Δικηγορικό Γραφείο
Ιατρικά υποβοηθούμενη αναπαραγωγή - Νομοθετικό πλαίσιο και προβληματισμοί

Γράφουν η Ασημίνα Καούνη και η Νάντια Κωνστάντου

Η ικανοποίηση του δικαιώματος απόκτησης τέκνου μέσω της ιατρικής υποβοήθησης ρυθμίζεται διεξοδικά στην Ελλάδα από τον Νομοθέτη με τον Νόμο 3305/2005, ο οποίος αντικατέστησε τον Νόμο 3089/2002. Λαμβάνοντας ωστόσο υπόψη, ότι ήδη από το 1978 γεννήθηκε στη Μεγάλη Βρετανία το πρώτο παιδί με τη μέθοδο της εξωσωματικής γονιμοποίησης, ενώ δώδεκα χρόνια μετά, η Μεγάλη Βρετανία αποκτά τον πρώτο της νόμο για την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, αντιλαμβάνεται κανείς, ότι για πολλά χρόνια υπήρχε νομοθετικό κενό όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε πολλές χώρες.

Η έλλειψη ειδικής νομοθεσίας δεν σήμαινε βέβαια – όπως μαρτυρείται σε όλες τις χώρες - ότι δεν υπήρχαν εφαρμογές υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Με δεδομένο ότι καθετί που δεν απαγορεύεται επιτρέπεται, η υποβοηθούμενη αναπαραγωγή αντιμετωπιζόταν ως «μία ακόμα ιατρική πράξη», η οποία υπαγόταν στους ίδιους κανόνες με αυτούς που ίσχυαν και για τις υπόλοιπες ιατρικές πράξεις. Και τούτο παρά το γεγονός ότι η ταχύτατη πρόοδος της επιστήμης έδειχνε ότι η επέμβαση του νομοθέτη ήταν απολύτως αναγκαία.

Η in vitro γονιμοποίηση έδινε στο γιατρό και στους γονείς τη δυνατότητα επεμβάσεων στο γεννητικό υλικό, «βελτίωσής» του και επιλογής φύλου, ενώ η πρώτη κλωνοποίηση ζώου έθεσε το ερώτημα σχετικά με το επιτρεπτό ή μη της μεταφοράς της συγκεκριμένης μεθόδου και στους ανθρώπους. Παράλληλα, αρκετές καταχρήσεις στην εφαρμογή των μεθόδων υποβοηθούμενης αναπαραγωγής – όπως η εφαρμογή σε μεγάλης ηλικίας γυναίκες, η μεταφορά μεγάλου αριθμού γονιμοποιημένων ωαρίων με αποτέλεσμα πολύδυμες κυήσεις κ.ά. - έθεσαν επί τάπητος το ερώτημα σχετικά με τα «όρια» που έπρεπε να τεθούν στην επιθυμία υπογόνιμων ζευγαριών να αποκτήσουν παιδιά. Τα ερωτήματα αυξάνονταν όσο ελεύθερες γυναίκες και ομόφυλα ζευγάρια επιχειρούσαν πλέον μέσω της εξωσωματικής γονιμοποίησης και της παρένθετης μητρότητας να αποκτήσουν βιολογικούς απογόνους.

Στην Ελλάδα, τρία χρόνια μετά την θέσπιση του πρώτου νόμου για την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή το 2002, το νομοθετικό πλαίσιο συμπληρώθηκε με το Ν. 3305/2005, στον οποίο περιγράφονται οι μέθοδοι της ιατρικά υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, συγκεκριμενοποιούνται οι κίνδυνοι που συνδέονται με την αξιοποίηση τους (υπέρβαση ορίων ηλικίας, ελλιπείς εργαστηριακοί έλεγχοι κλπ) και ανάγονται σε ποινικά αδικήματα παραβιάσεις της ισχύουσας νομοθεσίας, σε μια προσπάθεια να κατοχυρωθεί ένα minimum ασφάλειας κατά την εφαρμογή των συγκεκριμένων μεθόδων. Το 2008 εκδίδεται το προεδρικό διάταγμα 26, με το οποίο ρυθμίζονται θέματα ασφάλειας στη φύλαξη του γεννητικού υλικού, όπως και θέματα προστασίας των προσωπικών δεδομένων σύμφωνα με τα οριζόμενα στις Οδηγίες 2004/23/ΕΚ, 2006/17/ΕΚ και 2006/86/ΕΚ, ενώ το 2014 τροποποιείται εκ νέου το νομοθετικό πλαίσιο με τον Ν. 4272/2014, με τον οποίο απλουστεύονται σε σημαντικό βαθμό οι προϋποθέσεις προσφυγής στην παρένθετη μητρότητα.

I. ΟΡΟΙ ΕΠΙΤΡΕΠΤΟΥ ΤΗΣ ΥΠΟΒΟΗΘΟΥΜΕΝΗΣ ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

Ο νομοθέτης με το άρθρο 1455 ΑΚ επιτρέπει την ιατρικά υποβοηθούμενη αναπαραγωγή (Ι.Υ.Α.), μόνο σε δύο περιπτώσεις. Η πρώτη είναι όταν υπάρχει αδυναμία απόκτησης τέκνου με φυσικό τρόπο (όπως υπογονιμότητα, στειρότητα), ενώ η δεύτερη καλύπτει την αποφυγή μετάδοσης στο τέκνο σοβαρής ασθένειας.

α. Αδυναμία απόκτησης παιδιών με «φυσικό τρόπο» (όρος που χρησιμοποιείται στο δίκαιό μας, αλλά αδόκιμος κατά τη γνώμη μας)

Στις περισσότερες χώρες (Ελλάδα, Γαλλία, Γερμανία, Ιρλανδία, Μ. Βρετανία) υπάρχει μια συζήτηση σχετικά με τη διεύρυνση των όρων πρόσβασης στην Ι.Υ.Α.. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι ένα ζευγάρι μπορεί να προσφεύγει χωρίς όρους σε μεθόδους Ι.Υ.Α. εφόσον το επιθυμεί, ενώ άλλοι επιθυμούν περιορισμένη διεύρυνση, ώστε να περιλαμβάνεται στη ρύθμιση και η πραγματική αδυναμία απόκτησης τέκνων, όπως συμβαίνει για παράδειγμα όταν ένα από τα δύο πρόσωπα που συνθέτουν το ζευγάρι εκτίει ποινή φυλάκισης και υπάρχει πραγματική αδυναμία απόκτησης παιδιών με φυσικό τρόπο. Το ίδιο ισχύει στις περιπτώσεις που η γυναίκα είναι γόνιμη, ωστόσο δεν θέλει να έχει σαρκική επαφή με άνδρα για διάφορους λόγους, όπως λ.χ. επειδή υπήρξε θύμα βιασμού ή επειδή δεν βρίσκει άνδρα που να θέλει να αποκτήσει μαζί της παιδί.

Στην Ελλάδα έχει μάλιστα υποστηριχθεί η άποψη ότι η δυνατότητα αυτή προβλέπεται και νομοθετικά, θέση που εδράζεται στην απουσία από τη διάταξη του άρθρου 1455 Αστικού Κώδικα ρητής και ειδικής αναφοράς στην «ιατρική αδυναμία», σε αντιδιαστολή προς το άρθρο 1458 Αστικού Κώδικα, όπου απαιτείται η αδυναμία κυοφορίας να οφείλεται αποκλειστικά σε «ιατρικούς λόγους» προκειμένου να επιτραπεί η παρένθετη κυοφορία.

