR),  οι εμπορικές και βιομηχανικές επιχειρήσεις  προστατεύονται ως προς την τεχνογνωσία τους και τις επιχειρηματικές τους πληροφορίες από κάθε παράνομη χρήση ή αποκάλυψή τους με βάση το εμπορικό απόρρητο (βλ. Οδηγία ΕΕ 2016/943), οι καταθέτες των Τραπεζών με βάσει το τραπεζικό απόρρητο, ενώ επίσης σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ακόμα και για αυτές που δεν υφίσταται κάποια ειδική ρύθμιση, μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι γενικές διατάξεις του ΑΚ περί αποζημιώσεων όποιου ζημιώθηκε υπαίτια από συμπεριφορά άλλου (914 ΑΚ).

Συνεπώς, είναι πράγματι απαραίτητο να προβαίνουν στην κατάρτισή τους οι εταιρείες/επαγγελματίες;

Πράγματι, σχεδόν το σύνολο των πληροφοριών που θα έλθουν σε γνώση του αντισυμβαλλόμενου-συνεργάτη μιας εταιρείας/επαγγελματία, προστατεύεται συνήθως εκ των πραγμάτων από το νόμο. Ωστόσο οι ρήτρες εμπιστευτικότητας κρίνονται απαραίτητες για τρεις κυρίως λόγους:

α) Πρωτίστως, επειδή λειτουργούν ως ένα πολύ ισχυρό αποδεικτικό μέσο σε πιθανή δικαστική διένεξη που θα εγερθεί, ως προς τη γνώση ή μη του αντισυμβαλλόμενου αφενός για το γεγονός ότι συγκεκριμένες πληροφορίες ή ομάδα πληροφοριών ήταν πράγματι εμπιστευτικές (πχ ένας εργαζόμενος δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι αγνοούσε ότι τα στοιχεία επικοινωνίας των πελατών της εταιρείας ήταν εμπιστευτικές πληροφορίες όταν τα στοιχεία αυτά θα προβλέπονται ρητά ως εμπιστευτικές πληροφορίες στην ρήτρα εμπιστευτικότητας που θα έχει υπογράψει) αφετέρου ότι όφειλε να διαφυλάξει και να κρατήσει μυστικές τις πληροφορίες αυτές (πχ θα είναι επίσης αδύνατο να υποστηριχθεί από κάποιο εμπορικό συνεργάτη ότι αγνοούσε ότι έπρεπε να μην γνωστοποιεί σε τρίτους πληροφορίες σχετικά με τα οικονομικά της συμβαλλόμενής του εταιρείας όταν αυτό θα προβλέπεται επίσης ρητώς σε μια τέτοια ρήτρα-σύμβαση που θα έχει υπογράψει).

β) Επειδή είναι απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να προβλεφθεί και να καταρτιστεί Ποινική Ρήτρα για την αθέτησή της (αρθρ. 404 ΑΚ επομ.). Η ποινική ρήτρα είναι ένα νομικό μέσο προκειμένου να επιβληθεί κάποια κύρωση στον αντισυμβαλλόμενο που δεν τήρησε όσα προβλέπονται στη ρήτρα εμπιστευτικότητας, ανεξάρτητα με το αν προκλήθηκε πράγματι κάποια βλάβη ή ζημία στην εταιρεία από αυτή του την ενέργεια. Η κύρωση μπορεί να συνίσταται σε χρηματική οφειλή (συνηθέστερα) ή και σε άλλη επιβαρυντική για τον παραβάτη εξέλιξη. Αποτελεί κατά γενική ομολογία ένα αρκετά ισχυρό μέσο πίεσης στα πλαίσια της αγοράς για να ωθούν τα συμβαλλόμενα υποκείμενα δικαίου σε συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη, προκειμένου να αποφύγουν δυσμενείς έννομες συνέπειες. Κρίνεται σίγουρα επωφελές, οι ποινικές ρήτρες αυτές να προβλέπονται και να θεσπίζονται τις ρήτρες εμπιστευτικότητας, καθώς προσδίδουν ακόμα μεγαλύτερο βάρος στην διατήρηση τις απαιτούμενης προστασίας που επιθυμεί η εκάστοτε εταιρεία/επαγγελματίας.

Γ) Τέλος, λειτουργούν τις κι ως ένα ισχυρό μέσο ψυχολογική πίεσης για τον αντισυμβαλλόμενο, ο οποίος έχοντας υπογράψει και δεσμευτεί με ένα τέτοιο έγγραφο, γίνεται αυτόματα πολύ πιο διστακτικός σε οποιαδήποτε παράνομη ή αντισυμβατική συμπεριφορά σχετικά με τις πληροφορίες που διαλαμβάνει.

