Στο άρθρο 38 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3528/2007 (Α΄ 26/9.2.2007) και εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 αυτού, και επί των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ., ορίζεται ότι: «1. Ο υπάλληλος ευθύνεται έναντι του Δημοσίου για κάθε θετική ζημία, την οποίαν προξένησε σε αυτό από δόλο ή βαρεία αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Ο υπάλληλος ευθύνεται επίσης για την αποζημίωση την οποία κατέβαλε το Δημόσιο σε τρίτους για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, εφόσον οφείλονται σε δόλο ή βαρεία αμέλεια (...) 2. (…) Σε περίπτωση βαρείας αμέλειας, αν ο υπάλληλος παραπεμφθεί, το Ελεγκτικό Συνέδριο, εκτιμώντας τις ειδικές περιστάσεις, μπορεί να καταλογίσει σε αυτόν μέρος μόνο της ζημίας που επήλθε στο Δημόσιο ή της αποζημίωσης που το τελευταίο υποχρεώθηκε να καταβάλει. 3. (…)».
Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, οι υπάλληλοι του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, στους οποίους ανήκει και το ιατρικό προσωπικό των νοσηλευτικών ιδρυμάτων ευθύνονται έναντι των φορέων αυτών για κάθε θετική ζημία που προκάλεσαν με υπαίτια, σε βαθμό δόλου ή βαρείας αμέλειας, ενέργειά τους, κατά την άσκηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, καθώς και για την αποζημίωση την οποία το Δημόσιο ή το Ν.Π.Δ.Δ. κατέβαλε σε τρίτους για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις τους, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, οφειλόμενες, ομοίως, σε δόλο ή βαρεία αμέλεια. Ως θετική ζημία, σε αποκατάσταση της οποίας υποχρεούται ο υπάλληλος, νοείται η ελάττωση της υφιστάμενης περιουσίας του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ., είτε ως μείωση του ενεργητικού είτε ως αύξηση του παθητικού της.
Περαιτέρω, προϋποθέσεις για τη θεμελίωση αστικής ευθύνης έναντι του ως άνω νομικού προσώπου, πέραν της προκληθείσας σε αυτό ζημίας, είναι: α) η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του υπαλλήλου που συνιστούν τον νόμιμο λόγο ευθύνης αυτού και β) η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του νόμιμου λόγου ευθύνης και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Ειδικότερα, η παράνομη συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη. Παράλειψη συντρέχει, όταν παραλείπονται ιδιαίτερα καθήκοντα ή υποχρεώσεις, που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία και τους οικείους κανονισμούς, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης.
Επιπλέον, η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη πρέπει να είναι είτε δόλια, είτε να οφείλεται σε βαρεία αμέλεια, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει, κατά την επιστήμη και την νομολογία, όταν δεν καταβάλλεται, όχι μόνον η απαιτούμενη στις συναλλαγές, αντικειμενικά και αφηρημένα, επιμέλεια του μέσου συνετού και ευσυνείδητου ανθρώπου, αλλά ούτε η στοιχειώδης επιμέλεια του κοινού και συνηθισμένου ανθρώπου, εντός του κύκλου της επαγγελματικής και κοινωνικής δραστηριότητας στον οποίο αυτός ανήκει, έτσι ώστε η αμελής αυτή συμπεριφορά να εμφανίζεται ως σοβαρή, ασυνήθης και ιδιαιτέρως παρεκκλίνουσα.
Εξάλλου, ειδικώς στην περίπτωση της βαρείας αμέλειας δύναται το Δικαστήριο, συνεκτιμώντας τις ειδικές περιστάσεις, να καταλογίσει τον υπάλληλο με μέρος μόνο της επελθούσας στο Δημόσιο ή το Ν.Π.Δ.Δ. ζημίας ή της αποζημίωσης που αυτά υποχρεώθηκαν να καταβάλουν σε τρίτους. Ως ειδικές περιστάσεις νοούνται γεγονότα και περιστατικά τα οποία είναι εξωτερικά και ευρίσκονται επέκεινα της έννοιας της βαρείας αμέλειας, αφού για την ενδεχόμενη εφαρμογή τους την προϋποθέτουν, τέτοια δε μπορεί να είναι η οικογενειακή και οικονομική κατάσταση του ζημιώσαντος υπαλλήλου, η υψηλή αξία του καταστραφέντος δημόσιου υλικού ή της καταβληθείσας αποζημίωσης κ.ά.