Ωστόσο, διατυπώνονται επίσης σοβαρές επιφυλάξεις ως προς την υιοθέτηση μιας ευρείας νομοθετικής ερμηνείας ή πολύ περισσότερο μιας νομοθετικής αλλαγής, κυρίως επειδή φαίνεται να υπάρχει μια ανασφάλεια ως προς την έκταση που θα μπορούσε να λάβει μια τέτοια διεύρυνση των όρων πρόσβασης στην Ι.Υ.Α. Αξίζει να επισημανθεί ότι στην Ελλάδα ο Ν. 3418/2005 (Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας) που εκδόθηκε μετά την τροποποίηση που επέφερε ο Ν. 3089/2002 στον Αστικό Κώδικα, ρητά αναφέρεται στην υποχρέωση του γιατρού να «συζητά, ενημερώνει για τις θετικές και αρνητικές συνέπειες και ενθαρρύνει την προσφυγή στις μεθόδους ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ιατρικής αδυναμίας απόκτησης παιδιών με φυσικό τρόπο», ερμηνεύοντας κατά κάποιο τρόπο συσταλτικά το περιεχόμενο του σχετικού άρθρου του Αστικού Κώδικα. Επιπλέον, ειδικά σε ό,τι αφορά τους κρατουμένους στις φυλακές, διατυπώνεται η ένσταση ότι η αναγνώριση της δυνατότητας προσφυγής σε μεθόδους ιατρικά υποβοηθούμενης αναπαραγωγής αποκλειστικά εξαιτίας του γεγονότος ότι αυτοί είναι κρατούμενοι, θα ανέτρεπε την ισοτιμία που πρέπει να υπάρχει μεταξύ ατόμων που βρίσκονται εντός και εκτός των σωφρονιστικών καταστημάτων. Ιδιαίτερος προβληματισμός διατυπώνεται και για την περίπτωση που κρατούμενη είναι η μητέρα, η οποία θα χρειαστεί να μείνει πολλά χρόνια στη φυλακή εκτίοντας την ποινής της, καθώς αμφισβητείται κατά πόσο είναι προς το συμφέρον του παιδιού να γεννηθεί και ανατραφεί στο περιβάλλον ενός σωφρονιστικού καταστήματος. Ο ίδιος προβληματισμός διατυπώνεται και για την περίπτωση που ο πατέρας εκτίει στη φυλακή μεγάλη ποινή, γιατί το παιδί θα στερείται για σημαντικό χρονικό διάστημα τον πατέρα του.

Έντονος προβληματισμός υπάρχει τέλος, ως προς το αν η ιατρική αδυναμία απόκτησης παιδιού με φυσικό τρόπο πρέπει να διαπιστώνεται ήδη κατά τον χρόνο εφαρμογής των μεθόδων Ι.Υ.Α. ή αν αρκεί να προβλέπεται ως πιθανότητα για το άμεσο μέλλον. Στην Ελλάδα (όπως και στην Ιρλανδία), η ιατρική αδυναμία πρέπει να διαπιστώνεται κατά τον χρόνο που αρχίζει η εφαρμογή μιας μεθόδου Ι.Υ.Α., επιλογή που έχει δικαιολογημένα επικριθεί, κυρίως για τις περιπτώσεις εκείνες που, λόγω σοβαρής ασθένειας, επίκειται με βεβαιότητα ή πολύ μεγάλη πιθανότητα η αδυναμία απόκτησης παιδιών με φυσικό τρόπο.

Αρμόδιος να πιστοποιήσει την ιατρική αδυναμία τεκνοποίησης με φυσικό τρόπο προκειμένου να είναι εφικτή η προσφυγή σε μέθοδο Ι.Υ.Α. είναι κατ’ αρχήν ο θεράπων γιατρός. Στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες χώρες, δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη ως προς τη διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθηθεί προκειμένου να πιστοποιηθεί η συνδρομή της ιατρικής αδυναμίας του ζεύγους να αποκτήσει παιδιά με φυσικό τρόπο. Έτσι, η πραγματοποίηση ιατρικών εξετάσεων θεωρείται από τη νομολογία αναγκαία για να διαπιστωθεί η ύπαρξη κάποιου ιατρικού προβλήματος, σε τελευταία όμως ανάλυση θεωρείται αρκετή και μια απλή ιατρική βεβαίωση, στις περιπτώσεις της «ανεξήγητης» στειρότητας ή υπογονιμότητας.

Σε περίπτωση που η υποβοηθούμενη αναπαραγωγή πραγματοποιηθεί χωρίς τη συνδρομή του όρου της ιατρικής αδυναμίας τεκνοποίησης του υποβοηθούμενου ζευγαριού, η ευθύνη βαρύνει τον γιατρό, αλλά και το ζευγάρι. Οι συνέπειες είναι τόσο διοικητικής όσο και ποινικής φύσης. Διοικητικής φύσης κυρώσεις προβλέπονται για τους παραβάτες ιατρούς με την επιβολή προστίμου από 50.000 – 100.000 ευρώ, το οποίο επιβάλλεται από την Αρχή Ιατρικά Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής, ενώ απειλείται ακόμα ο γιατρός με πειθαρχική τιμωρία από το Πειθαρχικό Συμβούλιο του Ιατρικού Συλλόγου στον οποίο ανήκει. Σε βάρος του παραβάτη ιατρού προβλέπονται– πέραν των διοικητικών – και ποινικές κυρώσεις. Στην Ελλάδα προβλέπεται ποινή φυλάκισης από δύο (2) ως πέντε (5) έτη για εκείνον που χρησιμοποιεί γεννητικό υλικό ή γονιμοποιημένα ωάρια ή προϊόντα προερχόμενα από γονιμοποιημένα ωάρια, για σκοπούς άλλους από εκείνους που προβλέπονται στους Ν 3089/2002 και 3305/2005, και ερμηνευτικά γίνεται δεκτό, ότι ο γιατρός που εφαρμόζει κάποια μέθοδο Ι.Υ.Α. χωρίς να συντρέχει η προϋπόθεση της ιατρικής αδυναμίας υπάγεται στην περίπτωση αυτή. Επιπλέον, το ζευγάρι μπορεί κατά περίπτωση να εμφανίζεται ως ηθικός αυτουργός της πράξης του γιατρού, εφόσον του έχει προκαλέσει την απόφαση να ενεργήσει, ενώ η γυναίκα επί της οποίας ενεργείται η πράξη της Ι.Υ.Α. αποτελεί άμεσο συνεργό του γιατρού και ο άνδρας απλό συνεργό, εφόσον ασφαλώς το ζευγάρι γνωρίζει ότι δεν υπάρχει ιατρική αδυναμία απόκτησης παιδιών με φυσικό τρόπο.

Η ειδική νομοθεσία για την Ι.Υ.Α. δεν περιέχει ειδικούς κανόνες σχετικά με την αστική ευθύνη του γιατρού ή των Μονάδων Ι.Υ.Α., όταν παραβιάζουν τον όρο της ιατρικής αδυναμίας απόκτησης παιδιού με φυσικό τρόπο. Ως προς αυτά τα θέματα, ωστόσο, βρίσκουν εφαρμογή οι γενικές ερμηνευτικές αρχές για τις αστικές συνέπειες μιας παράνομης ιατρικής πράξης, η οποία μπορεί να γεννά υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης για κάθε προκληθείσα ζημία στο ζευγάρι.

