Δικηγορικό Γραφείο

Με την υπ’ αριθ. 7369/2017 απόφαση του 2ου Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά ακυρώθηκε έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας εντολέως μας, νομίμου εκπροσώπου ανώνυμης εταιρείας, η οποία είχε επιβληθεί εις βάρος του για την είσπραξη χρέους συνολικού ποσού 206.738,98 ευρώ, πλέον προσαυξήσεων, προς το ΙΚΑ – ΕΤΑΜ (νυν ΕΦΚΑ). Δια της ως άνω απόφασης, το Διοικητικό Δικαστήριο έκανε δεκτή την ασκηθείσα ανακοπή και ακύρωσε την προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, λαμβάνοντας υπ΄όψη τα εξής: (α) δεν αποδείχθηκε ότι κοινοποιήθηκε ατομική ειδοποίηση προς τον ανακόπτοντα για την ταμειακή βεβαίωση των φερομένων χρεών προς το ΙΚΑ – ΕΤΑΜ σε βάρος της εταιρείας, (β) από το προσκομιζόμενο φωτοαντίγραφο – εκτύπωση από το ολοκληρωμένο πληροφοριακό σύστημα του ΚΕΑΟ, στο οποίο αναφέρονται αναλυτικά διάφοροι αριθμοί ατομικών ειδοποιήσεων προκύπτει, τόσο ότι αυτές απευθύνονται στην εταιρεία και όχι στον ανακόπτοντα, όσο και ότι τα ποσά στα οποία αφορούν (οι ειδοποιήσεις) δεν μπορεί να συναχθεί με βεβαιότητα ότι αντιστοιχούν στα ένδικα ποσά, (γ) το καθ΄ου ΙΚΑ – ΕΤΑΜ δεν προσκόμισε τη σχετική ατομική ειδοποίηση, εάν απεστάλη όπως αντιλέγει, στον ανακόπτοντα και (δ) η κοινοποίηση αυτή είναι νόμιμη προϋπόθεση για τη λήψη σε βάρος του μέτρων διοικητικής εκτέλεσης, όπως είναι η προσβαλλόμενη αναγκαστική κατάσχεση, κρίνει ότι η τελευταία είναι μη νόμιμη.

Ακολουθεί το κείμενο της απόφασης

 

 

***********

 

 

 

Αριθμός Απόφασης Α 7369/2017

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
Τμήμα
2ο ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2017, με δικαστή ………………, Πρωτοδίκη Διοικητικών Δικαστηρίων και γραμματέα ……………, δικαστική υπάλληλο.
Για να δικάσει τη με ημερομηνία κατάθεσης 19.03.2013 ανακοπή.


Του Γ.Δ. του Κ., κατοίκου Νικαίας Αττικής (οδός ……….. αρ. …), ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Δημητρίου Σταυρόπουλου, τον οποίον διόρισε με εξουσιοδότηση προσκομισθείσα εντός της χορηγηθείσας από το Δικαστήριο προθεσμίας.

Κατά του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Ε.Φ.Κ.Α.)» (τέως Ταμείο Είσπραξης Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. Πειραιά και μετέπειτα Κ.Ε.Α.Ο.), το οποίο εκπροσωπείται από το Διοικητή του και δεν παραστάθηκε.

Κατά τη συζήτηση ο διάδικος που παραστάθηκε ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του και ζήτησε όσα αναφέρονται στα πρακτικά.

 

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Η κρίση του είναι η εξής

 

1. Επειδή, με την κρινόμενη ανακοπή, για την άσκηση της οποίας έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. το …… Σειράς Α΄ σχετικό έντυπο), ζητείται, παραδεκτώς, η ακύρωση της ……/13.02.2013 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Π.Γ., σε βάρος της ακινήτου ιδιοκτησίας του ανακόπτοντος, ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία «Κ.Δ. ΑΒΕΤΕ» για την είσπραξη χρέους της τελευταίας προς το Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ., το οποίο διαδέχθηκε ο καθ΄ου συνολικού ποσού 206.738,98 ευρώ, πλέον προσαυξήσεων, η οποία συντάχθηκε κατόπιν της ……/05.02.2013 έγγραφης παραγγελίας του Διευθυντή του Ταμείου Είσπραξης Εσόδων Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. Πειραιά.


