Σύμφωνα με το άρθρο 302 του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα «όποιος από αμέλεια σκότωσε άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών». Η εν λόγω πρόβλεψη, σε συνδυασμό με το, επίσης προϊσχύσαν, άρθρο 99 Ποινικού Κώδικα (περί εκ του νόμου αναστολής κάθε ποινής φυλάκισης ύψους μέχρι τριών ετών), οδηγούσε πρακτικώς στην κατά κανόνα αναστολή των ποινών που επιβάλλονταν στους καταδικασθέντες για το εν λόγω αδίκημα, αφού το πλαίσιο ποινής κατά το προηγούμενο καθεστώς διαμορφωνόταν σε φυλάκιση τριών μηνών έως πέντε ετών. Τούτο εξακολουθεί να ισχύει, ασφαλώς, και για αντίστοιχες αξιόποινες πράξεις που τελέστηκαν μέχρι 30-4-2024 και άρα υπάγονται στην εφαρμογή του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα (αφού ο νυν ισχύων εφαρμόζεται από 1-5-2024).
Χαρακτηριστικά παραδείγματα στοιχειοθέτησης του αδικήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια είναι το θανατηφόρο τροχαίο συμβάν, με δράστη τον υπαίτιο οδηγό, το θανατηφόρο εργατικό ατύχημα, με υπαίτιους, κατά κανόνα, τον νόμιμο εκπρόσωπο και τον τεχνικό ασφαλείας της επιχείρησης, ως και η ιατρική αμέλεια που οδηγεί στον θάνατο του ασθενούς, με υπαίτιο τον επιληφθέντα ιατρό ή χειρουργό.
Σύμφωνα, τώρα, με το άρθρο 302 του αναμορφωθέντος (με τον ν. 5090/2024) Ποινικού Κώδικα «όποιος από αμέλεια σκότωσε άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών». Περαιτέρω, δε, σύμφωνα με το νέο άρθρο 99 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα «το δικαστήριο μετά την επιβολή ποινής εφαρμόζει τα άρθρα 80 A ή 104 A, μετατρέποντας την ποινή σε χρηματική ή σε κοινωφελή εργασία, εκτός αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις τους, οπότε διατάσσει την πραγματική έκτιση μέρους της ποινής σύμφωνα με την παρ. 5 ή ολόκληρης της ποινής. Αν ωστόσο, κάποιος που δεν έχει στο παρελθόν καταδικαστεί αμετάκλητα με μία (1) ή περισσότερες αποφάσεις σε στερητική της ελευθερίας ποινή άνω του ενός (1) έτους, καταδικαστεί σε ποινή που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος, το δικαστήριο με την απόφασή του μπορεί να διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής (….)». Σημειωτέον, εδώ, ότι προϋπόθεση για την μετατροπή της ποινής φυλάκισης σε κοινωφελή εργασία ή σε χρηματική ποινή (κατ’ εφαρμογή των άρθρων 80Α και 104Α ΠΚ) είναι αυτή να μην υπερβαίνει σε ύψος τα δύο έτη.
Ακόμη, σύμφωνα με την παρ. 5 του ανωτέρω άρθρου «αν κάποιος καταδικαστεί σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη, το δικαστήριο, εφόσον η μετατροπή της ποινής σε χρηματική κατά το άρθρο 80 A ή σε παροχή κοινωφελούς εργασίας κατά το άρθρο 104 Α δεν επιτρέπεται με βάση το ύψος της ποινής ή κρίνει πως δεν είναι επαρκής για να αποτρέψει τον καταδικασθέντα από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων και ότι για τον σκοπό αυτόν είναι αναγκαία η έκτιση μέρους της στερητικής της ελευθερίας ποινής, μπορεί να διατάξει την πραγματική εκτέλεση του μέρους αυτού, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι κατώτερη των τριάντα (30) ημερών ούτε ανώτερη των έξι (6) μηνών και την αναστολή εκτέλεσης του υπολοίπου (….)»
