Δικηγορικό Γραφείο
Οι δυνατότητες του υπερθεματιστή επί διενεργηθέντος πλειστηριασμού σε περίπτωση ύπαρξης νομικού ελαττώματος του εκπλειστηριασθέντος

Κατά το άρθρο 1005 § Ι ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1017 § 2 ίδιου Κώδικα 199, 513, 1033, 1192 και 1198 ΑΚ, προκύπτει ότι ο αναγκαστικός πλειστηριασμός ακινήτου, που αποτελεί ιδιόρρυθμη σύμβαση πωλήσεως, η οποία ενεργείται υπό το κύρος της αρχής και τελειώνεται με την κατακύρωση που αποδέχεται την τελευταία προσφορά του υπερθεματιστή, δε δημιουργεί, κατά τρόπο πρωτότυπο, νέο δικαίωμα στον υπερθεματιστή, αλλ` αποτελεί αιτία μεταβιβάσεως προς αυτόν, μόνον όσων δικαιωμάτων είχε στο πλειστηριασθέν ο οφειλέτης (ΟλΑΠ 2/1993).

Κατά τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρ. 1017§2 ΚΠολΔ, σε περίπτωση πλειστηριασμού πράγματος κινητού ή ακινήτου υπάρχει ευθύνη για τα νομικά ελαττώματα του πράγματος εκείνου που επέσπευσε τον πλειστηριασμό και μόνον αν αυτός γνώριζε κατά τον κρίσιμο χρόνο του πλειστηριασμού την ύπαρξη του νομικού ελαττώματος, ενώ δεν αποκλείεται ευθύνη και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Νομικό ελάττωμα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αποτελεί κάθε δικαίωμα τρίτου, το οποίο βαρύνει το πράγμα και μπορεί να προβληθεί και εναντίον του υπερθεματιστή, εμποδίζοντας έτσι την ελεύθερη προς αυτόν μεταβίβαση της κυριότητας του πράγματος και την άσκηση των εξουσιών που απορρέουν από αυτήν (ΑΠ 580/2006), αφού με τον πλειστηριασμό δεν εξαλείφονται τα δικαιώματα των τρίτων στο πράγμα, αλλά παραμένουν και ο υπερθεματιστής αποκτά κατά το άρθρ. 1005 ΚΠολΔ το δικαίωμα μόνο στην έκταση που το είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση.

 Συνεπώς ο υπερθεματιστής, ο οποίος μολονότι κατέβαλε το πλειστηρίασμα, δεν απέκτησε εντούτοις το πράγμα ελεύθερο από δικαιώματα τρίτων, όπως συμβαίνει όταν το πράγμα δεν ανήκει εξ ολοκλήρου στον καθ' ου η εκτέλεση ή βαρύνεται με προσωπικές δουλείες, δικαιούται:

α) αφενός μεν να στραφεί εναντίον εκείνου που επέσπευσε τον πλειστηριασμό και να ασκήσει κατ' αυτού, εφόσον, κατά το χρόνο του πλειστηριασμού, ο ίδιος μεν αγνοούσε, εκείνος όμως γνώριζε και όχι απλώς αγνοούσε, έστω από υπαιτιότητά του, την ύπαρξη του νομικού ελαττώματος (Ολ ΑΠ 1177/1984, ΝοΒ 1985.95? ΑΠ 470/2013), όσα δικαιώματα του παρέχονται από τις διατάξεις των άρθρ. 514 - 516, 382 του ΑΚ, που ρυθμίζουν την ευθύνη του πωλητή για νομικά ελαττώματα του πωλούμενου πράγματος (ΑΠ 1313/2009), αφού ο πλειστηριασμός είναι ιδιόρρυθμη σύμβαση πώλησης, ενεργούμενη υπό το κύρος της Αρχής και τελειούμενη με την κατακύρωση (Ολ ΑΠ 12/2008, ΑΠ 1036/2009, 1022/2009, 866/2004), και

