Δικηγορικό Γραφείο
Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια ως έννομο αγαθό

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Τόσο η Ελληνική όσο και η Ευρωπαϊκή έννομη τάξη στο σύνολό της, παρά την πληθώρα δικαιωμάτων - εννόμων αγαθών που αναγνωρίζουν αφενός σε ατομικό επίπεδο για τους πολίτες, αφετέρου ως κριτήριο-σκοπός βάσει του οποίου αναπτύσσεται, δομείται και λειτουργεί η δράση του ίδιου του κρατικού μηχανισμού και των εξουσιών που αυτός ασκεί, δέχονται ως μία κοινή βάση όλων αυτών των δικαιωμάτων, μια θεμελιώδη υπερ-αρχή, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Η αρχή αυτή, παρά τη δυσκολία που υπάρχει ως προς τον ακριβή ορισμού του περιεχομένου της, είναι κοινώς αποδεκτό ότι πέρα από αυτοτελές έννομο αγαθό, αποτελεί ταυτόχρονα και τον πυρήνα όλων των υπολοίπων εννόμων αγαθών από τον οποίο αυτά εκπορεύονται και βρίσκουν νομικό έρεισμα. Για να γίνει αυτό αντιληπτό, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το σύνολο των δικαιωμάτων που προβλέπονται και προστατεύονται στην έννομη τάξη (είτε σε εθνικό είτε κοινοτικό πλαίσιο), είναι επί της ουσίας μια ειδικότερη έκφανση του συγκεκριμένου δικαιώματος στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Το δικαίωμα στην ελευθερία, το δικαίωμα στην ασφάλεια, το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή και στην ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης, το δικαίωμα στην ίση μεταχείριση, το δικαίωμα στην ανάπτυξη της προσωπικότητας και εν γένει όλα ανεξαιρέτως τα δικαιώματα (είτε αυτά που έχουν ήδη θεσμοθετηθεί είτε αυτά που ενδέχεται να αποκρυσταλλωθούν ή θεσπιστούν στο μέλλον) δεν είναι τίποτα άλλο παρά επιμέρους και ειδικότερες εκδοχές του ανωτέρω θεμελιώδους δικαιώματος.

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΗ ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ

Ψήγματα της έννοιας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας εντοπίζονται για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία σε κείμενα του Αριστοτέλη, ο οποίος, επηρεασμένος από τους Σοφιστές θα διατυπώσει την αρχή της «επιείκιας», κατά την οποία, οι ιδιώτες θα (πρέπει να) έχουν το δικαίωμα «ζην ως βούλεται τις» (βλ. σχετικά Ηθικά Νικομάχεια).

Θα ακολουθήσει ο Καντ, οποίος και θα θεμελιώσει το 1797 στο έργο του «Η μεταφυσική των ηθών» για πρώτη φορά τον όρο «ανθρώπινη αξιοπρέπεια» (dignitas), θέτοντας ταυτόχρονα και τη θεωρητική - φιλοσοφική βάση πάνω στην οποία θα στηριζόταν η μετέπειτα ανάλυση και εξέλιξη της έννοιας.

Παρόλα αυτά, η νομική θέσπιση του όρου θα αργήσει αρκετά, καθώς ο τελευταίος θα εγγραφεί για πρώτη φορά σε νομοθετικό κείμενο μόλις το 1949, στο νέο Σύνταγμα της Γερμανίας, η οποία, ως η ηττημένη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, θέλησε να καταστήσει απόλυτα σαφές ότι οι κρατικές αρχές έχουν (εφεξής) ως θεμελιώδες καθήκον τον απόλυτο σεβασμό και την ισότιμη αξιοπρέπεια όλων ανεξαιρέτως των ανθρώπων. Η έμφαση μάλιστα που ήθελαν να δώσουν σε αυτό οι συντακτικοί νομοθέτες ήταν τόσο μεγάλη που κρίθηκε αναγκαίο η εν λόγω αρχή να τεθεί στην πρώτη κιόλας παράγραφο του πρώτου άρθρου του Συντάγματος (βλ. παρ1, αρθρ. 1 Γερμ.Συντ: «Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι απαραβίαστη. Ο σεβασμός και η προστασία της αποτελεί καθήκον κάθε κρατικής αρχής»). Ανάλογη δράση ανέλαβαν στη συνέχεια και όλα τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη, προβλέποντας και θεσπίζοντας εν καιρώ την έννοια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας στα Συντάγματά τους.