β. Αποφυγή μετάδοσης σοβαρής ασθένειας στο τέκνο

Η έννοια της «σοβαρής ασθένειας» δεν προσδιορίζεται ειδικότερα στις περισσότερες χώρες. Το νομοθετικό αυτό «κενό», όπως συνηθίζεται να το αποκαλούν συχνά στη θεωρία, συνιστά μια μάλλον συνειδητή επιλογή του εθνικού νομοθέτη, ο οποίος κρίνει ορθότερο να θέτει στην κρίση του γιατρού το «σοβαρό» ή μη της επαπειλούμενης ασθένειας. Εναπόκειται, συνεπώς, στους επαγγελματίες υγείας να κρίνουν την κάθε περίπτωση ad hoc και βάσει καθαρά ιατρικών κριτηρίων να κάνουν τη διάγνωση που θα τους επιτρέπει να προβούν στο χαρακτηρισμό μιας ασθένειας ως λιγότερο ή περισσότερο σοβαρής. Η ύπαρξη κινδύνου μετάδοσης σοβαρής ασθένειας στο τέκνο πιστοποιείται ασφαλώς με κατάλληλες ιατρικές εξετάσεις, που επιλέγει ο γιατρός ή η ιατρική ομάδα.

II. ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΜΕΘΟΔΩΝ Ι.Υ.Α

α. Απαγόρευση αναπαραγωγικής κλωνοποίησης

Ο Νόμος απαγορεύει ρητά στην προσφυγή στην Ι.Υ.Α. για λόγους αναπαραγωγικής κλωνοποίησης.

Έχει υποστηριχθεί ότι ο βασικός λόγος για την απαγόρευση της αναπαραγωγικής κλωνοποίησης είναι η ανάγκη προστασίας του ψυχικού κόσμου και της υγείας του παιδιού που πρόκειται να γεννηθεί, το οποίο μπορεί να εμφανίσει σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα, όταν, προερχόμενο από ένα γεννήτορα, συνειδητοποιήσει – αργά ή γρήγορα - ότι αποτελεί «απλό αντίγραφο» κάποιου άλλου και όχι ένα μοναδικό ανθρώπινο ον. Στο επιχείρημα ωστόσο αυτό έχει διατυπωθεί σοβαρός αντίλογος. Αρχικά, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα προκληθούν ψυχικά τραύματα στο παιδί, κυρίως όταν υπάρχει σημαντική διαφορά ηλικίας με το γεννήτορα, η οποία αλλοιώνει την ομοιότητα της. Ούτε άλλωστε η προσωπικότητα του νέου ανθρώπου θα είναι κατ’ ανάγκη ίδια. Τέλος, είναι γενικά αναγνωρισμένο ότι η προσωπικότητα ενός ανθρώπου διαμορφώνεται και από σειρά άλλων παραγόντων, όπως λ.χ. το οικογενειακό, σχολικό και ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Έτσι το άτομο που θα προκύψει από την κλωνοποίηση μπορεί να έχει μια εντελώς διαφορετική προσωπικότητα από εκείνη του γεννήτορά του, η οποία θα είναι το αποτέλεσμα μιας πολύπλοκης διαδικασίας αλληλοεπιδράσεων μεταξύ γενετικού υλικού και περιβάλλοντος. Το στοιχείο της μοναδικότητας λοιπόν ως χαρακτηριστικό του νέου ανθρώπου, κατά την άποψη αυτή, δεν θίγεται κατ’ ανάγκην από την κλωνοποίηση.

Έχει, επίσης, υποστηριχθεί ότι με την κλωνοποίηση θίγεται η αξία του νέου ανθρώπου που θα δημιουργηθεί, δηλαδή του κλώνου, στο μέτρο που αναιρούνται τα βασικά στοιχεία της ανθρώπινης ύπαρξής του, δηλαδή η μοναδικότητα και τυχαία διαμόρφωσή του. Η εκδοχή όμως αυτή προσκρούει στα ίδια εμπόδια που αντιμετωπίζει και η αναφορά στην ψυχική του υγεία. Όπως ήδη ειπώθηκε, η μοναδικότητα του ατόμου δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι αναιρείται λόγω της κλωνοποίησης. Παλιά, το περιεχόμενο του «τυχαίου» αφορούσε το χρόνο της γονιμοποίησης και εμφύτευσης του ωαρίου, το φύλο, την ευφυΐα και άλλα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του παιδιού και πιθανές παθήσεις. Ήδη, με τη διαδικασία της σπερματέγχυσης και της in vitro γονιμοποίησης, το πρώτο συστατικό του τυχαίου έχει παύσει να υπάρχει. Η γονιμοποίηση και η μεταφορά πλέον επιλέγονται. Το «τυχαίο» ως προς πιθανές παθήσεις του παιδιού έχει επίσης περιοριστεί, καθώς σε περιπτώσεις που ο ένας από τους δύο συζύγους ή και οι δύο πάσχουν από σοβαρά προβλήματα υγείας, μπορούν να επιλέξουν την προεμφυτευτική διάγνωση, την τεχνική της ετερόλογης γονιμοποίησης ή και της υποκατάστατης μητρότητας, ώστε να αποκλειστούν ή πάντως να περιοριστούν σημαντικά οι κίνδυνοι γέννησης παθολογικών νεογνών. Το τυχαίο περιορίζεται ακόμα από το γεγονός ότι σπέρμα δεν λαμβάνεται παρά μόνο από υγιείς ανθρώπους. Αλλά και το «τυχαίο» ως προς το γενετικό κώδικα του παιδιού έχει αρθεί με την τεχνική της προεμφυτευτικής θεραπευτικής διάγνωσης, που εφαρμόζεται χωρίς επέμβαση στο γενετικό υλικό, και δεν θεωρείται ότι θίγει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ακόμα και από όσους υποστηρίζουν ότι αυτή θίγεται από την κλωνοποίηση. Με βάση αυτά τα δεδομένα, δεν φαίνεται πράγματι, κατά την άποψη αυτή, να θίγεται η αξιοπρέπεια του νέου ανθρώπου μέσω της αναπαραγωγικής κλωνοποίησης, πολύ περισσότερο μάλιστα καθώς ο κλώνος δεν υπάρχει «κατά» την πραγματοποίησή της, αλλά δημιουργείται «από» αυτήν.

β. Απαγόρευση επιλογής του φύλου

Ο Νόμος απαγορεύει ρητά την επιλογή φύλου του τέκνου, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που υπάρχει κίνδυνος μετάδοσης στο παιδί κάποιας φυλοσύνδετης νόσου.

Η απαγόρευση επιλογής φύλου έχει εγείρει συζητήσεις σε πολλές χώρες. Η απαγόρευση φαίνεται να συναρτάται με σκέψεις που απορρέουν από την αξία του ανθρώπου και την παρεμπόδιση κάθε ετεροκαθορισμού του. Η απαγόρευση επιλογής φύλου επιβάλλεται προκειμένου να αποφευχθεί «η δημιουργία μιας κοινωνίας βασισμένης σε μοντέλα», υποστηρίζεται, κάτι που θα είχε μακροπρόθεσμα σοβαρές συνέπειες στον τρόπο που αντιμετωπίζονται τα δύο φύλα. Από την άλλη όμως πλευρά, όταν η διακοπή της κύησης επιτρέπεται ελεύθερα μέχρι τη 12η εβδομάδα της εγκυμοσύνης στις περισσότερες χώρες - ή και μέχρι τη 18η σε άλλες (Σουηδία) - και άρα μπορεί να γίνει και για λόγους φύλου του παιδιού, δεν δικαιολογείται η απαγόρευση της επιλογής στο πλαίσιο της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.