β) αφετέρου να ασκήσει τις αξιώσεις του από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό εναντίον όποιου ενέχεται προς απόδοσή του κατά τις διατάξεις των άρθρ. 904 - 913 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες προϋπόθεση για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης είναι η ύπαρξη πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, στερείται δε νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ' εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη, ενώ νόμιμη αιτία δικαιολόγησης του πλουτισμού, εκτός από τη βούληση του ζημιωθέντος ή του νομοθέτη, είναι και το αντάλλαγμα που τυχόν παρέχει ο λήπτης του πλουτισμού, δηλαδή η οικονομική θυσία του έναντι του αποκτώμενου πλουτισμού, η οποία, αν είναι ισάξια μ' αυτόν, ανταποκρίνεται πλήρως στην εξισωτική αποστολή του θεσμού του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 2266/2013). Με αφετηρία, δε, την παγιωμένη ερμηνευτική αντίληψη για τη νομική φύση του αναγκαστικού πλειστηριασμού ότι δηλαδή από τις διατάξεις των άρθρων 199, 513 επ., 175 του ΑΚ και 1005 § 1 εδ. β του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι ο πλειστηριασμός είναι σύμβαση πώλησης που ολοκληρώνεται με την κατακύρωση, εφόσον το εκπλειστηριασθέν ακίνητο δεν μπορεί να μεταβιβασθεί στον υπερθεματιστή ελεύθερο από κάθε δικαίωμα τρίτου, το οποίο δεν εξαλείφεται με τον πλειστηριασμό, όπως συμβαίνει για παράδειγμα, όταν το ακίνητο δεν ανήκει εξ ολοκλήρου στον καθ` ου η εκτέλεση ή βαρύνεται με προσωπικές δουλείες, αυτός (ο υπερθεματιστής) δικαιούται κατ` εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 380 του ΑΚ, η οποία άλλωστε καθιερώνει τη γενική δικαιϊκή αρχή ότι καθένας φέρει τον κίνδυνο της δικής του παροχής, αλλά και των διατάξεων των άρθρων 382,387 § 2,389 § 2 του ΑΚ, να υπαναχωρήσει και με βάση τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. του ΑΚ, εάν μεν έχει καταβάλει το πλειστηρίασμα να αναζητήσει την επιστροφή του, εάν δε δεν το έχει ακόμα καταβάλει να αρνηθεί την καταβολή του, θεωρώντας ότι έχει απαλλαγεί από την υποχρέωση της καταβολής του (ΟλΑΠ 12/2008, ΑΠ 1136/2019, ΑΠ 470/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Eν προκειμένω, ο υπερθεματιστής δικαιούται, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 380 του ΑΚ, στην οποία παραπέμπει το άρθρ. 382 του ίδιου Κώδικα, να θεωρήσει, σε περίπτωση νομικού ελαττώματος του πράγματος, ότι έχει απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής του πλειστηριάσματος και με βάση τη διάταξη του άρθρ. 389§2 του ίδιου επίσης Κώδικα να αρνηθεί την καταβολή του και να το αναζητήσει κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εάν το έχει ήδη καταβάλει (ΑΠ 453/2006, 872/1973), χωρίς μάλιστα να είναι αναγκαίο να επιδιώξει προηγουμένως την ακύρωση του πλειστηριασμού, εφόσον γίνει δεκτή η άποψη ότι δικαιούται να ζητήσει για την αιτία αυτή την ακύρωσή του [Μπρίνιας, ΑναγκΕκτ2 (1982) V §657 σ. 2168]. Έτσι αν έχει ήδη γίνει η διανομή του πλειστηριάσματος στους δανειστές, υπόχρεοι να επιστρέψουν στον υπερθεματιστή το πλειστηρίασμα που κατέβαλε αυτός για πράγμα βαρυνόμενο με νομικό ελάττωμα, δεν είναι οι δανειστές, αφού αυτοί εισέπραξαν μεν από το πλειστηρίασμα εν όλω ή εν μέρει τις απαιτήσεις τους κατά του καθ' ου η εκτέλεση, με αντίστοιχη όμως απόσβεση των απαιτήσεών τους (άρθρ. 416, 417 ΑΚ) και συνεπώς υπό την έννοια αυτή δεν κατέστησαν αδικαιολόγητα πλουσιότεροι σε βάρος του επισπεύδοντος, όπως αντίθετα έγινε ο καθ' ου η εκτέλεση, αφού με τη διανομή του πλειστηριάσματος στους δανειστές του και την απόσβεση έκτοτε εν όλω ή εν μέρει των εναντίον του απαιτήσεών τους απαλλάχθηκε αντίστοιχα του χρέους του προς αυτούς, έναντι όμως ανύπαρκτου ή κατώτερου από μέρους του ανταλλάγματος, γι' αυτό ο ίδιος και όχι οι δανειστές του νομιμοποιείται παθητικά στην ασκούμενη από τον υπερθεματιστή αγωγή επιστροφής του πλειστηριάσματος (ΑΠ 1523/2006, 860/1977 ΝοΒ 1978.695, 110/1982 ΝοΒ 1982.1258). Ο καθ' ου η εκτέλεση νομιμοποιείται παθητικά ως εναγόμενος και όταν δεν έχει συνταχθεί πίνακας κατάταξης δανειστών ή οι δανειστές δεν έχουν εισπράξει ακόμη τις απαιτήσεις τους από το πλειστηρίασμα, αφού, κατά την ορθότερη και κρατούσα γνώμη, με την καταβολή του πλειστηριάσματος από τον υπερθεματιστή στο συμβολαιογράφο που διενήργησε τον πλειστηριασμό, αυτό αποτελεί έκτοτε στοιχείο της περιουσίας του καθ' η εκτέλεση [Μπέης Δ 1978.576, Μπρίνιας, ΑναγκΕκτ2 (1979) ΙΙ §349 σ. 893, V (1982) § 656 σ. 2166? Νικολόπουλος στον ΚΠολΔ Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα ΙΙ (2000) άρθρ. 1017 αριθ. 4, Νίκας, ΔικΑναγκΕκτΙΙ (2012) §49 αριθ. 56 σ. 427] και η απόφαση που τον υποχρεώνει να το επιστρέψει στον υπερθεματιστή ισχύει και μπορεί κατά τα άρθρ. 325 αριθ. 3 και 919 αριθ. 1 ΚΠολΔ να εκτελεστεί και κατά του συμβολαιογράφου, που κατέχει το πλειστηρίασμα για λογαριασμό του καθ' ου η εκτέλεση ως θεματοφύλακας.