Πέρα όμως από τα επιμέρους εθνικά συντάγματα κάθε χώρας, η συγκεκριμένη αρχή κρίθηκε επίσης απαραίτητο να τεθεί και με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο και σε υπερεθνικά νομοθετικά κείμενα, με πρώτη και καλύτερη τη Χάρτα των Ηνωμένων Εθνών και εν συνεχεία ήδη το προοίμιο της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου («…με τον καταστατικό Χάρτη, οι λαοί των Ηνωμένων Εθνών διακήρυξαν και πάλι την πίστη τους στα θεμελιακά δικαιώματα του ανθρώπου, στην αξιοπρέπεια και την αξία της ανθρώπινης προσωπικότητας»).

Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια (ή η «αξία του ανθρώπου», όπως επίσης συχνά συναντάται ο όρος), πέρα από τα Συντάγματα κάθε κράτους-μέλους, κατοχυρώνεται πλέον ρητά τόσο στη Συνθήκη της Λισαβόνας (άρθρο 2 και άρθρο 21 παρ. 1 ΣυνθΕΕ) όσο και στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (άρθρα 1, 2-5, αλλά και 25,31). Στον ΧΘΔΕΕ μάλιστα, αναφέρεται και στο προοίμιο και κατοχυρώνεται τόσο γενικά (άρθρο 1 «Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι απαραβίαστη. Πρέπει να είναι σεβαστή και να προστατεύεται») όσο και ειδικά (άρθρα 2-5).

Στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), παρότι δεν υπάρχει ρητή και σαφής πρόβλεψη του όρου, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (το οποίο είναι και το αρμόδιο όργανο για την ερμηνεία των διατάξεών της ΕΣΔΑ) έχει παγίως νομολογήσει ότι «Η ουσία της ΕΣΔΑ είναι ο σεβασμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της ανθρώπινης ελευθερίας» (βλ. αποφ. ΕΔΔΑ 29.04.2002).

Στο ελληνικό Σύνταγμα η έννοια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας εμφανίζεται (ρητά) σε τρία άρθρα: στο αρ. 2 παρ. 1: «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας», στο αρ. 7 παρ. 2: «Τα βασανιστήρια, οποιαδήποτε σωματική κάκωση, βλάβη υγείας, ή άσκηση ψυχολογικής βίας, καθώς και κάθε άλλη προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας απαγορεύονται και τιμωρούνται, όπως νόμος ορίζει» και στο αρ. 106 παρ. 2: «Η ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία δεν επιτρέπεται να αναπτύσσεται σε βάρος της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ή προς βλάβη της εθνικής οικονομίας».

Πέρα όμως από τις επιμέρους αναφορές του όρου, η ουσία και το πνεύμα της αξίας του ανθρώπου διαπνέουν, γεννούν και στηρίζουν, όπως αναφέρθηκε ήδη, το σύνολο όλων των υπολοίπων διατάξεων της ελληνικής έννομης τάξης, τόσο του ίδιου του Συντάγματος όσο και των κατώτερων σε τυπική ισχύ νομοθετημάτων.

ΟΙ ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ ΟΡΙΟΘΕΤΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΟΤΗΤΑΣ ΑΥΤΗΣ

Κατά καιρούς, έχει επιχειρηθεί αρκετές φορές να δοθεί μια γενική ερμηνεία στο έννομο αγαθό-αρχή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και να οριοθετηθεί ως νομική έννοια. Μερικές εξ αυτών είναι οι ακόλουθες:

«…προσβάλλεται η αξία του ανθρώπου όταν αντιμετωπίζεται ο άνθρωπος ως αντικείμενο-μέσο για την εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών. Με αυτό τον τρόπο παραβιάζεται η ιδιότητά του ως ανθρώπου, ως υποκειμένου» (η λεγόμενη θεωρία «Οbjektformel», μία εκ των θεωριών που έχει αναπτύξει η γερμανική νομολογία για τον συγκεκριμένο όρο).

«Ως αξία του ανθρώπου μπορεί να οριστεί ο (κοινωνικός και θεσμικός) ίσος έμπρακτος σεβασμός και ίση αναγνώριση που δικαιούται κάθε άνθρωπος» (H. Jarass, Charta der Grundrechte der Europaischen Union, 2013)

«Αξιοπρέπεια είναι η αξία που πρέπει να έχει ο άνθρωπος, ως έλλογο και συνειδητό ον, ως “πρόσωπο” ». (Α.Μάνεσης, Συνταγματικά Δικαιώματα, Ατομικές ελευθερίες, 1982)

«Ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι η ικανότητα (δυνητική ή πραγματική) του αυτοκαθορισμού (της αυτοδιαθέσεως)». (Ράϊκος, Παραδόσεις συνταγματικού δικαίου, τομ. Β)

«Αξιοπρέπεια είναι ο σεβασμός της δυνατότητας του ανθρώπου, του κάθε ατόμου, να είναι αυτό που είναι και να έχει το αδιαφιλονίκητο δικαίωμα να είναι ο εαυτός του».(Κ. Κωνσταντινίδης)

Όπως καθίσταται σαφές, οι ορισμοί που κατά καιρούς δίνονται, παρότι όλοι τους σύμφωνοι με το γράμμα και το πνεύμα της εν λόγω διάταξης-αρχής, δεν είναι αρκετοί για να συμπεριλάβουν το σύνολο του νοήματος της ηθικοπολιτικής κορωνίδας που ονομάζεται αξία του ανθρώπου.