Με άλλα λόγια γιατί να υποχρεώνεται η γυναίκα σε μια κυοφορία που στη συνέχεια θα διακόψει, αν μπορεί εξαρχής να επιλέξει το φύλο του παιδιού της. Υποστηρίζεται εξάλλου, ότι η δυνατότητα επιλογής φύλου δεν υποδαυλίζει τις διακρίσεις λόγω φύλου, εφόσον κανείς δεν επιβάλλει στους γονείς την υποχρέωση να επιλέγουν ένα συγκεκριμένο φύλο. Έχει επιπλέον παρατηρηθεί ότι η δικαιολόγηση της επιλογής φύλου μόνο για να αποφευχθεί η μετάδοση νοσημάτων υποδηλώνει μια αρνητική στάση κατά των ατόμων που πάσχουν από κάποια εκ γενετής ασθένεια. Βεβαίως το επιχείρημα αυτό έχει χρησιμοποιηθεί και από εκείνους που υποστηρίζουν, ότι ακριβώς για να μην υπονοούνται ανεπίτρεπτες διακρίσεις, θα πρέπει να απαγορεύεται η επιλογή φύλου ακόμη κι όταν συναρτάται με την προσπάθεια αποφυγής μετάδοσης κληρονομικού νοσήματος. Τέλος, το αίτημα επιλογής φύλου θεωρείται από ορισμένους θεμιτό, όταν η οικογένεια έχει ήδη πολλά παιδιά του ίδιου φύλου.

III. ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΜΕΘΟΔΩΝ Ι.Υ.Α.

α. Η σχέση μεταξύ των υποβοηθούμενων προσώπων

Η υποβοηθούμενη αναπαραγωγή επιτρέπεται κατ’ αρχήν σε ετερόφυλα ζευγάρια που έχουν συνάψει γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης εφόσον στις περιπτώσεις αυτές θεωρείται βέβαιη η ύπαρξη των δύο γονέων, αλλά και ενός σχετικά σταθερού περιβάλλοντος, στοιχείο που θεωρείται κρίσιμο για την ανάπτυξη του παιδιού. Στην περίπτωση που δεν υπάρχει γάμος ή σύμφωνο συμβίωσης και η άγαμη γυναίκα θέλει να ενταχθεί σε διαδικασία υποβοηθούμενης αναπαραγωγής μαζί με τον σύντροφό της, ο νόμος απαιτεί να πρόκειται για «τον άνδρα με τον οποίο συζεί», χωρίς όμως να μπορεί ασφαλώς να βεβαιωθεί με οποιονδήποτε ασφαλή τρόπο η σχέση αυτή, το περιεχόμενο της οποίας άλλωστε δεν προκύπτει καν από τον νόμο.

β. Η ηλικία των υποβοηθουμένων προσώπων

Ο νόμος μας θέτει ως ηλικιακό όριο για την προσφυγή σε μεθόδους Ι.Υ.Α. την «ηλικία φυσικής ικανότητας αναπαραγωγής του υποβοηθούμενου προσώπου». Τίθεται όμως επιπλέον και συγκεκριμένο ηλικιακό όριο για τη γυναίκα, η οποία δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη των 50 ετών. Αντίθετα, για τον άνδρα δεν τίθεται κανένας περιορισμός και παραμένει το γενικό κριτήριο της φυσικής ικανότητας αναπαραγωγής. Ως κατώτατο ηλικιακό όριο προβλέπεται κατά κανόνα το 18ο έτος. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η εφαρμογή των μεθόδων αυτών σε ανήλικα πρόσωπα τα οποία λόγω σοβαρού νοσήματος που επισύρει κίνδυνο στειρότητας, επιθυμούν να εξασφαλίσουν στο μέλλον τη δυνατότητα τεκνοποίησης τους. Αποδεκτή μέθοδος Ι.Υ.Α. αναφορικά με τους ανήλικους, είναι η κρυοσυντήρηση. Τέλος, ιατρικοί λόγοι που αφορούν τον κίνδυνο προσκλήσεως χρωμοσωματικών ανωμαλιών σε γαμέτες ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας, επέβαλαν την θέσπιση ηλικιακών ορίων και στην περίπτωση των δοτών γεννητικού υλικού, σύμφωνα με τα οποία, ο δότης σπέρματος πρέπει να μην έχει συμπληρώσει το 40ο έτος της ηλικίας του.

Αναφορικά με το ηλικιακό όριο της γυναίκας που επιθυμεί να υποβληθεί σε υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, συμπεριλαμβανομένης της υποψήφιας παρένθετης μητέρας, το ζήτημα της πιθανής αντισυνταγματικότητας αυτού, απασχόλησε σε αρκετές περιπτώσεις την ελληνική δικαιοσύνη. Με την υπ’ αρ. 14/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου κρίθηκε ότι δεν υφίσταται ζήτημα αντισυνταγματικότητας του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου και στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και η υπ’ αρ. 275/2016 Εφετείου Πειραιώς, η οποία αποφαίνεται αναφορικά με το ζήτημα της διαφοροποίησης ορίου ηλικίας μεταξύ ανδρών και γυναικών, ότι αυτό δεν αντιβαίνει στην αρχή της ισότητας καθώς είναι διαφορετική η διάρκεια της φυσικής ικανότητας αναπαραγωγής των δύο φύλων.

Σε αντίθετη ωστόσο κρίση, την οποία και συμμεριζόμαστε, καταλήγει η υπ’ αρ. 4/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών, η οποία έκρινε, ότι σε περίπτωση υποψήφιας μητέρας ηλικίας ήδη 50 ετών, η οποία επιθυμούσε να μεταφερθούν ωάριά της σε παρένθετη κυοφόρο, η ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή με τη μέθοδο της παρένθετης μητρότητας «δεν εμποδίζεται στην προκείμενη περίπτωση από το γεγονός ότι η ηλικία της αιτούσας υπερβαίνει κατά ένα και μισό μήνα (από τη συζήτηση της υπόθεσης) το κατ’ άρθρο 4 § 1 εδάφιο β` Ν. 3305/2005 ανώτατο όριο, διότι κατά τελολογική συστολή αυτού πρέπει να εφαρμοσθεί το πρώτο εδάφιο του ίδιου άρθρου λαμβάνοντας επιπλέον υπόψη ότι δεν συντρέχουν οι προειρημένοι κίνδυνοι, στην αποφυγή των οποίων αποσκοπεί το άρθρο 4 Ν. 3305/2005». Το αυτό δέχεται και η υπ’ αρ. 398/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών για αιτούσα ηλικίας 54 ετών. Οι εν λόγω αποφάσεις, μάλιστα, τονίζουν ότι η εισηγητική έκθεση του νόμου όριζε τα 55 και όχι τα 50 έτη ως ανώτατο ηλικιακό όριο.

Ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό του ηλικιακού ορίου δεν προβλέπεται νομοθετικά. Στην Ελλάδα έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι κρίσιμος πρέπει να θεωρείται ο χρόνος της εμφύτευσης του in vitro γονιμοποιηθέντος ωαρίου στη μήτρα ή ο χρόνος της σπερματέγχυσης. Δεν αρκεί να έχει απλώς αρχίσει η διαδικασία Ι.Υ.Α. - λ.χ. λήψη ωαρίων, in vitro γονιμοποίηση - πριν από το συγκεκριμένο όριο.

Το πρόσωπο που ελέγχει τη συνδρομή της τήρησης των ηλικιακών ορίων των υποβοηθούμενων προσώπων είναι μόνο ο γιατρός. Σε περίπτωση που δεν τηρούνται τα ηλικιακά όρια πρόσβασης σε μεθόδους Ι.Υ.Α. υπάρχουν συνέπειες, οι οποίες αφορούν κατά κανόνα τον γιατρό και την ομάδα της Μονάδας Ι.Υ.Α.. Οι προβλεπόμενες συνέπειες σε ορισμένες χώρες είναι διοικητικής και ποινικής φύσης. Οι διοικητικής φύσης κυρώσεις που προβλέπονται για τους γιατρούς είναι πρόστιμο από 10.000 έως 20.000 ευρώ και σε ιδιαίτερα σοβαρές περιπτώσεις απαγόρευση άσκησης του επαγγέλματός τους, ενώ για τις μονάδες Ι.Υ.Α., προσωρινή ανάκληση άδειας λειτουργίας από 3 - 6 μήνες και σε περίπτωση νέας παράβασης οριστική ανάκληση. Οι ποινικής φύσης κυρώσεις αφορούν μόνο τον παραβάτη ιατρό για τον οποίο προβλέπεται φυλάκιση έως ένα (1) έτος.