2. Επειδή, στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το ν. 3659/2008 (Α΄ 77) και ν. 3900/2010 (Α΄ 213/17.12.2010, έναρξη ισχύος από 1.1.2011), ορίζεται στο άρθρο 217 ότι «1. Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης και ιδίως, κατά: α) … β) της κατασχετήριας έκθεσης …», στο άρθρο 219 ότι «1. Προς άσκηση ανακοπής νομιμοποιείται εκείνος που έχει άμεσο, προσωπικό και ενεστώς έννομο συμφέρον …», στο άρθρο 224 ότι «1. Το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη κατά το νόμο και την ουσία, στα όρια της ανακοπής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της. 2…3…4. Στην περίπτωση της ανακοπής κατά της ταμειακής βεβαίωσης, επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος κατά το νόμο και τα πράγματα, του τίτλου βάσει του οποίου έγινε η βεβαίωση, εφόσον δεν προβλέπεται κατ’ αυτού ένδικο βοήθημα που επιτρέπει τον έλεγχό του κατά το νόμο και την ουσία ή δεν υφίσταται σχετικώς δεδικασμένο. 5. Ισχυρισμοί, που αφορούν την απόσβεση της απαίτησης για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται η εκτέλεση, μπορούν να προβάλλονται με την ευκαιρία άσκησης ανακοπής κατά της πράξης ταμειακής βεβαίωσης ή οποιασδήποτε πράξης της εκτέλεσης, πρέπει δε να αποδεικνύονται αμέσως», στο άρθρο 225 ότι «Το δικαστήριο, αν διαπιστώσει παράβαση νόμου ή ουσιαστικές πλημμέλειες της προσβαλλόμενης πράξης, προβαίνει στην ολική ή μερική ακύρωση ή στην τροποποίησή της. Σε διαφορετική περίπτωση, προβαίνει στην απόρριψη της ανακοπής» και στο άρθρο 230 ότι «Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ» και στο άρθρο 285 παρ. 1 «Από την έναρξη ισχύος του Κώδικα καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη, η οποία αναφέρεται σε θέμα ρυθμιζόμενο από αυτόν».