Σε καμία όμως περίπτωση, αυτή η αδυναμία απόλυτης οριοθέτησης της εν λόγω έννοιας δεν θα πρέπει να εκληφθεί ως στοιχείο αρνητικό για την έννομη τάξη (είτε μιλάμε για την εθνική ή για την κοινοτική). Αντίθετα, η γενικότητα και η πανσπερμία της υπερ-αρχής αυτής σε όλο το φάσμα του Δικαίου μπορεί να θεωρηθεί μόνο ως γεγονός αποδεικτικό ολοκληρωτικής κυριαρχίας και τήρησης της τελευταίας επί οποιασδήποτε αντίθετης ρύθμισης ή συμπεριφοράς, ιδιωτικής ή κρατικής, που δεν είναι σύμφωνη ή σύννομη με αυτήν. Με άλλα λόγια, η γενικότητα και η έλλειψη αυστηρού πλαισίου εφαρμογής της έννοιας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, αφήνει στον εκάστοτε εφαρμοστή του Δικαίου ένα υπέρμετρα (αλλά ταυτόχρονα και θεμιτό) πεδίο δράσης προκειμένου να επεμβαίνει κάθε φόρα, όπου και όπως αυτός κρίνει, προς όφελος του ίδιου του ατόμου.

Δεν θα πρέπει εξάλλου να παραληφθεί επίσης το γεγονός ότι η εν λόγω γενικότητα είναι αυτή που θα επιτρέψει να χρησιμοποιηθεί η ίδια η έννοια της αξιοπρέπειας ως βάση προστασίας των ανθρώπων ακόμα και για προσβολές που δεν έχουν ή δεν μπορούν ακόμα να προβλεφθούν με τα υπάρχοντα σε κάθε εποχή μέσα. Η εν λόγω σκέψη καθίσταται κατανοητή κυρίως αν αναλογιστεί κανείς ορισμένα (σχετικά πρόσφατα) παραδείγματα δικαστικών κρίσεων, όπως οι αποφάσεις για την αναγνώριση του Δικαιώματος του ατόμου στη Λήθη, την απαγόρευση στην ανθρώπινη κλωνοποίηση και την κατάφαση προσβολής προσωπικότητας του ατόμου λόγω ανάρτησης συκοφαντικών για αυτό σχολίων στο διαδίκτυο.

Όλα τα ανωτέρω ζητήματα που αντιμετώπισαν οι συγκεκριμένες δικαστικές κρίσεις, σαφέστατα δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν κατά το χρόνο που συντασσόταν το ελληνικό Σύνταγμα ή η ΕΣΔΑ (εντός των οποίων και θεσμοθετήθηκε-προβλέφθηκε ως έννομο αγαθό η ανθρώπινη αξιοπρέπεια). Αυτό όμως δεν εμπόδισε τη δικαστική εξουσία, στηριζόμενη ακριβώς στην έννοια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, να προβεί σε ρηξικέλευθες αποφάσεις για να προστατεύσει τον άνθρωπο και την υπόστασή του εν γένει από τη λαίλαπα των διαρκώς αυξανόμενων τεχνολογικών εξελίξεων που τον κατακλύζει διαρκώς στις μέρες μας, θέτοντας ταυτόχρονα και αυστηρά πλαίσια στη δράση της κρατικής δράσης και ιδιωτικής πρωτοβουλίας όταν κρίνεται ότι με αυτήν παραβιάζεται το εν λόγω δικαίωμα.

ΣΥΓΚΡΙΣΗ - ΣΥΣΧΕΤΙΣΗ ΜΕ ΑΛΛΑ ΕΝΝΟΜΑ ΑΓΑΘΑ ΚΑΙ Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΑΥΤΗΣ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ

Γενικό πλαίσιο

Το δικαιικό μας σύστημα αναγνωρίζει, όπως αναφέρθηκε, μια πληθώρα δικαιωμάτων και εννόμων αγαθών, τα οποία ως αλληλοσυμπληρώμενο πλέγμα, συνιστούν εν συνόλω την έννομη τάξη μας (απαρτιζόμενη φυσικά τόσο από εθνικούς όσο και από υπερεθνικούς κανόνες δικαίου).