γ. Η Συναίνεση των προσώπων που επιθυμούν να αποκτήσουν παιδί

Τελευταία προϋπόθεση, η οποία πρέπει να συντρέχει για την έγκυρη προσφυγή στην Ι.Υ.Α. αφού συντρέχουν όλες οι προηγούμενες, είναι η γενική συναίνεση των προσώπων που επιθυμούν να αποκτήσουν το τέκνο, η οποία δίδεται πάντα, ανεξάρτητα αν πρόκειται για ομόλογη (όταν γίνεται με γεννητικό υλικό από τους συζύγους ή συντρόφους) η ετερόλογη (όταν γίνεται με ξένο γεννητικό υλικό) γονιμοποίησης. Και ενώ απαιτείται μεν, σε κάθε περίπτωση, η ύπαρξη συναίνεσης μετά από ενημέρωση, ωστόσο το ακριβές περιεχόμενό της δεν προκύπτει ούτε από τον νόμο ούτε από τις κατευθυντήριες οδηγίες.

Στην Ελλάδα απαιτείται απλή έγγραφη συναίνεση όταν μεταξύ των δύο υποβοηθούμενων προσώπων υπάρχει γάμος ή σύμφωνο συμβίωσης, αλλά συμβολαιογραφικό έγγραφο σε περίπτωση ελεύθερης ένωσης, ενώ με συμβολαιογραφικό έγγραφο συναινεί και η άγαμη ελεύθερη γυναίκα. Νομολογιακά ωστόσο, έχει γίνει δεκτό, ότι αρκεί και η άτυπη συγκατάθεση του άνδρα, που προκύπτει από την ενεργό συμμετοχή του σε όλες τις φάσεις της Ι.Υ.Α. Στις περιπτώσεις των ανηλίκων προσώπων προβλέπεται από το Νόμο, ότι η συναίνεση δίνεται από τους γονείς του ή από τον επίτροπο, ενώ αν ο ανήλικος έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας του, μπορεί και ο ίδιος να συναινέσει στην κρυοσυντήρηση.

Η έγγραφη συναίνεση των δύο συζύγων ή συντρόφων πρέπει να δίνεται πριν από την έναρξη της διαδικασίας της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, χωρίς να προβλέπεται ρητά κάτι για την περίπτωση των περισσότερων προσπαθειών.

Ένα ζήτημα που συγκεντρώνει ενδιαφέρον, αλλά δεν έχει αντιμετωπιστεί στις περισσότερες χώρες είναι η δυνατότητα υποκατάστασης της βούλησης του ενός συζύγου ή συντρόφου, στην περίπτωση που αυτός είναι ανίκανος να συναινέσει. Στη Μ. Βρετανία, όπου ανάλογο θέμα απασχόλησε τόσο την H.F.E.A. όσο και τα δικαστήρια όταν μια γυναίκα ζήτησε να ληφθεί το γεννητικό υλικό του συζύγου της, αφού αυτός περιήλθε σε φυτική κατάσταση με μικρές πιθανότητες επιβίωσης και με ρητή εντολή να μη γίνει προσπάθεια επαναφοράς του στη ζωή, έγινε τελικώς δεκτό ότι εφόσον δεν υπήρχε ρητή συναίνεση του άνδρα στην υποβολή σε μεθόδους ιατρικά υποβοηθούμενης αναπαραγωγής για την απόκτηση παιδιού δεν μπορούσε να ληφθεί το γεννητικό του υλικό γι’ αυτόν τον σκοπό. Τούτο, σύμφωνα με το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που έκρινε την υπόθεση, διασφάλιζε το συμφέρον του άνδρα, ώστε να μην αποκτήσει παιδί παρά την πιθανή αντίθετη βούλησή του.

Η συναίνεση τόσο του άνδρα όσο και της γυναίκας μπορεί να ανακληθεί έως τη μεταφορά του γεννητικού υλικού στο γυναικείο σώμα, ενώ πρέπει κι αυτή να περιβληθεί με τον ίδιο τύπο με τον οποίο δόθηκε. Η επέλευση του θανάτου του συζύγου ή συντρόφου πριν τη μεταφορά, θεωρείται πλασματική ανάκληση και έχει ως συνέπεια την απαγόρευση ολοκλήρωσης της διαδικασίας Ι.Υ.Α., εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της μεταθανάτιας γονιμοποίησης.

Η συγκεκριμένη ρύθμιση προκαλεί πάντως έντονο προβληματισμό σε ό,τι αφορά το χρονικό πλαίσιο ανάκλησης της συναίνεσης από την πλευρά της γυναίκας, με το επιχείρημα ότι έρχεται σε αντίθεση με σειρά θεμελιωδών δικαιωμάτων της γυναίκας και, ιδίως, με το δικαίωμά της για αυτοκαθορισμό στην ειδικότερη έκφανσή του να αποφασίζει η ίδια για τις ιατρικές πράξεις στις οποίες επιθυμεί να υποβληθεί και την αρχή του απαραβίαστου της προσωπικής ελευθερίας (άρθρο 5 Συντάγματος). Ακόμα, επισημαίνεται ότι η ρύθμιση είναι ασύμβατη με τη νομοθεσία περί της τεχνητής διακοπής της εγκυμοσύνης, με την έννοια ότι είναι άτοπο να υποχρεώνεται η γυναίκα να υποβληθεί στην τεχνητή γονιμοποίηση μετά την ιατρική πράξη της μεταφοράς του γονιμοποιημένου ωαρίου, με όλες τις συνέπειες που αυτό μπορεί να επιφέρει στη σωματική αλλά, κυρίως, στην ψυχική της υγεία, όταν στη συνέχεια μπορεί νόμιμα να προχωρήσει για τους ίδιους λόγους στην τεχνητή διακοπή της κύησής της κατά τις διατάξεις του Ν. 4619/2019.

Η συναίνεση του δότη στη λήψη ή τη συλλογή στοιχείων ή προϊόντων του σώματός του μπορεί να ανακληθεί ελεύθερα, πριν από τη χρησιμοποίηση των γαμετών ή των γονιμοποιημένων ωαρίων.

IV. ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΑ ΓΟΝΙΜΟΠΟΙΗΣΗ

Η μεταθανάτια γονιμοποίηση επιτρέπεται σύμφωνα με το Νόμο, αλλά με περισσότερους περιορισμούς. Πιο συγκεκριμένα, η τεχνητή γονιμοποίηση μετά το θάνατο του συζύγου ή συντρόφου επιτρέπεται μόνο με δικαστική άδεια και μόνο εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: (α) ο σύζυγος ή σύντροφος πάσχει από ασθένεια που συνδέεται με πιθανό κίνδυνο στειρότητας (π.χ. καρκίνος των όρχεων που απαιτεί χημειοθεραπεία από την οποία καταστρέφεται το σπέρμα) ή υπάρχει κίνδυνος θανάτου του (π.χ. λόγω της συμμετοχής του σε στρατιωτικές επιχειρήσεις), (β) ο σύζυγος ή σύντροφος έχει συναινέσει με συμβολαιογραφικό έγγραφο στη μεταθανάτια τεχνητή γονιμοποίηση και (γ) η τεχνητή γονιμοποίηση διενεργείται μετά την πάροδο έξι μηνών και πριν από τη συμπλήρωση διετίας από το θάνατο του άνδρα.