Με δεδομένο, ωστόσο, ότι με την οριστική κατάταξη των δανειστών στο σχετικό πίνακα αυτοί αποκτούν κατά του συμβολαιογράφου του πλειστηριασμού και κατ' επέκταση και κατά του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, στο οποίο ο συμβολαιογράφος υποχρεούται να καταθέσει κατά το άρθρ. 965§4 ΚΠολΔ το πλειστηρίασμα, ενοχική αξίωση προς απόδοση σ' αυτούς του μέρους του πλειστηριάσματος, στο οποίο οι ίδιοι κατατάχθηκαν, ορθά επίσης υποστηρίζεται ότι αυτοί γίνονται κατά την εν λόγω αξίωση και μέχρι την είσπραξή της, οπότε τότε μόνον αποσβήνεται η αντίστοιχη απαίτησή τους κατά του καθ' ου η εκτέλεση, αδικαιολόγητα πλουσιότεροι σε βάρος του υπερθεματιστή και δικαιούται, συνεπώς, αυτός να στραφεί και εναντίον τους και να ζητήσει να του εκχωρήσουν την ως άνω αξίωσή τους με καταδίκη τους σε σχετική δήλωση βουλήσεως κατά το άρθρ. 949 ΚΠολΔ [Σταθόπουλος στον ΑστΚωδ Γεωργιάδη/Σταθόπουλου IV (1982) άρθρ. 904 αριθ. 129 σ. 638 - 639].