3. Επειδή, περαιτέρω, ο Κώδικας Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων, (Κ.Ε.Δ.Ε. – ν.δ. 356/1974, Α΄90), όπως ίσχυε για τις οφειλές (φορολογικές ή μη) για τις οποίες αποκτήθηκε νόμιμος τίτλος έως 1.1.2014, οριζόταν στο άρθρο 2 ότι «Η είσπραξη των δημοσίων εσόδων ανατίθεται εις τα δημόσια ταμεία …, ενεργείται δε δυνάμει νομίμου τίτλου … 2. Νόμιμος τίτλος είναι: α) Η κατά τους κείμενους νόμους βεβαίωσις και ο υπό των αρμοδίων διοικητικών ή ετέρων αρμοδίων κατά νόμον αρχών προσδιορισμός του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αξίας δι’ ην οφείλεται …», στο άρθρο 4 ότι «1. Άμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται επί πειθαρχική αυτού ευθύνη να αποστείλη προς τον οφειλέτην ατομική ειδοποίησιν, δυνάμενος και να κοινοποιήση ταύτην, περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις. Η ειδοποίησις αυτή αποστέλλεται προς τον οφειλέτην δια της Ταχυδρομικής Υπηρεσίας ή δι’ υπαλλήλων του Δημοσίου Ταμείου. … 2. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον κοινουποιουμένην ατομική ειδοποίησις δεν εξομοιούται προς την επιταγήν προς πληρωμήν. 3. Η παράλειψις αποστολής της κατά την παράγραφον 1 του παρόντος άρθρου ειδοποιήσεως ουδεμίαν ασκεί επίδρασιν επί του κύρους των κατά του οφειλέτου λαμβανομένων αναγκαστικών μέτρων», στο άρθρο 9, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 3888/2010 (Α΄175), ότι «Τα αναγκαστικά μέτρα που εφαρμόζονται για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων είναι τα εξής: 1) … 2) Κατάσχεση ακινήτων. Η χρήση των αναγκαστικών αυτών μέτρων εναπόκειται στην κρίση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου που είναι βεβαιωμένο το έσοδο, ο οποίος μπορεί να τα λάβει σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, είτε αθροιστικά είτε καθένα χωριστά κατά την ελεύθερη κρίση του …», στο άρθρο 36 ότι «1. Η κατάσχεσις ακινήτων ενεργείται τη εγγράφω παραγγελία του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου υπό δικαστικού κλητήρος ή υπαλλήλου του Δημοσίου Ταμείου, επί παρουσία ενός ενηλίκου μάρτυρος. … 2. Ο ενεργών την κατάσχεσιν, μεταβαίνων εις τον τόπον εν ω κείται το ακίνητον, συντάσσει έκθεσιν περιέχουσαν τον χρόνο της κατασχέσεως, τον αριθμόν και την χρονολογίαν της παραγγελίας της κατασχέσεως, το ονοματεπώνυμον του παραγγέλλοντος Διευθυντού του Ταμείου, του οφειλέτου, το πατρώνυμον τούτου, το επάγγελμα και την κατοικίαν του, το ονοματεπώνυμον του συμπράττοντος μάρτυρος και το συνολικόν ποσόν του χρέους, ως τούτο αναγράφεται εν τη παραγγελία κατασχέσεως. Εν τη εκθέσει ορίζεται η θέσις και η περιφέρεια του Δήμου ή της Κοινότητος ένθα κείται το ακίνητον, το είδος του ακινήτου, προκειμένου δε περί οικοδομής ο αριθμός των ορόφων αυτής, τα όρια, η κατά προσέγγισιν έκτασις αυτού, συνοπτικώς τα συστατικά και τα κατασχόμενα παραρτήματα και η συνολική αξία των κατασχομένων κατ’ εκτίμησιν του κατασχόντος. 3. …», στο άρθρο 39 ότι «1. Ο επισπεύδων Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου και ο Ελεγκτής Εσόδων δια της κοινής πράξεως αυτών κάτωθι της εκθέσεως κατασχέσεως αναγράφουν πάντα τα βεβαιωμένα εις το Δημόσιον Ταμείον χρέη του οφειλέτου, περιλαμβανόμενα ή μη εις την παραγγελία κατασχέσεως και ορίζουν την πρώτην προσφοράν. …» και στο άρθρο 75 παρ. 1 ότι «Παράλειψις ή ακυρότης των πράξεων εκτελέσεως δύναται να προταθή υπό του οφειλέτου αν αυτή αποδεικνύεται εξ αυτών τούτων των πράξεων και αν κατά την κρίσιν του Δικαστηρίου επήλθεν εις αυτόν βλάβη, μη δυνάμενη να επανορθωθή άλλως ή κηρυσσομένης της ακυρότητος …». Τέλος, το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζει ότι «καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει».