Πολλές φορές ωστόσο, καθίσταται σαφές ότι η εφαρμογή και η ικανοποίηση ενός εννόμου αγαθού ενδέχεται να περιορίζεται ή ακόμη και να ανατρέπεται πλήρως, όταν έρχεται σε αντίθεση-σύγκρουση με έτερο έννομο αγαθό. Έτσι για παράδειγμα, το δικαίωμα ενός καλλιτέχνη να εκφράζεται μέσα από τα έργα του περιορίζεται όταν με αυτά προσβάλλει την προσωπικότητα άλλου ατόμου, το δικαίωμα του πολίτη στην ιδιοκτησία περιορίζεται όταν με την ανατροπή του επιδιώκεται και ικανοποιείται δημόσια ωφέλεια (όπως στην απαλλοτρίωση ακινήτων), ενώ και το δικαίωμα στην οικονομική ελευθερία και στην επιχειρηματικότητα συχνά υποχωρεί μπροστά στο γενικό δικαίωμα της προστασίας και διατήρησης του περιβάλλοντος.

Η στάθμιση ανάμεσα στα αντικρουόμενα κάθε φορά συμφέροντα - αγαθά καθώς και ο τρόπος που αυτή λαμβάνει χώρα, εναπόκειται ως είναι φυσικό στις τρεις εξουσίες, ήτοι την νομοθετική, την εκτελεστική και τη δικαστική, με την τελευταία να αναλαμβάνει και τις περισσότερες φορές το βάρος να δώσει τη λύση στις διαφορές που κατά καιρούς ανακύπτουν (ελλείψει συνήθως ειδικότερης νομοθετικής πρόβλεψης), κάνοντας τη δέουσα εκτίμηση-συσχέτιση μεταξύ των συγκρουόμενων δικαιωμάτων.

Υπεροχή της αρχής στην πράξη

Εδώ ωστόσο έγκειται και όλη η σημασία και η σπουδαιότητα της έννοιας της αξίας του ανθρώπου στη έννομη τάξη. Πιο συγκεκριμένα, παρά τη δυστοκία που εκ των πραγμάτων υφίσταται στην εκπόνηση μιας καθολικά αποδεκτής αξιολογικής ιεράρχησης των εννόμων αγαθών (αν και από πολλούς θεωρητικούς υποστηρίζεται ότι κάτι τέτοιο είναι εκ φύσεως αδύνατο), αναντίρρητα, κατηγορηματικά και με απόλυτη βεβαιότητα, στην κορυφή όλων αυτών βρίσκεται αποκλειστικά και μόνο το αγαθό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, υπερέχον ως δικαίωμα από οποιοδήποτε άλλο, όσο θεμελιώδες ή απαραίτητο κι αν κρίνεται το τελευταίο για την κοινωνική συνοχή!

Όπερ μεθερμηνευόμενον εστί ότι η θεμελιακή αρχή και βάση πάνω στην οποία έχουμε ως Πολιτεία δομήσει τον αξιακό μας Κώδικα δεν είναι ούτε η προστασία του Πολιτεύματος, ούτε η διατήρηση και η διαιώνιση του Έθνους, ούτε η κρατική ασφάλεια και η κοινωνική συνοχή, ούτε η προστασία του περιβάλλοντος, ούτε η διαφύλαξη της ειρήνης, ούτε η προστασία κάποιας συγκεκριμένης θρησκείας και γενικότερα κανένα άλλο αγαθό, άσχετα αν προβλέπεται ή όχι από την έννομη τάξη!

Μια τέτοια παραδοχή πιθανώς να δημιουργεί αμφιβολίες για την ορθότητά της σε πρώτη ανάγνωση, καθώς δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί ότι για παράδειγμα η ίδια η ασφάλεια ή υπόσταση του Κράτους θα έφτανε στο σημείο να θεωρηθεί υποδεέστερη και δευτερεύουσα μπροστά σε κάποια άλλη αξία. Όμως, μια τέτοια θεώρηση μπορεί να καταστεί πλήρως κατανοητή μόνο αν αναλυθεί με ειδικότερα πρακτικά παραδείγματα που την επαληθεύουν.

