Ο διαθέτης ορίζοντας με διαθήκη τον σύζυγό του ως κληρονόμο του, εκκινεί εκ του ότι ο γάμος του είναι έγκυρος και ότι δεν πρόκειται να λυθεί με διαζύγιο. Ωστόσο, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις, που μετά την σύνταξη της διαθήκης ακολουθεί αγωγή διαζυγίου εις βάρος του τετιμημένου με τη διαθήκη συζύγου ή και λύση του γάμου. Τίθεται λοιπόν, το ερώτημα, αν στην περίπτωση αυτή, η διαθήκη είναι ισχυρή και αν ο τετιμημένος σύζυγος κληρονομεί τον διαθέτη.
Σύμφωνα με το άρθρο 1785ΑΚ η διάταξη σε διαθήκη του κληρονομουμένου υπέρ του συζύγου του, σε περίπτωση αμφιβολίας, είναι ακυρώσιμη, αν ο μεταξύ τους γάμος είναι άκυρος ή λύθηκε όσο ζούσε ο διαθέτης ή αν ο διαθέτης, έχοντας βάσιμο λόγο διαζυγίου είχε ασκήσει την αγωγή διαζυγίου κατά του συζύγου του.
Με τη διάταξη του άρθρου 1785ΑΚ καθιερώνεται ερμηνευτικός κανόνας, σύμφωνα με τον οποίο σε περίπτωση αμφιβολίας, εφόσον δηλαδή δεν διαπιστώνεται αντίθετη βούληση του διαθέτη, είναι ακυρώσιμη (δηλαδή μπορεί να ακυρωθεί με δικαστική απόφαση) η διάταξη στη διαθήκη υπέρ του συζύγου, εφόσον συντρέχουν και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις της διάταξης. Οι προϋποθέσεις για την ακυρότητα της διάταξης είναι, η κατά το χρόνο του θανάτου του διαθέτη συζύγου ακυρότητα του γάμου από ουσιαστικό ή τυπικό λόγο, ή η λύση του γάμου όσο ζούσε ο διαθέτης με διαζύγιο από αμετάκλητη δικαστική απόφαση, ή η άσκηση αγωγής διαζυγίου από το διαθέτη για βάσιμο λόγο διαζυγίου, ο οποίος θα κριθεί παρεμπιπτόντως στη δίκη ακύρωσης της τελευταίας διάταξης.
Με την υπό εξέταση διάταξη, μετατίθεται στο τετιμημένο σύζυγο το βάρος της επίκλησης και απόδειξης του ισχυρισμού, ότι η θέληση του διαθέτη, κατά το χρόνο σύνταξής της διαθήκης, δεν θα ήταν διαφορετική ακόμα και στην υποθετική περίπτωση, κατά την οποία γνώριζε την ακυρότητα του γάμου ή τη μέχρι του θανάτου του, λύση του γάμου του. Έτσι, η ακύρωση ανατρέπεται, αν αποδειχθεί, ότι ο διαθέτης θα προέβαινε στη σύνταξη της διαθήκης υπέρ του συζύγου του και αν ακόμη γνώριζε την ακυρότητα ή διάλυση του γάμου του ή ότι θα προέβαινε σε άσκηση αγωγής διαζυγίου και ότι, σε κάθε περίπτωση, επιθυμούσε την ισχύ της προσβαλλόμενης στη διαθήκη διάταξης. Η τέτοια βούληση μπορεί να προκύπτει και από στοιχεία κείμενα αποκλειστικά έξω από τη διαθήκη. Κρίσιμο χρονικό σημείο της ύπαρξης τέτοιας αντίθετης βούλησης του διαθέτη είναι ο χρόνος σύνταξης της διαθήκης.
Ο νόμος σε μία εκ των προϋποθέσεων για την ακύρωση της διαθήκης που περιέχει διάταξη υπέρ του συζύγου, απαιτεί άσκηση αγωγής που στηρίζεται σε βάσιμο λόγο διαζυγίου από τον διαθέτη, Αντιθέτως, αν η αγωγή έχει ασκηθεί από τον τετιμημένο με τη διαθήκη σύζυγο, η παραπάνω διάταξη του άρθρου 1785ΑΚ δεν έχει εφαρμογή και δεν τίθεται θέμα προσβολής της διαθήκης, αφού ο νόμος συνδέει τις δυσμενείς συνέπειες του άρθρου για το σύζυγο κατά του οποίου ο διαθέτης είχε βάσιμο λόγο διαζυγίου.
Αν ορίστηκε στη διαθήκη από το διαθέτη ως τιμημένος ο σύζυγός του, χωρίς παράθεση στοιχείων ταυτότητάς του, τότε νοείται ο κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης σύζυγός του, ΕΚΤΟΣ αν από την ερμηνεία της διαθήκης προκύπτει πραγματική ή υποθετική βούληση του διαθέτη, ότι τιμημένος είναι ο κατά το χρόνο του θανάτου σύζυγός του, οπότε, αν μετά τη δια διαζυγίου λύση του υφιστάμενου γάμου του, ετέλεσε νέο γάμο, τιμημένος είναι ο νέος του σύζυγός του.
Η εφαρμογή του άρθρου 1785ΑΚ οδηγεί σε ακύρωση μόνο της διάταξης υπέρ του συζύγου, και όχι όλης της διαθήκης, στην περίπτωση που εγκαθίστανται με αυτή και άλλοι κληρονόμοι στην κληρονομιαία περιουσία.
Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.