Σε ό,τι αφορά τη συναίνεση του άνδρα, έχει γίνει νομολογιακά δεκτό - μολονότι δεν το ορίζει ρητά ο νόμος – ότι αυτή μπορεί να εμπεριέχεται και σε ιδιόγραφη διαθήκη, θέση που έχει ωστόσο επικριθεί από τη θεωρία. Ζήτημα έχει τεθεί αν επιτρέπεται η μεταθανάτια γονιμοποίηση στην περίπτωση που πεθαίνει η γυναίκα. Κατά την κρατούσα στη θεωρία άποψη, αλλά και κατά την ίδια την Εισηγητική Έκθεση του Ν. 3089/2002, αν αποβιώσει η γυναίκα πριν από το σύζυγο/σύντροφό της και υπάρχει κρυοσυντηρημένο γονιμοποιημένο ωάριό της ή κρυοσυντηρημένο ωάριό της, τότε με αναλογική εφαρμογή του άρθρου 1457 Α.Κ. μπορεί να χορηγηθεί η απαιτούμενη δικαστική άδεια στον άνδρα προκειμένου να προχωρήσει σε μεταθανάτια τεχνητή γονιμοποίηση. Σ’ αυτή την περίπτωση, βέβαια, είναι απαραίτητη η χρήση παρένθετης μητέρας, η οποία θα κυοφορήσει. Έτσι, απαιτείται να συντρέχουν τόσο οι προϋποθέσεις του άρθρου 1457 Α.Κ. για τη μεταθανάτια γονιμοποίηση όσο και εκείνες του άρθρου 1458 Α.Κ. για την παρένθετη μητρότητα.

V. ΚΡΥΟΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΕΜΒΡΥΩΝ

Η τεχνική της κρυοσυντήρησης παρέχει τη δυνατότητα αποθήκευσης και συντήρησης πλεονάζοντος αριθμού εμβρύων. Έτσι, η γυναίκα που επιθυμεί να τεκνοποιήσει με τη μέθοδο της ιατρικά υποβοηθούμενης αναπαραγωγής δεν χρειάζεται να υποβάλλεται συνέχεια στη διαδικασία της διέγερσης των ωοθηκών και της ωοληψίας και επιπρόσθετα να υπόκειται σε επί πλέον κόστος για εξωσωματική γονιμοποίηση, στην περίπτωση που χρειαστεί περισσότερες από μία φορές να υποβληθεί σε τεχνητή γονιμοποίηση.

Τα πρόσωπα που προσφεύγουν στην τεχνητή γονιμοποίηση αποφασίζουν, κατ’ άρθρο 1459 ΑΚ, με κοινή έγγραφη δήλωσή τους για την τύχη των κρυοσυντηρημένων γαμετών και των κρυοσυντηρημένων γονιμοποιημένων ωαρίων που δεν θα χρειαστούν τελικά για την τεκνοποίηση. Οι γονείς έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν μεταξύ δωρεάς, καταστροφής και διάθεσης των εμβρύων για έρευνα. Σε κάθε περίπτωση, οι εθνικές επιτροπές δεοντολογίας συμφωνούν ότι τα έμβρυα που δημιουργούνται στο εργαστήριο απαγορεύεται να χρησιμοποιηθούν για κλωνοποίηση, για γενετική χειραγώγηση και για μεταφορά του ανθρώπινου εμβρύου σε άλλα είδη.

Ωστόσο, έχει υποστηριχτεί η άποψη, ότι το έμβρυο το οποίο δημιουργείται στο εργαστήριο μπορεί να θεωρηθεί είτε ως αναπόσπαστο τμήμα του σώματος της μητέρας, οπότε αυτή αποφασίζει για την τύχη των πλεοναζόντων εμβρύων, είτε ως ολοκληρωμένη ανθρώπινη υπόσταση, οπότε έχει τα δικαιώματα που έχει κάθε άνθρωπος. Υπάρχει όμως και η άποψη η οποία θέλει το έμβρυο που δημιουργήθηκε με εξωσωματική γονιμοποίηση να θεωρείται εν δυνάμει άνθρωπος. Η άποψη αυτή είναι η επικρατέστερη και θεωρεί ότι σε κάθε περίπτωση η οποιαδήποτε χρήση του εμβρύου πρέπει να γίνεται με σεβασμό στα δικαιώματα τα οποία έχει ως μελλοντική ανθρώπινη ύπαρξη και μέχρι το σημείο που δεν αποτελεί απειλή για το κοινωνικό σύνολο.

VI. ΠΑΡΕΝΘΕΤΗ ΜΗΤΡΟΤΗΤΑ

Από τα πλέον αμφιλεγόμενα ζητήματα στο πεδίο της ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής υπήρξε αυτό της μεθόδου της «παρένθετης μητρότητας». Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1458 ΑΚ, επιτρέπεται η μεταφορά στο σώμα άλλης γυναίκας (από την επίδοξη μητέρα), γονιμοποιημένων ωαρίων, ξένων προς την ίδια (τη κυοφόρο γυναίκα), κατόπιν, ωστόσο, δικαστικής άδειας που παρέχεται πριν τη μεταφορά, εφόσον υπάρχει έγγραφη και χωρίς αντάλλαγμα συμφωνία των προσώπων που επιδιώκουν να αποκτήσουν παιδί και της γυναίκας που θα κυοφορήσει, καθώς και του συζύγου αυτής, αν είναι έγγαμη. Έτσι, μια γυναίκα που επιθυμεί να αποκτήσει παιδί, ουσιαστικά δανείζεται τη μήτρα άλλης γυναίκας, στο σώμα της οποίας μεταφέρεται το γονιμοποιημένο ωάριο, έτσι ώστε η τελευταία να κυοφορήσει και να γεννήσει για χάρη της πρώτης γυναίκας. Μητέρα του παιδιού τεκμαίρεται η γυναίκα στην οποία δόθηκε η σχετική δικαστική άδεια (1464ΑΚ).

Στη μέθοδο αυτή μπορούν να προσφύγουν τόσο τα έγγαμα ζευγάρια, όσο και ζευγάρια που συμβιώνουν, είτε με σύμφωνο συμβίωσης είτε όχι, ακόμα και οι άγαμες ελεύθερες γυναίκες. Προϋπόθεση αποτελεί η ιατρική αδυναμία κυοφορίας της επίδοξης μητέρας (και άρα δεν αρκεί επίκληση ιατρικών γνωματεύσεων για αδυναμία απόκτησης ή σύλληψης τέκνου, αλλά αποκλειστικά και μόνο αδυναμία κυοφορίας), ενώ γίνεται δεκτό ότι η μέθοδος επιτρέπεται και όταν υπάρχει κίνδυνος μετάδοσης στο τέκνο σοβαρής ασθένειας, αφού δεν γίνεται μνεία στις διατάξεις του Νόμου για το αντίθετο. Όσον δε αφορά το πρόσωπο της κυοφορούσας γυναίκας, αυτή θα πρέπει να βρίσκεται σε κατάσταση υγείας κατάλληλης για κυοφορία. Η καταλληλότητά της θα πρέπει εκτός από σωματική, να είναι και ψυχολογική, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 2 Ν. 3305/2005, η κυοφόρος υποβάλλεται σε ενδελεχή ψυχολογική αξιολόγηση.

Το 2017 η Εθνική Αρχή Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής, μέσω του Κώδικα Δεοντολογίας Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής, προχώρησε στη ρύθμιση ορισμένων κενών του Νόμου 3305/2005, όπως το όριο ηλικίας της παρένθετης μητέρας. Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 9 του Κώδικα, ως προϋποθέσεις για την παρένθετη μητρότητα ορίζονται:

  1. Να έχει ηλικία άνω των είκοσι πέντε ετών και μέχρι σαράντα πέντε ετών
  2. Να έχει αποκτήσει τουλάχιστον ένα τέκνο
  3. Να μην έχει υποβληθεί σε περισσότερες από δυο καισαρικές τομές.