Πιο αναλυτικά, αξίζει να μελετήσουμε τα αντίστοιχα ζητήματα με βάσει τα ακόλουθα παραδείγματα για να αποκτήσουμε μια ευχερέστερη εικόνα της ανωτέρω αναφερθείσας αξιολογικής θέσης που κατέχει η ανθρώπινη αξία σε αυτό το σύστημα. Πιο συγκεκριμένα, ας λάβουμε αρχικά ως μέτρο, ένα γεγονός που εκ φύσεως συνιστά κατάφορη παραβίαση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Αδιαμφισβήτητα, ίσως η πλέον ενδεικτική μορφή κατάφορης καταπάτησης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, δεν είναι άλλη από τα βασανιστήρια, είτε αυτά συντελούνται με σκοπό τιμωριτικό, τόσο ως προς το ίδιο το πρόσωπο που τα υφίσταται, όσο και προς τους οικείους ή τους υποστηρικτές του, είτε με σκοπό την εξαναγκασμό του ατόμου σε ορισμένη πράξη ή παράλειψη (πχ με σκοπό την εξαγωγή ομολογίας του ή αποκάλυψη μυστικών που γνωρίζει).

Μάλιστα, η επιμονή του Έλληνα συντακτικού νομοθέτη ως προς τη σημασία και την εφαρμογή της απαγόρευσης συγκεκριμένα των βασανιστηρίων ήταν τόσο μεγάλη που προβλέφθηκε και θεσπίστηκε ρητά στο άρθρο 7 του Συντάγματος (αρ. 7 παρ. 2: «Τα βασανιστήρια, οποιαδήποτε σωματική κάκωση, βλάβη υγείας, ή άσκηση ψυχολογικής βίας, καθώς και κάθε άλλη προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας απαγορεύονται και τιμωρούνται, όπως νόμος ορίζει»), και φυσικά ως νομική βάση αυτής της διάταξης από την οποία η τελευταία πηγάζει και στηρίζεται, δεν είναι άλλη από την ίδια την έννοια της αξίας του ανθρώπου ως (θεμελιώδες) έννομο αγαθό που επίσης θεσπίστηκε ρητά στο άρθρο 2 παρ. 1 («Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας»). (βλ. επίσης και αρθρ. 137Α όπου τα βασανιστήρια τιμωρούνται ρητά ως αξιόποινη πράξη)

Έχοντας λοιπόν τα βασανιστήρια ως μέσο σύγκρισης, μπορούμε να προχωρήσουμε και στην παράθεση των ακόλουθων παραδειγμάτων. Ειδικότερα, τα βασανιστήρια, ως προσβάλλοντα τον ίδιο τον πυρήνα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, δεν επιτρέπονται και δεν δικαιολογούνται ποτέ, για κανένα λόγο και σε καμία περίπτωση, είτε διενεργούνται από ιδιώτη είτε από την Κρατική Αρχή, ακόμη κι αν κρίνονται με απόλυτη βεβαιότητα ως το μοναδικό πρόσφορο μέσο προκειμένου να αποφευχθεί:

  • Κατάλυση του Πολιτεύματος
  • Ανθρωποκτονία (ασχέτως του αριθμού των θυμάτων)
  • Καταστροφή του φυσικού ή πολιτιστικού Περιβάλλοντος (ακόμα και στο σύνολό του)
  • Πολεμική σύρραξη
  • Προσβολή της υγείας άλλων ατόμων (ασχέτως του βαθμού επικινδυνότητάς της ή του αριθμού των θυμάτων)
  • Καταστροφή εθνικών, θρησκευτικών ή ιστορικών θησαυρών (όσο σπουδαίοι κι αν κρίνονται)
  • Η οικονομική και κοινωνική κατάρρευση ολόκληρης της χώρας
  • Επικείμενη τρομοκρατική επίθεση (ανεξάρτητα του εύρους της ή του αριθμού των θυμάτων)

Περαιτέρω, αυτό που προκαλεί ίσως ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι ότι η ανωτέρω προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, εν προκειμένω μέσω των βασανιστηρίων, δεν δικαιολογείται ακόμα κι όταν τα τελευταία κρίνονται επίσης το μοναδικό πρόσφορο μέσο για να αποφευχθεί η διενέργεια άλλων βασανιστηρίων ή και να επέλθει η διακοπή βασανιστηρίων που ήδη συντελούνται κατά τη στιγμή εκείνη σε άλλα άτομα!