4. Επειδή, τέλος, στο άρθρο 69 παρ. 2 του ν. 2676/1999 (Α΄ 1), με το οποίο αντικαταστάθηκε η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 4 του ν. 2556/1997 «Μέτρα κατά της εισφοροδιαφυγής, διασφάλιση εσόδων ΙΚΑ κλπ» (Α΄ 270) και το οποίο άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, δηλαδή από 5-1-1999, εφαρμοστέο εν προκειμένω λόγω της έκδοσης των νόμιμων τίτλων οπωσδήποτε πριν από την 01.01.2014, ορίζεται ότι «Οι διατάξεις του άρθρου 115 του ν. 2238/1994 (Α΄ 151), όπως ισχύουν κάθε φορά, που αναφέρονται στην ευθύνη των διοικούντων νομικά πρόσωπα για την καταβολή των φόρων που οφείλουν στο Δημόσιο τα πρόσωπα αυτά, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και για την καταβολή των οφειλομένων στο ΙΚΑ ασφαλιστικών εισφορών». Συναφώς, στο άρθρο 115 του ν. 2238/1994 «Κύρωση του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος», όπως η παρ. 3 αυτού προστέθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 22 του ν. 2648/1998 (Α΄ 238) ορίζεται ότι «1. Τα πρόσωπα που είναι διευθυντές, διαχειριστές ή διευθύνοντες σύμβουλοι και εκκαθαριστές των ημεδαπών ανωνύμων εταιρειών ή συνεταιρισμών κατά το χρόνο διάλυσης ή συγχώνευσής τους, ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για την πληρωμή του φόρου που οφείλεται από αυτά τα νομικά πρόσωπα σύμφωνα με τον παρόντα, καθώς και του φόρου που παρακρατείται, ανεξάρτητα από τον χρόνο βεβαίωσής τους (…) 2. Τα πρόσωπα που είναι διευθυντές, διαχειριστές και γενικά εντεταλμένοι στη διοίκηση του νομικού προσώπου, κατά τον χρόνο διάλυσης των λοιπών νομικών προσώπων του άρθρου 101, ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για την πληρωμή του φόρου που οφείλεται από αυτά τα νομικά πρόσωπα σύμφωνα με τον παρόντα, καθώς και των φόρων που παρακρατούνται, ανεξάρτητα από τον χρόνο βεβαίωσής τους. 3. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για τους παρακρατούμενους φόρους και κατά τη διάρκεια λειτουργίας του νομικού προσώπου που εκπροσωπούν, ως εξής: α) Αν έχει γίνει παρακράτηση φόρου, όλα τα πρόσωπα που είχαν μια από τις ως άνω ιδιότητες από τη λήξη της προθεσμίας απόδοσης του φόρου και μετά, β) Αν δεν έχει γίνει παρακράτηση φόρου, όλα τα πρόσωπα που είχαν μια από τις πιο πάνω ιδιότητες κατά το χρόνο που υπήρχε η υποχρέωση παρακράτησης του φόρου».