Το εν λόγω άρθρο έχει εγείρει ποικίλα ερωτήματα, οδηγώντας σε έντονες αντιπαραθέσεις με εύστοχες τοποθετήσεις. Από τη μία πλευρά, σύμφωνα με ορισμένους νομικούς, το όριο των είκοσι πέντε ετών αμφισβητεί τη δικαιοπρακτική ικανότητα της γυναίκας, αφού κατά τον Αστικό Κώδικα η ενηλικίωση επέρχεται στα δεκαοκτώ έτη (άρθρο 127 Α.Κ.). Συνεπώς, δεν υπάρχει λόγος να υφίσταται αυτή η αδικαιολόγητη ηλικιακή διάσταση. Από την άλλη πλευρά, το ανώτατο όριο ηλικίας της παρένθετης (σαράντα πέντε έτη) σε σχέση με το όριο ηλικίας της υποβοηθούμενης (πενήντα έτη) παρουσιάζει μια ανισότητα, οδηγώντας στην παραβίαση των εκ του Συντάγματος απορρεόντων δικαιωμάτων.

Αναζητώντας τη βάση του Κώδικα Δεοντολογίας Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής είναι φανερό πως το κύριο ερώτημα είναι αν ο στόχος είναι η αντικατάσταση της φύσης. Αν η απάντηση ήταν θετική, τότε, όπως η ίδια η φύση δε θέτει γενικά όρια, αλλά επιδρά διαφορετικά στον κάθε άνθρωπο, έτσι και η νομοθεσία θα έπρεπε να ακολουθήσει την ίδια κατεύθυνση. Ωστόσο, με την ψήφιση νόμων και τη θέσπιση κανόνων παρατηρούμε ότι σκοπός δεν είναι ένας αναιτιολόγητος περιορισμός, αλλά η προστασία τόσο της υγείας του εμβρύου όσο και της παρένθετης μητέρας.

Κρίνοντας, πάντως, από μια ιατρική οπτική θα μπορούσαμε να ερμηνεύσουμε καλύτερα τη συγκεκριμένη διάταξη. Όσον αφορά στο κατώτατο όριο ηλικίας (είκοσι πέντε έτη), θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι μια κοπέλα δεκαοκτώ ετών δεν είναι ακόμα πνευματικά ώριμη να κρίνει αν μπορεί να υποβάλει τον εαυτό της στη διαδικασία της παρένθετης μητρότητας, παρ’ ότι είναι δικαιοπρακτικώς ικανή. Το σώμα της είναι έτοιμο για μια τέτοια δοκιμασία, αλλά κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει εκ των προτέρων τη συναισθηματική και ψυχολογική αντίδρασή της, όταν κληθεί να αποχωριστεί το νεογνό. Απόδειξη αυτού, άλλωστε, αποτελεί η πληθώρα αντίστοιχων περιστατικών στην αμερικανική νομολογία, όπου οι κυοφόρες γυναίκες αποφασίζουν πως δεν μπορούν να αποχωριστούν το παιδί και έτσι το διεκδικούν ή ακόμα χειρότερα το κρύβουν.

Όσον αφορά στο όριο των σαράντα πέντε ετών, βασική επιδίωξη είναι εν προκειμένω η προάσπιση της υγείας του εμβρύου και η προστασία της ελπίδας των κοινωνικών γονέων. Σύμφωνα με διεθνείς στατιστικές, παιδιά που προέρχονται γονιδιακά από ιδιαίτερα νέους ή μεγάλους σε ηλικία γονείς έχουν περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν κάποιο σύνδρομο ή γονιδιακές μεταλλάξεις.

Η μέθοδος της παρένθετης μητρότητας έχει επιφέρει μεγάλα ηθικά διλήμματα και προβληματισμούς τόσο την έννομη τάξη όσο και στο κοινωνικό γίγνεσθαι.

Η δυνατότητα κυοφορίας από φέρουσα ή υποκατάστατη μητέρα μπορεί μεν να έχει τη θετική της πλευρά κατά το ότι εξυπηρετείται έτσι η κυοφορία, επειδή όμως ο αναπτυσσόμενος σύνδεσμος με το έμβρυο κατά την κύηση είναι ουσιαστικό και αναπόσπαστο μέρος, όχι μόνο της μητρότητας, αλλά και της εμβρυϊκής ανάπτυξης, η παρεμβολή της φέρουσας μητέρας στην ιερή σχέση των γενετικών γονέων με το παιδί δεν είναι άμοιρη συνεπειών. Έτσι:

  1. Τι θα συμβεί στην περίπτωση που, οι γενετικοί γονείς πεθάνουν ή ύστερα από προγεννητικό έλεγχο η από κάποια άλλη αιτία (π.χ. διαζύγιο), οι μεν γενετικοί γονείς επιθυμούν την διακοπή της κύησης η δε κυοφορούσα μητέρα την αρνείται;
  2. Πώς μπορούν να ρυθμισθούν προβλήματα που ανακύπτουν από την απρόσεκτη ζωή της κυοφορούσας (π.χ. κάπνισμα, χρήση αλκοόλ ή ναρκωτικών ουσιών, υπερβολικές και μη προσεκτικές δραστηριότητες κ,λπ.), ή από άγχη, εντάσεις, ψυχικές αστάθειες και ανωμαλίες που σίγουρα επηρεάζουν το έμβρυο ή από ξαφνική σοβαρή ασθένεια κλπ.;
  3. Η γυναίκα που θα κυοφορήσει το παιδί είναι λίγο απίθανο να είναι ήδη μητέρα που έχει γεννήσει τα δικά της παιδιά και έχει ικανοποιήσει την ανάγκη της μητρότητας, εκτός αν είναι συγγενής η πρόκειται να αμειφτεί ικανοποιητικά. Διαφορετικά, ποιος ο λόγος να υποβληθεί στην ταλαιπωρία της εγκυμοσύνης; Το δέλεαρ μιας οικονομικής δοσοληψίας ελλοχεύει παρά την ρητή νομική απαγόρευση. Η έκπτωση της αλτρουίστικής προσφοράς στο επίπεδο της οικονομικής επιχείρησης, είναι μια δυσάρεστη εκδοχή που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κάτι ανάλογο με το παραεμπόριο οργάνων για μεταμόσχευση -εύκολο πεδίο εκμετάλλευσης των φτωχών, μεταναστών και προσφύγων.
  4. Το γεγονός ότι οι πολλές χώρες δεν επιτρέπουν κάτι αντίστοιχο, θα διευκόλυνε το φαινόμενο του αναπαραγωγικού τουρισμού, μια που γονείς άλλων χωρών στις οποίες απαγορεύεται η παρένθετη μητρότητα θα μπορούσαν να προσφύγουν στην Ελλάδα για να αναθέσουν την κυοφορία του παιδιού τους σε γυναίκα που ζει στη χώρα μας.
  5. Τέλος, η εφαρμογή της παρένθετης μητέρας επιφέρει πολλά προβλήματα για την ίδια τη "φέρουσα” μητέρα, εφόσον η εγκυμοσύνη εξ ορισμού δημιουργεί ένα σύνδεσμο με το κύημα που είναι δύσκολο να ραγεί από οποιοδήποτε συμβόλαιο ή δικαστική απόφαση. Οι ψυχολογικές και φυσικές επιπτώσεις στην υγεία της δεν έχουν μελετηθεί αρκετά, ή ίσως και να παραγνωρίζονται.

