Δικηγορικό Γραφείο

Δια της υπ’ αριθ. 6512/2017 αποφάσεως του 3ου Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά ακυρώθηκε έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας εντολέως μας, μέλους ομόρρυθμης εταιρείας, η οποία είχε επιβληθεί εις βάρος της για την είσπραξη χρέους συνολικού ποσού 13.329,99 ευρώ, προς τη ΔΟΥ Σαλαμίνας (νυν ΔΟΥ Ε΄ Πειραιά), προερχομένων από εισόδημα περαίωσης, χρεωστικές δηλώσεις ΦΠΑ, πρόστιμα ΚΒΣ και ΦΠΑ)

Δια της ως άνω απόφασης, το Διοικητικό Δικαστήριο έκανε δεκτή την ασκηθείσα ανακοπή και ακύρωσε την προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, κρίνοντας ότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται η περιέλευση προς την ανακόπτουσα ατομικώς των οικείων ατομικών ειδοποιήσεων με τα στοιχεία των ταμειακών βεβαιώσεων, οι οποίες αποτελούν το έρεισμα για την επίσπευση της διοικητικής εκτέλεσης σε βάρος της με την επιβολή της ένδικης αναγκαστικής κατάσχεσης στο περιγραφόμενο στην ανακοπτόμενη έκθεση ακίνητό της, συνεπώς ουδέποτε αυτή ειδοποιήθηκε για την ύπαρξη οφειλών σε βάρος της, με αποτέλεσμα να στερηθεί τη δυνατότητα που είχε να λάβει την προσήκουσα δικαστική προστασία εγκαίρως, δηλαδή, πριν από την επιβολή της ένδικης κατάσχεσης, αφού δεν άσκησε κατά των οικείων ταμειακών βεβαιώσεων τα προβλεπόμενα ένδικα βοηθήματα (ανακοπή και αίτηση αναστολής).

Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της καθ’ης ΔΟΥ ότι η ανακόπτουσα τελούσε εν γνώσει των ένδικων οφειλών, υπό την ιδιότητά της ως ομόρρυθμης εταίρου και διαχειρίστριας της οφειλέτιδας ομόρρυθμης εταιρείας, κρίθηκε, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμος. Τούτο, δε, διότι το γεγονός ότι η ανακόπτουσα ήταν ομόρρυθμη εταίρος δεν απήλλασσε το Δημόσιο από την υποχρέωση γνωστοποίησης σε αυτήν, ως οφειλέτιδα, του χρέους και της αιτίας αυτού, δια της ατομικής ειδοποίησης του άρθρου 4 του ΚΕΔΕ.

Ακολουθεί το κείμενο της απόφασης

*******

 

Αριθμός απόφασης Α 6512/2017

 

 

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
ΤΜΗΜΑ 3ο ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2017, με δικαστή την ………………., Πρωτοδίκη Διοικητικών Δικαστηρίων. Γραμματέας, η ………………………., δικαστική υπάλληλος.
Για να δικάσει την ανακοπή με ημερομηνία κατάθεσης 22.11.2013.
Της Β.Κ. του Ι., κατοίκου ……………….., η οποία παρέστη δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Σταυρόπουλου.
Κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Σαλαμίνας και ήδη Δ.Ο.Υ. Ε΄ Πειραιά και παρέστη δια της δικαστικής πληρεξουσίας του Ν.Σ.Κ. ……………., η οποία κατέθεσε την από 23.03.2017 δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 περ. β του Κ.Δοικ.Δικ.
Κατά τα συνεδρίαση ο διάδικος που παρέστη ανέπτυξε τις απόψεις του και ζήτησε όσα αναφέρονται στα πρακτικά.