5. Επειδή, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων των νόμων 2676/1999 και 2238/1994 συνάγεται ότι από την έναρξη ισχύος του άρθρου 69 (του ν. 2676/1999), δηλαδή από 5-1-1999, οι διευθυντές, διαχειριστές, διευθύνοντες σύμβουλοι και γενικά οι εντεταλμένοι στην διοίκηση των νομικών προσώπων του άρθρου 101 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, μεταξύ των οποίων και οι ανώνυμες εταιρείες, ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για την καταβολή των οφειλομένων από τα νομικά αυτά πρόσωπα προς το Ι.Κ.Α. ασφαλιστικών εισφορών, οι οποίες έχουν γεννηθεί κατά τη διάρκεια του χρόνου λειτουργίας τους, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι είχαν μία από τις ανωτέρω ιδιότητες κατά το χρόνο βεβαίωσης των εισφορών αυτών (πρβλ. ΣτΕ 245/2008). Όμως, η διάταξη του ανωτέρω άρθρου 115 του Ν. 2238/1994 δεν δημιουργεί ίδια φορολογική υποχρέωση των προαναφερομένων προσώπων για καταβολή του οφειλομένου από την εταιρεία φόρου ή εισφοράς, αλλά απλή πρόσθετη ευθύνη αυτών προς πληρωμήν του βεβαιωθέντος σε βάρος της εταιρείας ποσού, η ευθύνη δε αυτή δεν ανάγεται στο στάδιο της βεβαίωσης του φόρου ή της εισφοράς, αλλά στο στάδιο της εισπράξεώς του. Επομένως, τα ανωτέρω πρόσωπα δεν καθίστανται υποκείμενα της σχετικής φορολογικής ή ασφαλιστικής υποχρεώσεως και δεν νομιμοποιούνται να ασκήσουν προσφυγή κατά της πράξεως, με την οποία προσδιορίζεται ο οφειλόμενος από την εταιρεία φόρος ή εισφορά, ενώ για την ενεργοποίηση της ευθύνης τους δεν απαιτείται να επαναληφθεί η διαδικασία προσδιορισμού και βεβαίωσης του χρέους με κοινοποίηση προς τα πρόσωπα αυτά των σχετικών καταλογιστικών πράξεων, υποκειμένων σε προσφυγή, ούτε περαιτέρω, η επ’ ονόματί τους ταμειακή βεβαίωση του οφειλομένου ποσού, αλλά επιτρέπεται, κατ’ αρχάς, να επιδιωχθεί η αναγκαστική είσπραξη του οφειλομένου ποσού από τα πρόσωπα αυτά βάσει της ταμειακής βεβαιώσεως, που έχει εκδοθεί επ’ ονόματι της εταιρείας. Δεδομένου, όμως, ότι τα πρόσωπα αυτά δεν είναι τα υποκείμενα της φορολογικής ή ασφαλιστικής υποχρεώσεως, δεν έχουν μετάσχει στη διαδικασία ελέγχου και δεν τους έχει κοινοποιηθεί η καταλογιστική πράξη, την οποία, άλλωστε, δεν νομιμοποιούνται να προσβάλλουν ως ανωτέρω ελέγχθη, αλλά είναι τρίτοι, των οποίων η ευθύνη γεννάται το πρώτον κατά το στάδιο της εισπράξεως του φόρου ή της εισφοράς που βεβαιώθηκε επ’ ονόματι της εταιρείας, τα πρόσωπα αυτά αποκτούν, κατά τον Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων, την ιδιότητα του «οφειλέτη», μόνον από και δια της εκδόσεως και κοινοποιήσεως προς αυτά της ατομικής ειδοποιήσεως που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 4 του ΚΕΔΕ, μέσω της οποίας πληροφορούνται την ύπαρξη, το ύψος και την αιτία του χρέους τους και της παρέχεται η δυνατότητα, είτε να αμυνθούν αποτελεσματικά ασκώντας την ανακοπή του άρθρου 73 του ΚΕΔΕ κατά της ατομικής ειδοποιήσεως, με την οποία θεωρείται συμπροσβαλλομένη και η ταμειακή βεβαίωση, είτε να προβούν σε ρύθμιση του χρέους τους. Επομένως, αναγκαία προϋπόθεση για την λήψη κατά των ανωτέρω προσώπων οποιουδήποτε μέτρου αναγκαστικής εκτελέσεως συνιστά η προηγούμενη έκδοση και νόμιμη κοινοποίηση προς αυτά της ατομικής ειδοποιήσεως που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 4 του ΚΕΔΕ, η παράλειψη της καθιστά άκυρη τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου αναγκαστικής εκτελέσεως, όπως είναι η κατάσχεση και ο, βάσει αυτής, πλειστηριασμός ακινήτου, ενώ η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου, με την οποία ορίζεται ότι «η παράλειψις αποστολής της κατά την παράγραφον 1 του παρόντος άρθρου ειδοποιήσεως ουδεμίαν ασκεί επίδρασιν επί του κύρους των κατά του οφειλέτου λαμβανομένων αναγκαστικών μέτρων», δεν έχει, οπωσδήποτε, εφαρμογή επί αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος τρίτων, ευθυνομένων προσθέτως και αλληλεγγύως για χρέη άλλων προσώπων, εφ’ όσον, τυχόν εφαρμογή της θα απέληγε είτε στη λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτελέσεως εις βάρος των, χωρίς προηγουμένως να τους έχει δοθεί η δυνατότητα να εξοφλήσουν το χρέος τους, είτε στην απώλεια σταδίου δικονομικής προστασίας (βλ. ΣτΕ 1074/2017, 3325/2014, 29/2013, 844/2012, 2701/2011, 1806/2011, 1705/2008, 708/2008, 3219/2003, 1639/2003).


6. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Με την ανακοπτόμενη ….../13.02.2013 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά Π.Γ. κατασχέθηκε ακίνητη περιουσία του ανακόπτοντος, λόγω της ιδιότητάς του ως Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρείας με την επωνυμία «Κ.Δ. ΑΒΕΤΕ» για την αποπληρωμή οφειλών της τελευταίας από ασφαλιστικές εισφορές προς το ΙΚΑ – ΕΤΑΜ, συνολικού ποσού (176.879,64 ευρώ εισφορές + 29.859,34 ευρώ οίκοθεν πρόσθετα τέλη) 206.738,98 ευρώ, χρονικών περιόδων 01.09.2010-30.04.2011, 01.4.2011-30.09.2011, 01.09.2010-30.04.2011, 01.09.2010-30.09.2010, 01.10.2011-31.12.2011, 01.04.2012-31.05.2012, 01.06.2012-30.06.2012 και 01.07.2012-30.09.2012, 31.03.2011. Ειδικότερα, η ανωτέρω οφειλή προέκυψε από έξοδα διοικητικής εκτέλεσης και εκδοθείσες ΠΕΕ (…), ΠΕΠΕΕ (…) και ΠΕΠΑΕ (…), τα οποία βεβαιώθηκαν με τα ……/17.11.2011, ……/01.12.2011, ……/19.12.2011, ……/19.12.2011, ……/19.12.2011, ……/17.05/2012, ……/16.08.2012, ……/23.10.2012 και ……/18.12.2012 τριπλότυπα βεβαίωσης. Η κατασχεθείσα περιουσία του ανακόπτοντος, όπως αυτή περιγράφεται στην ανωτέρω έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, είναι «1) Το υπό στοιχεία … κατάστημα του ισογείου ορόφου πολυκατοικίας, κτισμένης σε οικόπεδο που βρίσκεται στον πρώην Δήμου Νίκαιας και ήδη Νίκαιας – Αγίου Ιωάννη Ρέντη, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου, εντός του υπ’ αριθ. … Ο.Τ. και επί των οδών …………….-…………….. και …………….. αριθμός … Το παραπάνω κατάστημα έχει δική του είσοδο από την οδό …………., αποτελείται από μια αίθουσα και επικοινωνεί με εσωτερική κλίμακα με την υπό στοιχεία … αποθήκη του υπογείου. Το ως άνω κατάστημα έχει επιφάνεια 90,00 τμ, επιφάνεια κοινοχρήστων 9,00 τμ, συνολικό όγκο 564,30 κμ και ποσοστό συνιδιοκτησίας εκ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 92/1000. Στην παραπάνω ιδιοκτησία ανήκει το πατάρι, το οποίο εμφαίνεται με στοιχεία … και έχει επιφάνεια 33,00 τμ … 2) Η υπό στοιχεία … αποθήκη του υπογείου ορόφου της ίδιας ως άνω πολυκατοικίας, η οποία συνδέεται με εσωτερική σκάλα με το υπό στοιχεία … κατάστημα του ισογείου, αποτελείται δε από μια αίθουσα, έχει επιφάνεια 64,00 τμ, επιφάνεια κοινοχρήστων 2,00 τμ, συνολικό όγκο 290,40 κμ και ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 2/1000 … και 3) Το 33,33/100 εξ αδιαιρέτου της υπό στοιχεία … γκαράζ (αποθήκης) του υπογείου της ίδιας ως άνω πολυκατοικίας, αποτελούμενης από μια αίθουσα, της οποίας η είσοδος είναι μέσω ράμπας, έχει επιφάνεια 204,00 τμ, επιφάνεια κοινοχρήστων 4,00 τμ, συνολικό όγκο 916,02 και ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 6/1000 … Όλες οι παραπάνω ιδιοκτησίες, αποτελούν αυτοτελείς και ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες και διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του Α.Κ.». Τα περιουσιακά αυτά στοιχεία περιήλθαν στον ανακόπτοντα δυνάμει του ……/04.12.1986 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Πειραιά Π.Γ., νόμιμα μεταγεγραμμένου στο Υποθηκοφυλακείο Νικαίας (τ. … α.α. …). Με βάση την ανωτέρω έκθεση κατάσχεσης, κατά την ελεύθερη κρίση του συντάξαντος την ανακοπτόμενη πράξη δικαστικού επιμελητή και του μάρτυρα που συνέπραξε σε αυτήν, η αξία των ως άνω ακινήτων εκτιμήθηκε σε 160.000, 60.000 και 64.000, αντίστοιχα.