Έτερες μορφές προσβολής του δικαιώματος

Πέρα από τα βασανιστήρια, άλλες συμπεριφορές και ενέργειες που επίσης έχει κριθεί νομολογιακά ότι προσβάλλουν ευθέως τον πυρήνα της αξίας του ανθρώπου είναι επίσης: η δουλεία, η άμβλωση (εννοείται η ακούσια από την έγκυο), η κλωνοποίηση, η σεξουαλική παρενόχληση, η καταγραφή εικόνας και ήχου εν αγνοία του ατόμου, η παράνομη επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων, η αναγκαστική ή εξαντλητική εργασία καθώς επίσης και η εργασία σε απάνθρωπες συνθήκες, η μεγάλη σε διάρκεια κράτηση χωρίς καταδίκη καθώς και οι εξευτελιστικές συνθήκες κράτησης, η μη τήρηση του τεκμηρίου αθωότητας, οι πάσης φύσεως διακρίσεις με βάσει το φύλο, τη θρησκεία, την καταγωγή και τις πολιτικές ή τις σεξουαλικές προτιμήσεις, η καταπάτηση της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, η άρνηση του δικαιώματος στη δίκαιη δίκη, ο εξαναγκασμός του ατόμου σε διαβίωση υπό συνθήκες απόλυτης φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού κ.α. (βλ. και Α.Κιβρακίδου, «Προσβολές της Ανθρώπινης Αξιοπρεπείας Συγκριτική Θεώρηση της Ελληνικής Έννομης Τάξης και της ΕΣΔΑ (Άρθρο 3)», διδακτορική διατριβή Α.Π.Θ., 2018)

Ανθρώπινη Αξιοπρέπεια και Ζωή

Όπως αναφέρθηκε ήδη, ο όρος της αξίας του ανθρώπου στην έννομη τάξη μας, πέρα από απόλυτη αρχή και κατευθυντήρια ρήτρα από την οποία εκπορεύονται όλα τα υπόλοιπα επιμέρους αγαθά, αποτελεί ταυτόχρονα και αυτοτελές έννομο αγαθό. Ως τέτοιο, θα πρέπει να αναφερθεί ότι, παρότι παρεμφερές με το έννομο αγαθό του δικαιώματος στη ζωή, είναι ανεξάρτητο και ξεχωριστό από αυτό.

Ως εκ τούτου, αφ’ής στιγμής δεχτούμε ότι τα ανωτέρω δύο δικαιώματα (αμφότερα αναφαίρετα και μη υποκείμενα σε παραίτηση από το φορέα τους) συνιστούν ξεχωριστά έννομα αγαθά, καθίσταται σαφές ότι θα πρέπει να ερευνηθεί και η λύση που θα προκρίνεται στην (αναπόφευκτη) περίπτωση σύγκρουσής τους. Πιο συγκεκριμένα, θα πρέπει δηλαδή η έννομη τάξη να δώσει απάντηση στο ερώτημα αν το να ζει κάποιος αξιοπρεπώς είναι σημαντικότερο από το να ζει εν γένει.

Προφανώς, ο ανωτέρω προβληματισμός ανακύπτει πάντοτε όταν πρέπει να ερευνηθεί η νομιμότητα και η γενικότερη στάση που θα κρατήσει (ή που πρέπει να κρατήσει) η Πολιτεία απέναντι στο φαινόμενο της ευθανασίας.

Στην παρούσα τουλάχιστον χρονική στιγμή, η Ελλάδα θεωρεί την συγκεκριμένη ενέργεια ως πράξη παράνομη, επισύροντας μάλιστα ποινικές κυρώσεις για τα άτομα που προβαίνουν σε αυτήν (αρθρ. 300 ΠΚ «Όποιος αποφάσισε και εκτέλεσε ανθρωποκτονία ύστερα από σπουδαία και επίμονη απαίτηση του θύματος και από οίκτο γι` αυτόν που έπασχε από ανίατη ασθένεια τιμωρείται με φυλάκιση»). Το ίδιο ισχύει καταρχήν και στα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη (χωρίς ωστόσο να υπάρχει πάντα απόλυτη απαγόρευση καθώς σε πολλά από αυτά όπως στη Γαλλία, στην Αυστρία και στη Δανία, επιτρέπεται η παθητική ευθανασία, ενώ για παράδειγμα στη Γερμανία, ακόμη και η ενεργητική ευθανασία είναι νόμιμη εάν κριθεί ότι έγινε από αλτρουιστικά κίνητρα), με τα μόνα κράτη που επιτρέπεται πλήρως να είναι το Βέλγιο, η Ολλανδία και το Λουξεμβούργο, όπου η ευθανασία είναι νόμιμη αλλά υπό προϋποθέσεις.