Αφού μελέτησε το δικογραφία
Η κρίση του είναι η εξής

Επειδή, με την υπό κρίση ανακοπή, επιδιώκεται η ακύρωση, άλλως η μεταρρύθμιση (διόρθωση), ως προς την περιγραφή, την προσδιορισθείσα αξία και την τιμή πρώτης προσφοράς, της υπ’ αριθ. …………./22.10.2013 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης τη Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πειραιώς ……………..…, δυνάμει της οποίας κατασχέθηκε η ακίνητη περιουσία της ανακόπτουσας που ειδικότερα περιγράφεται στην εν λόγω έκθεση, υπό την ιδιότητά της ως ομορρύθμου μέλους της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «………………… Ο.Ε.» ως αναγκαστικό μέτρο για την είσπραξη απαιτήσεων του καθ’ ου κατ’ αυτής για οφειλές προς το Ελληνικό Δημόσιο, συνολικού ύψους 13.329,99 ευρώ (ήτοι, κεφάλαιο 11.574,38 ευρώ και προσαυξήσεις 1.755,61 ευρώ), προερχομένων από εισόδημα περαίωσης ν. 3888/2010, χρεωστικές δηλώσεις Φ.Π.Α., πρόστιμα Κ.Β.Σ., Φ.Π.Α. και πρόστιμο Φ.Π.Α. Με το ανωτέρω περιεχόμενο, η κρινόμενη ανακοπή αρμοδίως φέρεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και δεδομένου ότι για την άσκησή της καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (βλ. το με αριθ. ………../22.11.2013, σειράς Α΄, αποδεικτικό καταβολής παραβόλου), καθώς και η προκαταβολή των εισφορών και ενσήμων υπέρ Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς, σύμφωνα με το παράρτημα Ι & ΙΙΙ του ν. 4194/2013 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 208 – βλ. το Νο.: ………../10.04.2017 γραμμάτιο προείσπραξης του πιο πάνω Συλλόγου), ενώ τόσο η υπογράφουσα το δικόγραφο αυτής όσο και ο παραστάς κατά τη συζήτηση δικηγόρος, Δημήτριος Σταυρόπουλος, νομιμοποιήθηκαν εντός της εικοσαήμερης προθεσμίας που χορηγήθηκε από το Δικαστήριο προς τούτο (βλ. την από 20.04.2017, νομίμως παρασχεθείσα, εξουσιοδότηση), πρέπει να γίνει δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω, ως προς τη νομική και ουσιαστική της βασιμότητα.