Σε κάθε περίπτωση ο υπερθεματιστής έχει μεν έννομο συμφέρον, επικαλούμενος την ύπαρξη νομικού ελαττώματος στο πράγμα που πλειστηριάστηκε και κατακυρώθηκε σ' αυτόν, να ζητήσει, στρεφόμενος κατά του καθ' ου η εκτέλεση, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του τελευταίου να του επιστρέψει το όλο ή μέρος του πλειστηριάσματος που αδικαιολόγητα, λόγω του νομικού ελαττώματος, κατέβαλε, δεν δικαιούται, όμως, στρεφόμενος κατά των δανειστών που κατατάχθηκαν στο σχετικό πίνακα, να ζητήσει να αναγνωριστεί ότι αυτοί δεν έχουν δικαίωμα είσπραξης του πλειστηριάσματος για το οποίο κατατάχθηκαν, ενόσω δεν έχει ακόμη εκχωρηθεί η αξίωσή τους σ' αυτόν ( ΑΠ 11/2015, areiospagos.gr).

Παράλληλα, υπογραμμίζεται ότι στην  περίπτωση της απαλλαγής του υπερθεματιστή από την υποχρέωση καταβολής του πλειστηριάσματος, ήτοι εάν δεν το έχει ακόμα καταβάλει,  δεν επέρχονται οι συνέπειες που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 965 §§ 5 και 6 του ΚΠολΔ, οι οποίες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1003 § 3 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται αναλόγως και σε πλειστηριασμούς ακινήτων, δηλαδή δεν επέρχεται κατάπτωση της εγγυοδοσίας του υπερθεματιστή, αφού αυτή προϋποθέτει ότι υπάρχει υποχρέωση καταβολής του πλειστηριάσματος ούτε μπορεί να γίνει αναπλειστηριασμός με δαπάνες του υπερθεματιστή.     Συνεπώς, εάν επιχειρηθεί αναπλειστηριασμός ο υπερθεματιστής μπορεί να ασκήσει ανακοπή κατά πράξεων επίσπευσής του. Εάν δε παρά τη ματαίωση του αναπλειστηριασμού, εξαιτίας της απαλλαγής του υπερθεματιστή από την πληρωμή του πλειστηριάσματος λόγω των νομικών ελαττωμάτων, ο συμβολαιογράφος χρησιμοποιήσει το ποσό της εγγύησης, ο υπερθεματιστής μπορεί να ασκήσει ανακοπή των άρθρων 583 επ. του ΚΠολΔ κατά των σχετικών πράξεων του συμβολαιογράφου που προσβάλλουν τα συμφέροντά του και επίσης να ζητήσει να του αποδοθεί κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και το ποσό της εγγύησης που πληρώθηκε για τα έξοδα των πράξεων του αναπλειστηριασμού, τα οποία δεν τον βαραίνουν.