Επίσης, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του νόμιμου λόγου ευθύνης (ήτοι της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς) και του ζημιογόνου αποτελέσματος, υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πράξη ή παράλειψη είναι επαρκώς ικανή (πρόσφορη) κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα.
Για τη συνδρομή των προϋποθέσεων της ύπαρξης αστικής ευθύνης υπαλλήλου για την πρόκληση ζημίας στο Δημόσιο ή σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, καθώς και για τον καταλογισμό του με το αντιστοιχούν ποσό, αρμόδιο για τη διάγνωση της ευθύνης και τον εξ αυτής καταλογισμό των ως άνω υπαλλήλων είναι το Ελεγκτικό Συνέδριο, στο αρμόδιο Τμήμα του οποίου, εισάγεται η υπόθεση, κατόπιν αίτησης του Γενικού Επιτρόπου Επικρατείας.
Επιπλέον, στο άρθρο 5 του ν. 4700/2020 υπό τον τίτλο «Δέσμευση από αποφάσεις άλλων δικαστηρίων» ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι «1. Το Δικαστήριο δεσμεύεται από τις αποφάσεις (…) των (…) διοικητικών δικαστηρίων, κατά το μέρος που αυτές αποτελούν δεδικασμένο, σύμφωνα με όσα ορίζουν οι σχετικές διατάξεις. 2. Το Δικαστήριο (…) δεσμεύεται επίσης από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς τις διαπιστώσεις συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται η κρίση επί της ενοχής του κατηγορουμένου (...)». Με βάση τις διατάξεις αυτές, οι αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων επί των διαφορών που αναφέρονται στην ευθύνη πολιτικών υπαλλήλων του Δημοσίου και των ν.π.δ.δ. για κάθε ζημία που από δόλο ή βαρεία αμέλεια προκλήθηκε στα πρόσωπα αυτά, είναι δεσμευτικές για το Ελεγκτικό Συνέδριο ως προς τις διαπιστώσεις συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την ενοχή του κατηγορουμένου και, κατ’ επέκταση, ως προς τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του αποδοθέντος σ’ αυτόν ποινικού αδικήματος.
Πλην, ενόψει της αυτοτέλειας της δικαιοδοσίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου επί των κατ’ άρθρο 98 παρ. 1 ζ΄ του Συντάγματος διαφορών από την αστική ευθύνη υπαλλήλων του Δημοσίου και των ν.π.δ.δ. έναντι της δικαιοδοσίας για τις ίδιες πράξεις ή παραλείψεις των δικαστηρίων των λοιπών δικαιοδοτικών κλάδων, εναπόκειται κυριαρχικώς στην κρίση του Ελεγκτικού Συνεδρίου να προσδιορίσει, εάν η διαγνωσθείσα από τα ποινικά δικαστήρια υπαίτια, και ειδικότερα αμελής, συμπεριφορά του δρώντος υποκειμένου (υπαλλήλου) εξικνείται μέχρι του βαθμού της βαρείας αμέλειας, κατά την ανωτέρω έννοια, κατόπιν στάθμισης κάθε φορά της συμπεριφοράς του υποκειμένου (υπαλλήλου) της κρινόμενης πράξης ή παράλειψης και συνεκτίμησης των εν γένει περιστάσεων, υπό τις οποίες αυτό έδρασε. Άλλωστε, αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, θα αναιρούσε τη δικαιοδοσία που το Σύνταγμα επεφύλαξε στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ως προς τη διάγνωση της αποζημιωτικής ευθύνης του υπαλλήλου έναντι του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ..
*Επισημαίνεται ότι το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες νομικές υπηρεσίες. Η πληροφόρηση που εμπεριέχεται στο παρόν άρθρο δεν συνιστά νομική συμβουλή. Μία τέτοια νομική συμβουλή είναι δυνατόν να παρασχεθεί μόνο από αρμόδια/ιο δικηγόρο του συγκεκριμένου τμήματος του γραφείου μας που εξειδικεύεται στον ειδικό τομέα δικαίου, αφού προηγουμένως λάβει υπόψη του/της το σύνολο των δεδομένων που θα εκτεθούν και θα μελετηθούν για την υπόθεσή σας.