2. Επειδή, με τις διατάξεις του άρθρου 2 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε., ν.δ. 356/1974, Φ.Ε.Κ. Α΄ 90), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι: «1. Η είσπραξις των δημοσίων εσόδων ανατίθεται εις τα Δημόσια Ταμεία, (…) ενεργείται δε δυνάμει νομίμου τίτλου. (…) 2. Νόμιμος τίτλος είναι: α) Η κατά τους κειμένους νόμους βεβαίωσις και ο υπό των αρμοδίων διοικητικών ή ετέρων αρμοδίων κατά νόμον Αρχών προσδιορισμός του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας δι’ ης οφείλεται. β) Η εξ εγγράφων δημοσίων ή ιδιωτικών αποδεικνυόμενη οφειλή. γ) (…)» και με τις διατάξεις του άρθρου 4 του ίδιου Κώδικα, ότι: «1. Άμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται επί πειθαρχική αυτού ευθύνη να αποστείλη προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν, δυνάμενος να κοινοποιήση αυτήν, περιέχουσα τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή έκαστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις. Η ειδοποίησις αύτη αποστέλλεται προς τον οφειλέτην δια της Ταχυδρομικής Υπηρεσίας ή δι’ υπαλλήλων του Δημοσίου Ταμείου. (…). 2. Η κατά την προηγούμενην παράγραφον κοινοποιουμένη ατομική ειδοποίησις δεν εξομοιούται προς την επιταγήν προς πληρωμήν. 3. Η παράλειψις αποστολής της κατά την παράγραφον 1 του παρόντος άρθρου ειδοποιήσεως ουδεμίαν ασκεί επίδρασιν επί του κύρους των κατά του οφειλέτου λαμβανομένων αναγκαστικών μέτρων». Περαιτέρω, ο ν. 2717/1999, με τον οποίο κυρώθηκε ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας (Φ.Ε.Κ. Α΄ 97, στο εξής: Κ.Δοικ.Δικ.), ορίζει στο άρθρο 217, ότι: «1. Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά: α) της πράξης ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου, β) της κατασχετήριας έκθεσης, γ) (…)», στο άρθρο 224, ότι: «1. Το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλομένη πράξη κατά το νόμο και την ουσία, στα όρια της ανακοπής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της. (…) 3. Κατά τον έλεγχο του κύρους των προσβαλλόμενων με την ανακοπή πράξεων της εκτέλεσης, δεν επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος της νομιμότητας προηγούμενων πράξεων της εκτέλεσης. (…)», στο άρθρο 225, ότι: «το δικαστήριο, αν διαπιστώσει παράβαση νόμου ή ουσιαστικές πλημμέλειες της προσβαλλόμενης πράξης, προβαίνει στην ολική ή μερική ακύρωση ή στην τροποποίησή της. Σε διαφορετική περίπτωση προβαίνει στην απόρριψη της ανακοπής» και στο άρθρο 228 αυτού, ότι: «1. Η προθεσμία άσκησης, καθώς και η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης. Στις περιπτώσεις α΄. β΄, δ΄ και ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 217, ενόσω εκκρεμεί η ανακοπή, μπορεί να υποβληθεί, από τον ανακόπτοντα, αίτηση αναστολής της εκτέλεσης των προσβαλλόμενων πράξεων. 2. (…)». Τέλος το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ορίζει ότι: «Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα διοικητικά δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σε αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει». Κατά την έννοια των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, η ατομική ειδοποίηση ακολουθεί τη νομότυπη ταμειακή βεβαίωση του ποσού του χρέους του οφειλέτη προς το Δημόσιο και αποσκοπεί στο να γνωστοποιηθεί στον οφειλέτη το χρέος του και η αιτία του, ούτως ώστε να δυνηθεί αυτός να στραφεί με τα ένδικα μέσα που προβλέπει ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας (ανακοπή και αναστολή εκτελέσεως), κατά της πράξης ταμειακής βεβαιώσεως ή να προβεί σε ρύθμιση του χρέους του. Δεδομένου τούτου και του ότι η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 του Κ.Ε.Δ.Ε. (ν.δ. 356/1974), πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, η μη περιέλευση ή η καθυστερημένη περιέλευση της ατομικής ειδοποιήσεως στον οφειλέτη, η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα να απωλέσει ο τελευταίος στάδιο δικονομικής προστασίας πριν τη λήψη του συγκεκριμένου μέτρου εκτέλεσης, όπως η κατάσχεση κινητών ή ακινήτων του, οδηγεί σε ακύρωση της πράξης αυτής εκτέλεσης, εφόσον ο οφειλέτης επικαλεσθεί το γεγονός αυτό, της μη περιέλευσης ή της μη έγκαιρης περιέλευσης σ’ αυτόν της ατομικής ειδοποιήσεως (Σ.τ.Ε. 3325/2014, 29/2013, 1806/2011, 1705/2008, 2701/2011. Πρβλ. Σ.τ.Ε. 1642/2004, 1639/2003).

3. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Σε εκτέλεση της με α/α …./2013 και αριθ. πρωτ. ……..…./30.09.2013 παραγγελίας για αναγκαστική κατάσχεση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ε΄ Πειραιά, η Δικαστική Επιμελήτρια του Πρωτοδικείου Πειραιώς …………….., προέβη στην κατάσχεση ακίνητης περιουσίας της ανακόπτουσας και, ειδικότερα, του «υπό στοιχεία ……. διαμερίσματος του δευτέρου υπέρ του ισογείου ορόφου οικοδομής κείμενης στην περιφέρεια του Καλλικρατείου Δήμου Νίκαιας – Αγ. Ιωάννη Ρέντη στην θέση επί των οδών …………. αριθμ. … και ………….», η αξία του οποίου εκτιμήθηκε στο ποσό των 100.000 ευρώ και η τιμή πρώτης προσφοράς ορίστηκε στο ποσό των 80.000 ευρώ. Η κατάσχεση αυτή επιβλήθηκε, όπως προκύπτει από τον συνημμένο στην πιο πάνω έκθεση πίνακα χρεών, για οφειλές της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «……………….. Ο.Ε.», της οποίας η ανακόπτουσα είναι ομόρρυθμο μέλος, προερχόμενες, σύμφωνα με τις οικείες ταμειακές βεβαιώσεις, από εισόδημα περαίωσης του ν. 3888/2010, οικονομικού έτους 2011 (Α.Τ.Β. ………../28.12.2010 για κεφάλαιο 4.960,46 ευρώ και προσαυξήσεις 768,87 ευρώ), από χρεωστικές δηλώσεις Φ.Π.Α. μέσω διαδικτύου (ίντερνετ) με ρυθμισμένες δόσεις, οικονομικού έτους 2011 (Α.Τ.Β. ………../26.01.2011 για κεφάλαιο 2066,92 ευρώ και προσαυξήσεις 361,71 ευρώ), από πρόστιμο Κ.Β.Σ. οριστικό οικονομικού έτους 2011 (Α.Τ.Β. ………../23.05.2011 για κεφάλαιο 3.467,00 ευρώ και προσαυξήσεις 481,93 ευρώ), από Φ.Π.Α. οικονομικού έτους 2012 (Α.Τ.Β. ………../23.05.2012 για κεφάλαιο 900,00 ευρώ και προσαυξήσεις 121,50 ευρώ) και από πρόστιμο Φ.Π.Α., οικονομικού έτους 2011 (Α.Τ.Β. ………../11.07.2011 για κεφάλαιο 180,00 ευρώ και προσαυξήσεις 21,60 ευρώ), συνολικού ύψους 13.329,99 ευρώ (ήτοι, κεφάλαιο 11.574,38 ευρώ και προσαυξήσεις 1.755,61 ευρώ). Ήδη, με την κρινόμενη ανακοπή, όπως αυτή αναπτύσσεται περαιτέρω, με το νομοτύπως κατατεθέν, από 10.04.2017 υπόμνημα, η ανακόπτουσα στρέφεται κατά της πιο πάνω έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ότι αυτή είναι άκυρη, διότι εκδόθηκε χωρίς να της έχει προηγουμένως κοινοποιηθεί οποιαδήποτε ατομική ειδοποίηση, ώστε να λάβει γνώση των βεβαιωμένων ένδικων χρεών και των αιτιών τους και να μπορέσει να αμυνθεί κατ’ αυτών. Εξ άλλου, το καθ’ ου Ελληνικό Δημόσιο, με την από 18.09.2015 έκθεση απόψεων αρνείται την ανακοπή και υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι οι ταμειακές βεβαιώσεις όλων των χρεών για τα οποία επιβλήθηκε η ένδικη κατάσχεση, απεστάλησαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην έδρα της εταιρείας, με τις υπ’ αριθ. ………../02.01.2012, ……./01.02.2012, ………/01.06.2012 και ……../01.08.2012 ατομικές ειδοποιήσεις χρεών, αντίγραφα των οποίων προσκομίζει, στις οποίες αναφέρεται ως οφειλέτιδα η εταιρεία «……………….. Ο.Ε.» και όχι η ανακόπτουσα ατομικώς, ως ομόρρυθμο μέλος της πιο πάνω εταιρείας. Επιπροσθέτως, υποστηρίζει ότι η οφειλέτιδα εταιρεία, όπως προκύπτει από τα στοιχεία τρέχουσας εικόνας του μητρώου της Δ.Ο.Υ. Ε΄ Πειραιά (προσκομίζονται εκτυπωμένα) εξακολουθεί να εμφανίζεται ενεργή στα μητρώα, καθώς ουδέποτε υπέβαλε διακοπή δραστηριότητας ούτε μεταβολή των στοιχείων των προσώπων που ασκούν τη διαχείριση, μεταξύ των οποίων και η ανακόπτουσα, τα δε ένδικα χρέη βεβαιώθηκαν είτε κατά δήλωση τα ανακόπτουσας, ως διαχειρίστριας της πιο πάνω εταιρείας είτε εν γνώσει της, καθόσον αφορούν περαίωση εισοδήματος οικονομικού έτους 2011, δυνάμει του ν. 3888/2010 και χρεωστικές δηλώσεις Φ.Π.Α. μέσω ίντερνετ του ιδίου οικονομικού έτους, με ρυθμισμένες, μάλιστα, δόσεις, από τις οποίες εξοφλήθηκε μόνον η αρχική και οριστικές βεβαιώσεις προστίμων Κ.Β.Σ. και Φ.Π.Α. οικονομικών ετών 2011 και 2012.

