Η δήλωση για την αποδοχή της κληρονομίας, η οποία είναι μονομερής δικαιοπραξία, που δεν έχει ανάγκη ανακοίνωσης σε άλλον, τελειούται με τη δήλωση και δεν υπόκειται ανάκληση. Η δήλωση όμως αυτή είναι άκυρη: 1) αν έγινε από ανίκανο για δικαιοπραξία, χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες γι` αυτό διατυπώσεις, 2) αν έγινε από πλάνη για το λόγο της επαγωγής, 3) αν έγινε πριν από την επαγωγή και 4) αν έγινε με αίρεση ή προθεσμία ή μερικώς, ενώ ακόμη μπορεί να ακυρωθεί για πλάνη, απάτη ή απειλή βάσει των διατάξεων που ισχύουν γενικώς για τις δικαιοπραξίες (άρθρα 1526, 1527, 1625, 1851, 1857, 140 επ., 150 επ. ΑΚ), ενώ η σχετική δήλωση για την αποδοχή της κληρονομίας μπορεί επίσης να προσβληθεί και για εικονικότητα αυτής. Όμως, η ακυρότητα διαθήκης ιδιόγραφης που είναι πλαστή γιατί δεν έχει γραφεί με το χέρι του διαθέτη ως αιτία επαγωγής κληρονομίας, καίτοι δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 180 του ΑΚ και την ακυρότητα της αποδοχής κληρονομίας που επήχθη με την ίδια διαθήκη, εν τούτοις, εφόσον η ίδια πλαστή διαθήκη θεωρείται ως μηδέποτε συνταχθείσα κατ` άρθρ. 180 του ΑΚ, η αποδοχή της κληρονομίας δεν επέφερε τα έννομα αποτελέσματά της, και η εκ διαθήκης διαδοχή και επαγωγή ανατρέπονται αναδρομικά, επέρχεται δε η εκ του νόμου εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή (άρθρ. 1710 ΑΚ), και στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του θανόντος διαθέτη επάγεται αναδρομικά η κληρονομία από το χρόνο του θανάτου του διαθέτη.
Προσέτι, ναι μεν από τις διατάξεις των άρθρων 293, 513 επ., 1033 ΑΚ προκύπτει ότι η πώληση ξένου ακινήτου είναι έγκυρη δηλαδή μόνη η έλλειψη κυριότητας στο ακίνητο δεν έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της σύμβασης. Έναντι όμως του αληθινού κυρίου δεν είναι ισχυρή η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου, καθόσον για τη μεταβίβαση αυτή απαιτείται (άρθρο 1033 ΑΚ) αυτός που μεταβιβάζει να είναι κύριος και συνεπώς εκείνος προς τον οποίο μεταβιβάσθηκε ξένο ακίνητο δεν αποκτά κυριότητα, εφόσον του μεταβιβάσθηκε από μη κύριο. Εν όψει αυτών, η αποδοχή της κληρονομίας εκ μέρους κληρονόμου, δυνάμει άκυρης ιδιόγραφης διαθήκης δεν προσπορίζει στο δηλούντα την αποδοχή το ανύπαρκτο κληρονομικό δικαίωμα και η τυχόν περαιτέρω συμβατική μεταβίβαση του ίδιου κληρονομιαίου ακινήτου σε τρίτο δε μετάγει στον αντισυμβαλλόμενο το ανύπαρκτο κληρονομικό δικαίωμα, το οποίο δεν είχε αποκτήσει ο μεταβιβάζων.
Στην περίπτωση αυτή, ο θιγόμενος από τις πράξεις αυτές στο κληρονομικό του δικαίωμα εξ αδιαθέτου κληρονόμος νομιμοποιείται να ασκήσει την περί κλήρου αγωγή και να ζητήσει δικαστικά την αναγνώριση του ότι η αποδοχή της κληρονομίας εκ της άκυρης διαθήκης και η περαιτέρω μεταβίβαση του κληρονομιαίου ακινήτου είναι ανίσχυρες ως προς αυτόν κατά το μέρος που συμπεριλαμβάνουν το δικό του εξ αδιαθέτου κληρονομικό μερίδιο, ακόμη και αν ο ίδιος δεν έχει αποκτήσει την κυριότητα του κληρονομιαίου λόγω της παράλειψης αυτού να αποδεχθεί και τυπικά την κληρονομία και να μεταγράψει αρμοδίως τη σχετική πράξη, πράγμα το οποίο θα ήταν απαραίτητο μόνο εάν ασκούσε εμπράγματη αγωγή με βάση το κληρονομικό δικαίωμα εξ αδιαθέτου.
*Επισημαίνεται ότι το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες νομικές υπηρεσίες. Η πληροφόρηση που εμπεριέχεται στο παρόν άρθρο δεν συνιστά νομική συμβουλή. Μία τέτοια νομική συμβουλή είναι δυνατόν να παρασχεθεί μόνο από αρμόδια/ιο δικηγόρο του συγκεκριμένου τμήματος του γραφείου μας που εξειδικεύεται στον ειδικό τομέα δικαίου, αφού προηγουμένως λάβει υπόψη του/της το σύνολο των δεδομένων που θα εκτεθούν και θα μελετηθούν για την υπόθεσή σας.