Υπόχρεος προς απόδοση του πλουτισμού του, κατά του οποίου νομιμοποιείται να στρέψει τη σχετική αγωγή του ο υπερθεματιστής, είναι ο δανειστής που εισέπραξε το πλειστηρίασμα, καθώς μετά την τελεσιδικία της διαπλαστικής αποφάσεως, που έκανε δεκτή την ανακοπή κατά του πλειστηριασμού, αίρονται αναδρομικά οι συνέπειες του (ΑΠ 11/2015). Συνεπώς, η μεταβίβαση της κυριότητας των εκπλειστηριασθέντων, όπως και η καταβολή (διανομή) του πλειστηριάσματος, θεωρούνται ότι δεν έλαβαν χώρα (άρθρα 180 και 184 του ΑΚ). Συγκεκριμένα, μετά την ακύρωση του πλειστηριασμού επέρχεται ανατροπή της αποσβέσεως του χρέους του οφειλέτη, το οποίο αναβιώνει έκτοτε, αντίστοιχα δε αναβιώνουν και οι απαιτήσεις των δανειστών, που εισέπραξαν το πλειστηρίασμα. Αδικαιολογήτως πλουτίσαντες είναι, επομένως, οι δανειστές στους οποίους διανεμήθηκε το πλειστηρίασμα και έλαβαν χωρίς αιτία πλέον, μετά την ακύρωση του πλειστηριασμού, τα χρήματα που εισέπραξαν (ΟλΑΠ 5/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ο υπερθεματιστής μπορεί να αρνηθεί την καταβολή του πλειστηριάσματος χωρίς κανένα κίνδυνο προσβάλλοντας κάθε πράξη εκτέλεσης που ενδεχομένως θα στραφεί μεταγενέστερα εναντίον του. Αναλυτικότερα, όταν επισπεύδεται σε βάρος του υπερθεματιστή εκτέλεση με βάση την κατακυρωτική έκθεση για την καταβολή του πλειστηριάσματος, ο τελευταίος επέχει θέση οφειλέτη και ως τέτοιος νομιμοποιείται να προσβάλει, σύμφωνα με το άρθρο 933 του ΚΠολΔ, την αναγκαστική εκτέλεση που στρέφεται εναντίον του. Τα ίδια ισχύουν και όταν επισπεύδεται σε βάρος του υπερθεματιστή η κατακυρωτική έκθεση του αναπλειστηριασμού για τη διαφορά μεταξύ του αρχικού πλειστηριάσματος και του πλειστηριάσματος που τελικά επιτεύχθηκε και καταβλήθηκε (άρθρο 965 § 6 εδ. δ του ΚΠολΔ). Όταν, εξάλλου, επισπεύδεται αναπλειστηριασμός σε βάρος του υπερθεματιστή, ο τελευταίος μετά τη μεταρρύθμιση του Ν. 2298/1995, νομιμοποιείται πλέον στην άσκηση της ανακοπής του άρθρου 933 του ΚΠολΔ. Η κατάπτωση της εγγυοδοσίας, την οποία κατέθεσε και υπό κανονικές συνθήκες θα καταλογιζόταν στη διαφορά, για την οποία και θα ευθυνόταν, τον καθιστά δανειστή των δανειστών του καθ` ου η εκτέλεση, αφού οι τελευταίοι κατέστησαν κατ` αυτόν τον τρόπο πλουσιότεροι (άρθρο 1017 § 2 εδ. του ΚΠολΔ). Νομιμοποιείται, λοιπόν, ο πρώτος υπερθεματιστής να προσβάλει τις πράξεις της προδικασίας ή της κύριας διαδικασίας του αναπλειστηριασμού, ώστε να αποτρέψει έγκαιρα και την αδικαιολόγητη απώλεια της εγγυοδοσίας που κατέθεσε (βλ Γ. Διαμαντόπουλο, Σφάλμα πλειοδοσίας το οποίο επενεργεί στο κύρος ηλεκτρονικού αναγκαστικού πλειστηριασμού. Προϋποθέσεις ανακοπής του πλειστηριασμού και συνέπειες ακύρωσης του, ΕπΑΚ 1/2022 σελ. 66-89 με τις εκεί παραπομπές στη νομολογία, ΕΦΑΘ1561/2025,ΝΟΜΟΣ).  

*Επισημαίνεται ότι το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες νομικές υπηρεσίες. Η πληροφόρηση που εμπεριέχεται στο παρόν άρθρο δεν συνιστά νομική συμβουλή. Μία τέτοια νομική συμβουλή είναι δυνατόν να παρασχεθεί μόνο από αρμόδια/ιο δικηγόρο του συγκεκριμένου τμήματος του γραφείου μας που εξειδικεύεται στον ειδικό τομέα δικαίου, αφού προηγουμένως λάβει υπόψη του/της το σύνολο των δεδομένων που θα εκτεθούν και θα μελετηθούν για την υπόθεσή σας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News