Ωστόσο, διαρκώς πληθαίνουν οι φωνές που υποστηρίζουν την αλλαγή του νόμου στο συγκεκριμένο ζήτημα, ενώ ήδη πολλές φορές η δικαστική κρίση, παρά το αντίθετο νομικό πλαίσιο, αναγκάζεται αρκετά συχνά να αθωώσει κατηγορούμενους που παραπέμπονται ενώπιών της για αυτό το έγκλημα, αποδίδοντας την πράξη των τελευταίων σε αίσθημα συμπόνιας. (βλ. σχετ. και Χ.Ράμμου «Ευθανασία: πορίσματα νομολογίας και συνταγματική οπτική», 2018)

Τα παραπάνω στην ουσία δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια (έμμεση) αναγνώριση της υπεροχής του δικαιώματος της αξίας του ανθρώπου έναντι του αναφαίρετου δικαιώματος στη ζωή, το οποίο συμπυκνώνεται ως έννοια στο συμπέρασμα ότι κάθε άνθρωπος θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να ζει αξιοπρεπώς, κι ως εκ τούτου, εφόσον η ίδια του η ζωή (πλέον) δεν του το επιτρέπει αυτό, ο τελευταίος θα πρέπει να είναι σε θέση να επιλέξει να την τερματίσει, διότι μέσα στα πλαίσια της τελευταίας είναι και ο αξιοπρεπής θάνατος.

Με άλλα λόγια, έστω κι αν δεν είναι εύκολα κατανοητό ή αποδεκτό, κι ακόμα και με το ισχύον νομικό πλαίσιο, θα πρέπει να δεχτούμε ότι το έννομο αγαθό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας είναι ανώτερο και υπερισχύει ακόμα και έναντι του ιερού δικαιώματος του ανθρώπου στην ίδια τη ζωή!

Περιορισμός

Σαφέστατα, εκφάνσεις του δικαιώματος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας υπόκεινται, υπό προϋποθέσεις και για συγκεκριμένους λόγους, όπως και όλα τα δικαιώματα, σε περιορισμούς. Έτσι, για παράδειγμα το δικαίωμα του ατόμου στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή (το οποίο όπως αναφέρθηκε βρίσκει έρεισμα και πηγάζει από το δικαίωμα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας) μπορεί να περιοριστεί προκειμένου να αντιμετωπιστούν εγκληματικές ενέργειες (με παρακολούθηση τηλεπικοινωνιών ή κατ’οίκον έρευνα από τις Αρχές), ενώ και το δικαίωμα στην ελευθερία (αμφότερο πηγάζον από την ανθρώπινη αξιοπρέπεια) περιορίζεται όταν ο φορέας του κρίνεται επικίνδυνος για το κοινωνικό σύνολο (μέσω εγκλεισμού του σε κάποιο ίδρυμα ή κατ’οίκον περιορισμό).

Ωστόσο, όπως φυσικά γίνεται αντιληπτό, οι ανωτέρω περιορισμοί είναι εν τοις πράγμασι περιορισμοί δικαιωμάτων που πηγάζουν από το δικαίωμα της αξίας του ανθρώπου κι όχι αυτού καθ’αυτού του ίδιου του δικαιώματος και του περιεχομένου του. Κι αυτό διότι η κατοχύρωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας στην έννομη τάξη μας είναι απόλυτη. Η αξία του ανθρώπου δεν σταθμίζεται, δεν εξισορροπείται με άλλα θεμελιώδη δικαιώματα ή έννομα αγαθά και σκοπούς και δεν υπόκειται σε εκπτώσεις. Η διατύπωση του όρου είτε σε εθνικά είτε σε υπερεθνικά νομοθετικά κείμενα είναι σαφής, ρητή και απόλυτη, μη επιδεχόμενη διαφορετικές ερμηνευτικές προσεγγίσεις. Οποιαδήποτε παραβίαση ή περιορισμός της δεν συγχωρείται για κανένα λόγο, είναι νομικά αδικαιολόγητη κι ως εκ τούτου απολύτως παράνομη και τιμωρητέα. (βλ. και Β.Τζέμος, «Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια στο Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης»)

ΦΟΡΕΙΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΠΛΑΙΣΙΟ ΕΝΝΟΜΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Φορείς του δικαιώματος

Μία από τις πλέον κομβικές και θεμελιώδεις κατακτήσεις του νομικού μας πολιτισμού είναι και η κατοχύρωση του δικαιώματος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας για όλους ανεξαιρέτως της ανθρώπους, σε όλο τον κόσμο. Φορείς δηλαδή του εν λόγω εννόμου αγαθού είναι όλα τα άτομα, ανεξάρτητα από τις πεποιθήσεις ή τις ιδέες τους, ανεξάρτητα από τις ικανότητες ή τα προσόντα τους, ανεξάρτητα την καταγωγή ή τη φυλή τους, ανεξάρτητα της ηλικίας ή της υγείας τους, ανεξαρτήτως αν είναι πολίτες ή όχι του συγκεκριμένου κράτους, ανεξαρτήτως αν βρίσκονται εντός των συνόρων του κράτους ή όχι. Κανένας άνθρωπος δεν εξαιρείται ή εκπίπτει από την προστασία της ανθρώπινης αξίας του, για κανένα απολύτως λόγο, ακόμα κι αν το ίδιο το άτομο, ως φορέας του αγαθού αυτού, το επιθυμεί (κανένας δηλαδή δεν έχει δικαίωμα διάθεσης του εν λόγω αγαθού).