7. Επειδή, ήδη, με την κρινόμενη ανακοπή, όπως αυτή αναπτύσσεται με το από 22.09.2017 νομίμως κατατεθέν υπόμνημα, ο ανακόπτων ζητά την ακύρωση της ανωτέρω έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ότι ουδέποτε κλήθηκε με ατομική ειδοποίηση για την ένδικη οφειλή, προκειμένου να αντιτάξει τους ισχυρισμούς του, ώστε στερήθηκε των κατοχυρωμένων στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, δικαιωμάτων του, με αποτέλεσμα την ακυρότητα της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης. Αντίθετα, ο καθ΄ου με τις 05.05.2015 και 07.01.2016 έγγραφες απόψεις του Περιφερειακού Κ.Ε.Α.Ο. Πειραιά, ζητεί την απόρριψη της κρινόμενης ανακοπής.


8. Επειδή, με τα πραγματικά αυτά δεδομένα και τις νομικές διατάξεις που παρατέθηκαν, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας ειδικότερα υπόψη ότι α) δεν αποδείχθηκε ότι κοινοποιήθηκε ατομική ειδοποίηση προς τον ανακόπτοντα για την ταμειακή βεβαίωση των ανωτέρω χρεών προς το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. σε βάρος της παραπάνω εταιρείας, β) από το προσκομιζόμενο φωτοαντίγραφο – εκτύπωση από το ολοκληρωμένο πληροφοριακό σύστημα του Κ.Ε.Α.Ο., στο οποίο αναφέρονται αναλυτικά διάφοροι αριθμοί ατομικών ειδοποιήσεων προκύπτει, τόσο ότι αυτές απευθύνονται στην παραπάνω εταιρεία και όχι στον ανακόπτοντα, όσο και ότι τα ποσά στα οποία αφορούν (οι ειδοποιήσεις) δεν μπορεί να συναχθεί με βεβαιότητα ότι αντιστοιχούν στα ένδικα ποσά, γ) ο καθ΄ου δεν προσκόμισε τη σχετική ατομική ειδοποίηση, εάν απεστάλη όπως αντιλέγει, στον ανακόπτοντα και δ) η κοινοποίηση αυτή είναι νόμιμη προϋπόθεση για τη λήψη σε βάρος του μέτρων διοικητικής εκτέλεσης, όπως είναι η προσβαλλόμενη αναγκαστική κατάσχεση, κρίνει ότι η τελευταία είναι μη νόμιμη. Συνεπώς η ανακοπτόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης πρέπει να ακυρωθεί, κατ’ αποδοχή ως βασίμου του σχετικού ισχυρισμού του ανακόπτοντος, ενώ παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών λόγων της ανακοπής.


9. Επειδή, κατ’ ακολουθία, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση ανακοπή και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, το δε καταβληθέν παράβολο να αποδοθεί στον ανακόπτοντα (άρθρο 277 παρ. 9 του ΚΔΔ). Τέλος κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, ο καθ΄ου πρέπει να απαλλαγεί από τα δικαστικά έξοδα του ανακόπτοντος (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. ε΄ ΚΔΔ).

 

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

 

Δέχεται την ανακοπή.

Ακυρώνει την ……/13.02.2013 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Π.Γ.

Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου στον ανακόπτοντα.

Απαλλάσσει τον καθ΄ου από τα δικαστικά έξοδα του ανακόπτοντος.

Η απόφαση δημοσιεύθηκε στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, στις 23-10-2017.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