Τέλος, κατά την παρ. 6 του ίδιου άρθρου «αν κάποιος καταδικαστεί σε φυλάκιση επί πλημμελήματος που υπερβαίνει τα τρία (3) έτη, το δικαστήριο διατάζει την πραγματική έκτιση της ποινής σε σωφρονιστικό κατάστημα. Αν το δικαστήριο κρίνει αιτιολογημένα πως η έκτιση μέρους της ποινής αρκεί για να τον αποτρέψει από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων διατάζει α) την πραγματική έκτιση μέρους της ποινής που δεν είναι κατώτερη του ενός πέμπτου (1/5) ούτε ανώτερη των τριών δεκάτων (3/10) και β) την αναστολή του υπολοίπου της ποινής, πέραν των περιπτώσεων της παρ. 1 (….)».
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι σε περίπτωση καταδίκης για ανθρωποκτονία από αμέλεια, με χρόνο τέλεσης από 1-5-2024 και εντεύθεν, το ενδεχόμενο έκτισης, μέρους έστω, της ποινής που θα επιβληθεί σε βάρος του κατηγορουμένου είναι ορατό, ιδίως εάν δεν αναγνωριστεί στο πρόσωπό του κάποια ελαφρυντική περίσταση (ώστε η ποινή να κατέλθει από το ελάχιστο όριο των δύο ετών που θέτει ο νέος Ποινικός Κώδικας). Έτσι σε περίπτωση λχ. καταδίκης άνευ ελαφρυντικού για το εν λόγω αδίκημα, τότε το δικαστήριο επιβάλλει υποχρεωτικώς, και κατ’ ελάχιστον, ποινή φυλάκισης δύο ετών (που οδηγεί σε δυνατότητα μετατροπής της σε κοινωφελή εργασία ή χρηματική ποινή), μπορεί ωστόσο να επιβάλει και ποινή φυλάκισης τριών ή τεσσάρων ετών (αφού το ανώτατο όριο εκ του νόμου είναι τα πέντε έτη). Στην περίπτωση αυτή, λοιπόν, ο καταδικασθείς θα κληθεί να εκτίσει σε σωφρονιστικό κατάστημα ποινή διάρκειας από τριάντα ημέρες έως έξι μήνες (εάν η επιβληθείσα ποινή είναι φυλάκιση τριών ετών) και περίπου από εννέα μήνες έως δεκατέσσερις μήνες (δηλ. από το 1/5 έως τα 3/10 της ποινής, εάν αυτή είναι φυλάκιση τεσσάρων ετών), με το υπόλοιπο μέρος της να αναστέλλεται. Θεωρητικά, δε, μπορεί να διαταχθεί και η πραγματική έκτιση ολόκληρης της ποινής (υπό συζήτηση βέβαια το εάν, ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, εκτίονται τα 2/5 της ποινής, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105Β ΠΚ περί της υφ’ όρον απόλυσης).
Ενόψει αυτών, είναι φανερό ότι η απαξία και, κυρίως, ο κολασμός του συγκεκριμένου πλημμελήματος αναβαθμίζεται σημαντικά με τον νέο Ποινικό Κώδικα, με τη θέση του κατηγορουμένου να επιδεινώνεται, αφού η ποινική του μεταχείριση καθίσταται αυστηρότερη και η χορήγηση σε αυτόν μίας έστω ελαφρυντικής περίστασης καταλυτική.
*Η πληροφόρηση που εμπεριέχεται στο παρόν άρθρο δεν συνιστά νομική συμβουλή. Μια τέτοια νομική συμβουλή είναι δυνατό να παρασχεθεί μόνον από αρμόδια/ο δικηγόρο του συγκεκριμένου τμήματος του γραφείου μας που εξειδικεύεται στον ειδικό τομέα δικαίου, αφού προηγουμένως λάβει υπόψη του/της το σύνολο των δεδομένων που θα εκτεθούν και θα μελετηθούν για την υπόθεσή σας.