-----------------

Μεγάλη επίσης προσοχή χρειάζεται και για τις εταιρείες που επιλέγουν να συμβληθούν με αντίστοιχες εταιρείες του εξωτερικού στα πλαίσια της εμπορικής δραστηριότητάς τους και στις οποίες συμβάσεις ορίζεται ότι η σύμβαση θα διέπεται από το δίκαιο ξένου κράτους, ιδίως όταν το κράτος αυτό είναι δίκαιο του λεγόμενου Αγγλοσαξονικού Δικαίου (Common Law) (κυρίως Αγγλία, ΗΠΑ, Καναδάς ή Αυστραλία). Στα κράτη αυτά, η εν λόγω ρήτρες εμπιστευτικότητας (Non- Disclosure Agreements, δηλ. NDA’s) έχουν μεγαλύτερη δεσμευτική ισχύ και οι ποινικές ρήτρες που προβλέπονται για την παράβασή τους είναι κατά πολύ μεγαλύτερες από αυτές που θα έκαναν δεκτές τα Ελληνικά ή και Ευρωπαϊκά Δικαστήρια. Συνεπώς, αν δεν καταβληθεί η δέουσα επιμέλεια από όλους τους συνεργάτες-εργαζόμενους της συμβληθείσας εταιρείας, η τελευταία ενδέχεται, κατόπιν πιθανής δίκης που θα ανακύψει, να βρεθεί να οφείλει υπέρμετρα μεγάλα ποσά σε αντισυμβαλλόμενή της, λόγω παραβίασης των διατάξεων που προβλέπει η μεταξύ τους συναφθείσα ρήτρα εμπιστευτικότητας.

Επίσης, υπενθυμίζεται ότι όλα τα φυσικά πρόσωπα που πράττουν και λειτουργούν για λογαριασμό ενός οποιουδήποτε νομικού προσώπου όπως η εταιρεία, (είτε είναι εργαζόμενοι αυτού, νόμιμοι εκπρόσωποι, διαχειριστές ή ακόμη και συνεργάτες) μπορούν με πράξη ή παράλειψή τους να δημιουργήσουν ευθύνη του νομικού προσώπου (εταιρείας) σε όποιον ζημιώθηκε από την πράξη τους αυτή (ευθύνη βοηθού εκπλήρωσης και ευθύνη προστηθέντος  334, 922 ΑΚ).

Ένα ακόμη σημαντικό σημείο είναι ότι όταν μια επιχείρηση-εταιρεία συζητά για το περιεχόμενο της συμφωνίας με μια νομική οντότητα, θα πρέπει και οι εργαζόμενοι αυτής να υπογράψουν μια άλλη αντίστοιχη συμφωνία τήρησης απορρήτου για το περιεχόμενο της πρώτης προκειμένου να ενισχυθεί και να επιτευχθεί η απαιτούμενη προστασία.

Όλα τα συμβαλλόμενα μέρη θα πρέπει να γνωρίζουν επίσης ότι οποιαδήποτε υποχρέωση τήρησης εμπιστευτικότητας-εχεμύθειας έχουν αναλάβει, αίρεται αυτόματα όταν οι πληροφορίες αυτές ζητηθούν ρητώς από δικαστικές ή εισαγγελικές αρχές κι ως εκ τούτου το συμβαλλόμενο μέρος σε αυτή την περίπτωση δεν θεωρείται ότι παραβαίνει την εν λόγω ρήτρα.

Τέλος, επισημαίνεται ότι όλες οι εταιρείες θα πρέπει να απευθύνονται κάθε φορά σε εξειδικευμένο δικηγόρο προκειμένου να συντάσσει το περιεχόμενο της εκάστοτε ρήτρας εμπιστευτικότητας (η οποία μπορεί είτε να είναι ανεξάρτητη από την κύρια σύμβαση που έχουν συνάψει τα μέρη είτε τμήμα αυτής που ενσωματώνεται στην τελευταία) και σε καμία περίπτωση να μην επιχειρείται αυτό από μη (καταρτισμένους) νομικούς, καθώς υπάρχει ο κίνδυνος δημιουργίας πολύ επιβλαβών και ζημιογόνων για την εταιρεία συνεπειών.

Πέραν αυτών, πρέπει να διευκρινιστεί ότι η εκάστοτε σύμβαση εντός της οποίας θα προβλέπεται η ρήτρα εμπιστευτικότητας, θα πρέπει να είναι ξεχωριστή για κάθε περίπτωση, αφού εκ των πραγμάτων κάθε συμβαλλόμενος θα φέρει διαφορετικά χαρακτηριστικά, ιδιότητες και υποχρεώσεις και συνεπώς θα πρέπει να αποφευχθεί παντελώς η λύση της προδιατυπωμένης-έτοιμης ρήτρας εμπιστευτικότητας που συχνά επιλέγουν χάριν εξοικονόμησης χρόνου πολλές επιχειρήσεις.

--------------

Για περισσότερες πληροφορίες, καθώς και για τη νομική σας καθοδήγηση και εκπροσώπηση, μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.