(Σημειώνεται ωστόσο ότι η συγκεκριμένη αναγνώριση υφίσταται κατ’αρχήν εντός της ευρωπαϊκής έννομης τάξης. Συνεπώς, το γεγονός ότι τα κράτη-μέλη της ΕΕ αναγνωρίζουν θεσμικά και σέβονται το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια όλων των ανθρώπων, ακόμη και αυτών που δεν είναι ευρωπαίοι πολίτες ή δεν διαβιούν εντός της, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η τελευταία έχει και την δικαιοδοσία να επεμβαίνει πάντα προς υπεράσπιση και διαφύλαξη της αρχής αυτής και σε άλλα τρίτα κράτη). (βλ. και Έκθεση Γεν. Γραμματέα Ηνωμένων Εθνών, 2005)

Πρέπει τέλος να επισημανθεί ότι δεν είναι φορείς της αξίας του ανθρώπου νομικά πρόσωπα ή ενώσεις και ομάδες προσώπων. Δεν αποκλείεται ωστόσο η αναξιοπρεπής αντιμετώπιση ενός νομικού προσώπου να συνεπάγεται και παραβίαση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας των μελών του. (βλ. σχετικά Β.Τζέμο ο.π.)

Νομικό πλαίσιο προστασίας

Ως αυτοτελές έννομο αγαθό, η αξία του ανθρώπου προστατεύεται με πλήθος νομικών διατάξεων τόσο στα πλαίσια του αστικού δικαίου όσο και στα πλαίσια του ποινικού και διοικητικού δικαίου, καθώς επίσης, όπως αναφέρθηκε ήδη, και από το ίδιο το Σύνταγμα και της διεθνείς συμβάσεις.

Στο Ποινικό Δίκαιο η προστασία της Πολιτείας εντοπίζεται μέσα από αρκετές ποινικές διατάξεις όπως με την ποινικοποίηση των βασανιστηρίων (137Α ΠΚ), της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας (337 ΠΚ) και της παράνομης κατακράτησης (325 ΠΚ), ενώ στο Αστικό Δίκαιο, καίρια και υπερέχουσα θέση ως της την υπεράσπιση του εν λόγω εννόμου αγαθού έχει (μεταξύ άλλων) η γενική διάταξη του άρθρου 57 ΑΚ: «Όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με της διατάξεις για της αδικοπραξίες δεν αποκλείεται» Έκφανση της εν λόγω αρχής εντοπίζεται επίσης και σε διατάξεις του Διοικητικού Δικαίου, με μία εκ των βασικότερων να είναι το Δικαίωμα στην προηγούμενη ακρόαση (αρθρ. 20 παρ.2 του Συντάγματος).

Τέλος, αυτό που προκαλεί επίσης μεγάλο ενδιαφέρον είναι η έμπρακτη βούληση της έννομης τάξης να επεκτείνει την εν λόγω προστασία ακόμα και σε χρόνο προγενέστερο ή μεταγενέστερο του χρόνου ζωής του ατόμου. Αυτό επιτυγχάνεται μέσα από τη θέσπιση διατάξεων για την προστασία αφενός του αυτοτελούς δικαιώματος στην αξία της ζωής του εμβρύου (ανεξάρτητο από το δικαίωμα της μητέρας), αφετέρου της τιμής του τεθνεώτος (επίσης ανεξάρτητο από το δικαίωμα των κληρονόμων του, άσχετα αν οι τελευταίοι δικαιούνται να το ασκήσουν). (βλ. ενδεικτικά 1711 ΑΚ: «Κληρονόμος μπορεί να γίνει εκείνος που κατά το χρόνο της επαγωγής βρίσκεται στη ζωή ή έχει τουλάχιστον συλληφθεί», 310 ΠΚ: «Αν η πράξη του άρθρου 308 είχε επακόλουθο τη βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του παθόντος, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών», καθώς και το Άρθρο 365: «Προσβολή της μνήμης νεκρού. Όποιος προσβάλλει τη μνήμη νεκρού με βάναυση ή κακόβουλη εξύβριση ή με συκοφαντική δυσφήμηση (άρθρ. 363) τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι έξι μηνών»).

Μιχάλης Δρακουλάκης

Για εκτενέστερη ενημέρωση και νομική καθοδήγηση πάνω στο θέμα καθώς και για τη νομική σας εκπροσώπηση μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.