4. Επειδή, με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι, κατά την έννοια των διατάξεων που παρατέθηκαν και ερμηνεύθηκαν στη δεύτερη σκέψη της παρούσας, η καθυστερημένη περιέλευση, πολλώ δε μάλλον η μη περιέλευση της ατομικής ειδοποίησης στον οφειλέτη, η οποία έχει ως αποτέλεσμα να απωλέσει ο τελευταίος στάδιο δικονομικής προστασίας πριν από τη λήψη σε βάρος του συγκεκριμένου μέτρου εκτέλεσης, όπως είναι η κατάσχεση της ακίνητης περιουσίας του, οδηγεί σε ακύρωση της πράξης αυτής εκτέλεσης, εφόσον ο οφειλέτης επικαλεσθεί το γεγονός αυτό, και περαιτέρω, ότι, εν προκειμένω, η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι ουδέποτε πριν την κοινοποίηση της ανακοπτόμενης έκθεσης κοινοποιήθηκε σε αυτήν από το καθ΄ου οποιαδήποτε ατομική ειδοποίηση με τα στοιχεία των επίμαχων ταμειακών βεβαιώσεων, ώστε να αμυνθεί δικονομικά κατ’ αυτών, καθώς και ότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται η περιέλευση προς την ανακόπτουσα ατομικώς των οικείων ατομικών ειδοποιήσεων με τα στοιχεία των ταμειακών βεβαιώσεων, οι οποίες αποτελούν το έρεισμα για την επίσπευση της διοικητικής εκτέλεσης σε βάρος της με την επιβολή της ένδικης αναγκαστικής κατάσχεσης στο περιγραφόμενο στην ανακοπτόμενη έκθεση ακίνητό της, κρίνει ότι η τελευταία ουδέποτε ειδοποιήθηκε για την ύπαρξη οφειλών σε βάρος της, με αποτέλεσμα να στερηθεί τη δυνατότητα που είχε να λάβει την προσήκουσα δικαστική προστασία εγκαίρως, δηλαδή, πριν από την επιβολή της ένδικης κατάσχεσης, αφού δεν άσκησε κατά των οικείων ταμειακών βεβαιώσεων τα προβλεπόμενα ένδικα βοηθήματα (ανακοπή και αίτηση αναστολής). Εξ’ άλλου, ο ισχυρισμός του καθ’ ου ότι η ανακόπτουσα τελούσε εν γνώσει των ένδικων οφειλών, υπό την ιδιότητά της ως ομόρρυθμης εταίρου και διαχειρίστριας της οφειλέτιδας ομόρρυθμης εταιρείας, είναι, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμος. Τούτο δε, διότι το γεγονός ότι η ανακόπτουσα ήταν ομόρρυθμη εταίρος δεν απήλλασσε το Δημόσιο από την υποχρέωση γνωστοποίησης σε αυτήν, ως οφειλέτιδα, του χρέους και της αιτίας αυτού, δια της ατομικής ειδοποίησης του άρθρου 4 του Κ.Ε.Δ.Ε. Κατά συνέπεια, μη νόμιμα εκδόθηκε σε βάρος της η ανακοπτομένη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης και πρέπει να ακυρωθεί αυτή, όπως βασίμως προβάλλεται με τον σχετικό λόγο της ανακοπής, η εξέταση των λοιπών λόγων της οποίας παρέλκει, ως αλυσιτελής.

5. Επειδή, κατ’ ακολουθία των ανωτέρω η κρινόμενη ανακοπή πρέπει να γίνει δεκτή, να ακυρωθεί η υπ’ αριθ. …………./22.10.2013 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πειραιώς ……………, να αποδοθεί στην ανακόπτουσα το παράβολο που κατέβαλε (άρθρο 277 παρ. 9 του Κ.Διοικ.Δικ.) και να καταδικασθεί το καθ΄ου στα δικαστικά της έξοδα, τα οποία το Δικαστήριο προσδιορίζει στο ποσό των 149,00 ευρώ (άρθρο 275 παρ. 1 του Κ.Διοικ.Δικ. σε συνδυασμό με το άρθρο 58 παρ. 4 και το Παράρτημα Ι του Κώδικα Δικηγόρων – ν. 4194/2013, ΦΕΚ Α΄ 208 και το Νο: …………….. γραμμάτιο προκαταβολής του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς).

 

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

 

Δέχεται την ανακοπή.

Ακυρώνει την …………22.10.2013 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πειραιώς ………..

Διατάσσει την απόδοση στην ανακόπτουσα του καταβληθέντος παραβόλου.

Καταδικάζει το καθ΄ου Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της ανακόπτουσας, ποσού 149,00 ευρώ.