ΥΠΟΒΟΗΘΟΥΜΕΝΗ ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗ ΣΕ ΜΟΝΟΓΟΝΕΪΚΕΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ ΚΑΙ ΟΜΟΦΥΛΑ ΖΕΥΓΑΡΙΑ

α. Άγαμες ελεύθερες γυναίκες (αποφεύγεται εσκεμμένα ο όρος «μοναχικές γυναίκες» που χρησιμοποιείται από νομολογία και αρθογραφία)

Όσον αφορά άγαμες και χωρίς σύντροφο («μοναχικές») γυναίκες, ο ν. 3305/2005 ορίζει ότι αυτές μπορούν να προβούν σε ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή (εφόσον καλύπτονται και οι λοιπές προϋποθέσεις) καθώς ορίζεται ότι συναίνεση του συζύγου είναι απαραίτητη εφόσον όμως αυτός υπάρχει.

Μολονότι η μόνη γυναίκα έχει κατ’ αρχήν πρόσβαση σε όλες τις μορφές Ι.Υ.Α., δεν έχει εντούτοις πρόσβαση στη μεταθανάτια γονιμοποίηση, ακόμα κι αν υπάρχει ειδική συναίνεση του θανόντος, καθώς, σύμφωνα με το νόμο, σε μεταθανάτια τεχνητή γονιμοποίηση μπορεί να προσφύγει μόνο η γυναίκα που έχει πεθάνει ο σύζυγός της ή ο άνδρας με τον οποίο συζούσε σε ελεύθερη ένωση. Αν λοιπόν δεν υπάρχει συμβολαιογραφική πράξη που να βεβαιώνει ότι ένα ζευγάρι ζει σε ελεύθερη ένωση και επιθυμεί να αποκτήσει παιδί ακόμα κι αν μεσολαβήσει ο θάνατος του άνδρα, η μεταθανάτια γονιμοποίηση δεν είναι εφικτή.

β. Άγαμοι ελεύθεροι άντρες (αποφεύγεται εσκεμμένα ο όρος «μοναχικοί άντρες» που χρησιμοποιείται από νομολογία και αρθογραφία)

Στην Ελλάδα, οι άγαμοι ελεύθεροι άνδρες δεν έχουν, σύμφωνα με τη στενή ερμηνεία του νόμου, πρόσβαση στην υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, η οποία θα μπορούσε να επιτευχτεί με την μέθοδο της παρένθετης μητρότητας. Η πρόσβαση στη μέθοδο της παρένθετης μητρότητας επιτρέπεται ρητά μόνο στα ζευγάρια και στις ελεύθερες άγαμες γυναίκες και έτσι συνάγεται έμμεσα ότι ο μοναχικός άνδρας δεν μπορεί να έχει πρόσβαση στη συγκεκριμένη μέθοδο. Η άποψη αυτή, ουσιαστικά επικεντρώνεται στην γραμματική ερμηνεία της διάταξης, που κάνει λόγο αφενός για «γυναίκα που επιθυμεί να αποκτήσει τέκνο» και αφετέρου για παρεχόμενη δικαστική άδεια «ύστερα από αίτηση της γυναίκας». Ταυτόχρονα, θεωρεί ότι η συγκεκριμένη διαφορετική μεταχείριση των δύο φύλων δεν είναι αντισυνταγματική, αφού μόνο η γυναίκα κυοφορεί και άρα αυτή μόνο μπορεί να έχει σχετική ιατρική αδυναμία, ώστε να προσφύγει στην παρένθετη μητρότητα.

Ωστόσο, η θέση αναγνώρισης της ίδιας αυτής δυνατότητας και στους ελεύθερους άγαμους άνδρες, συναρτάται με σκέψεις που ανάγονται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Υποστηρίζεται, ειδικότερα, ότι μπορεί οι αναπαραγωγικές δυνατότητες να είναι καθορισμένες από τη φύση τόσο για το ανδρικό όσο και για το γυναικείο φύλο, με το τελευταίο να είναι επιφορτισμένο και με την κυοφορία, ωστόσο, η τεκνοποιία δεν επιτυγχάνεται αυτοδύναμα από ένα μεμονωμένο άτομο, αλλά απαιτείται η συνδρομή και των δύο φύλων. Συνεπώς, η απαγόρευση της εφαρμογής μεθόδων Ι.Υ.Α. στο μόνο άγαμο άνδρα αντίκειται στην αρχή της ισότητας και είναι, για το λόγο αυτό, αντισυνταγματική. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγουν οι αποφάσεις, υπ’ αρ. 2827/2008 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και υπ’ αρ. 13707/2009 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι οποίες έκαναν δεκτές αιτήσεις για παρένθετη μητρότητα άγαμων μόνων ανδρών, κατ’ αναλογία με τα όσα ισχύουν για τις γυναίκες.

Έτσι, για τους άγαμους μόνους άνδρες δεν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, και επαφίεται προς το παρόν στα Δικαστήρια η χορήγηση ή μη άδειας.

γ. Ομόφυλα ζευγάρια

Μόνο σε τρεις χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, δεν αναγνωρίζεται στα ομόφυλα ζευγάρια δικαίωμα πρόσβασης σε μεθόδους Ι.Υ.Α. Στις χώρες αυτές, αν ένα ομόφυλο ζευγάρι γυναικών προσφύγει σε μέθοδο Ι.Υ.Α., το παιδί θα συνδέεται νομικά μόνο με τη γυναίκα που το γέννησε (Γαλλία, Ελλάδα, Ιταλία) ή αιτήθηκε την γέννησή του μέσω παρένθετης μητέρας (Ελλάδα). Αν ένα ομόφυλο ζευγάρι ανδρών προσφύγει παρανόμως στη μέθοδο της παρένθετης μητρότητας, μητέρα του παιδιού είναι η παρένθετη (και πατέρας τεκμαίρεται ο σύζυγός της, ο οποίος όμως μπορεί να προσβάλει την πατρότητα). Μόνο ακολουθώντας τη διαδικασία της υιοθεσίας θα μπορούσε ο ένας από τους δύο άνδρες να συνδεθεί νομικά με το παιδί.

Η άποψή μας είναι, ότι τα ομόφυλα ζευγάρια θα πρέπει να θεωρηθεί, (κατ’ αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του συμφώνου συμβίωσης) ότι έχουν το δικαίωμα να προσφύγουν στην αναπαραγωγική τεχνολογία με τις ίδιες προϋποθέσεις που ισχύουν για τα ετερόφυλα ζευγάρια και τις ελεύθερες άγαμες γυναίκες, με βάση τον αυξημένης τυπικής ισχύος κανόνα της ίσης μεταχείρισης χωρίς διακρίσεις που βασίζονται στο σεξουαλικό προσανατολισμό.

Το συμφέρον του τέκνου αποτελεί το βασικό επιχείρημα για το δικαίωμα πρόσβασης των ομοφυλοφίλων και των ελεύθερων ατόμων στις αναπαραγωγικές τεχνολογίες. Το συμφέρον του παιδιού συνίσταται στο να έχει τα ίδια δικαιώματα όπως όλα τα παιδιά, χωρίς να ενδιαφέρει η οικογένεια από την οποία προέρχεται. Επίσης, υποστηρίζουν ότι ο νομοθέτης θα πρέπει να αναγνωρίσει την ύπαρξη διαφορετικών μορφών οικογενειών και να συμβαδίσει με την κοινωνική πραγματικότητα. Η εμμονή στα οικογενειακά σχήματα του παρελθόντος θίγει το δικαίωμα ίσης μεταχείρισης των ανθρώπων ανεξάρτητα από το φύλο ή το σεξουαλικό τους προσανατολισμό, κυρίως μάλιστα αν λάβει κανείς υπόψη του ότι τα ομόφυλα ζευγάρια μόνο μέσω τις ιατρικής επιστήμης και της συνδρομής των μεθόδων Ι.Υ.Α. έχουν τη δυνατότητα τεκνοποιίας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News