Δικηγορικό Γραφείο

Διεγράφη το 85% του χρέους δανειολήπτριας, η οποία είχε συμβληθεί ως εγγυήτρια σε εμπορικό δάνειο ύψους 1.000.000 ευρώ, με ταυτόχρονη διάσωση του συνόλου του ενεργητικού της περιουσίας της.

Ιδιαίτερο νομικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η ορθή αιτιολόγηση της μη ύπαρξης δόλου στο πρόσωπό της αλλά και η κρίση του Δικαστηρίου ότι η μεμονωμένη παροχή εγγυήσεως δεν επάγεται την εμπορική ιδιότητα.

 

 

ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ 

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΟΥΣΙΑΣ

Αριθμός Αποφάσεως 42/2018

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την Δόκιμη Ειρηνοδίκη, Ευγενία Ειρήνη Τσεκέ, και από τη Γραμματέα, Μαρίνα Τσουμάνη.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 14η Ιουνίου 2017 για να δικάσει την αίτηση :

ΤΗΣ     ΑΙΤΟΥΣΑΣ:       ………  ……… του ……… , κατοίκου Περιστερίου Αττικής, οδός ………  αρ. … , η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Σπυρίδωνος Αδάμ και της πληρεξουσίας δικηγόρου της Κωνσταντίνας Γιαννοπούλου.

Η αιτούσα ζητά να γίνει δεκτή η από 12.04.2012 αίτησή της περί υπαγωγής της στο Ν. 3869/2010 που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Περιστερίου την 18-04-2012, έλαβε αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../2012 και προσδιορίστηκε να συζητηθεί αρχικά κατά τη δικάσιμο της 21-09-2016 και κατόπιν αναβολής προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο.

Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως η αναφερόμενη στην αίτηση πιστώτρια που κατέστη διάδικος δια της κλητεύσεώς της (άρ. 5 του Ν. 3869/2010), παραστάθηκε ως εξής:

Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία «…………  Α.Ε.» που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της ………  ……… .

Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους, αναφέρθηκαν στην αίτηση και στις έγγραφες προτάσεις τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές και στα πρακτικά της δίκης.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 ν. 3869/2010 για τη ρύθμιση των οφειλών των υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο οφειλέτης. Ακολούθως, στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου ορίζονται οι οφειλές των οποίων δεν επιτρέπεται η ρύθμιση, οι οποίες είναι: α/ αυτές που έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης για την έναρξη της διαδικασίας κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του ιδίου νόμου, β/ αυτές που προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, από διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού, τέλη προς Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης και γ/ αυτές που προέκυψαν από χορήγηση δανείων από Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ως άνω νόμου. Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι στη ρύθμιση των οφειλών σύμφωνα με τις διατάξεις του παραπάνω νόμου υπάγονται μόνο φυσικά πρόσωπα, τα οποία δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα. Ποια πρόσωπα έχουν τέτοια ικανότητα ορίζεται στα άρθρο 2 παρ.1 του ΠτΚ (ν. 3588/2007), κατά το οποίο, πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι. Σύμφωνα με τη διάταξη ταυ άρθρου 1 του ΕμπΝ, έμπορος είναι ο κατά σύνηθες επάγγελμα ασκών εμπορικές πράξεις. Οι έμποροι, συνεπώς, για τους οποίους, μάλιστα, βάσει του άρθρ. 8 παρ.2 του Διατάγματος περί αρμοδιότητας των εμποροδικείων, ισχύει το τεκμήριο της εμπορικότητας, σύμφωνα με το οποίο όλες οι συναλλαγές που γίνονται από τον έμπορο τεκμαίρεται ότι γίνονται χάριν της εμπορίας του, αποκλείονται από την εφαρμογή του νόμου. Έτσι, υπάγονται στη ρύθμιση του ανωτέρω νόμου τα πρόσωπα που δεν ασκούν αυτοτελή οικονομική δραστηριότητα που να τους προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου, όπως, επίσης, και πρόσωπα τα οποία ήταν έμποροι, έπαυσαν, όμως, την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, χωρίς κατά την παύση αυτή να έχουν παύσει τις πληρωμές τους, ενώ, αντίθετα, δεν υπάγονται στη ρύθμιση του νόμου τα πρόσωπα το οποία, κατά το χρόνο παύσης των πληρωμών, είχαν την εμπορική ιδιότητα. Επιβάλλεται, όμως, να γίνεται διάκριση μεταξύ του εμπορικού χαρακτήρα της πράξης από την κτήση ή μη της εμπορικής ιδιότητας. Επομένως, στις ρυθμίσεις ταυ ν. 3869/2010 υπάγονται και οφειλέτες που, μολονότι έχουν ενεργήσει μία αντικειμενικά εμπορική πράξη, εντούτοις δεν αποκτούν την ιδιότητα του εμπόρου. Περαιτέρω, η εγγύηση είναι, καταρχήν, αστική πράξη, αφού παρέχεται χαριστικά για εξυπηρέτηση ξένου συμφέροντος. Αν όμως, αυτή δίνεται από τον εγγυητή κατ' εκμετάλλευση της πίστης που παρέχει το όνομά του και η οικονομική του επιφάνεια, με την είσπραξη απ' αυτόν αμοιβής ή άλλης χρηματικής ωφέλειας ή με οποιοδήποτε άλλο, άμεσο ή έμμεσο οικονομικό όφελος, που αντλείται από το λόγο για τον οποίο δόθηκε η εγγύηση και με την ανάληψη του σχετικού κινδύνου, τότε αυτή είναι εμπορική πράξη για τον εγγυητή και, μάλιστα, ανεξάρτητα από τον εμπορικό χαρακτήρα της κύριας οφειλής ή της εμπορικής ιδιότητας του  εγγυητή, δηλαδή, αντικειμενικά εμπορική πράξη, κατ' αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 β.δ/τος 2/14-5-1835 «περί αρμοδιότητας των εμποροδικείων», διότι συντρέχουν τα προσδιοριστικά στοιχεία της εξ αντικειμένου εμπορικότητας, δηλαδή η διαμεσολάβηση στην παροχή πίστης με την ανάληψη του κινδύνου, προς το σκοπό απόλαυσης οικονομικού οφέλους. Επομένως, η κατά σύνηθες επάγγελμα παροχή τέτοιων εγγυήσεων προσδίδει σ’ αυτόν που τις παρέχει, κατά την έννοια του άρθρου 1 ΕμπΝ, την ιδιότητα του εμπόρου (ΟλομΑΠ 1513/1980,  ΑΠ 1692/1998 ΕλλΔνη 1999, σ. 101, ΑΠ 48/1996 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1903/2003 Αρμ 2005, 1056, ΕφΘεσ 1534/1996 Αρμ 1996.1106 , ΠΠρΘεσ 7802/1995 Αρμ 1996.469). Συνεπώς, η μεμονωμένη παροχή εγγύησης, έστω και με την κτήση η προσδοκία κτήσης οφέλους, δεν αρκεί για να προσδώσει στον εγγυητή την ιδιότητα του εμπόρου, αλλά θα πρέπει αυτή να είναι συστηματική και κατά σύνηθες επάγγελμα ( βλ. κατ ΠΠρΑθ 646/2005, ΠΠρΑθ 739/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 3869/2010, στην προβλεπόμενη απ' αυτόν διαδικασία ρύθμισης των οφειλών δύναται να υπαχθεί κάθε αστικό χρέος, μπορεί, όμως, να υπαχθεί και κάθε εμπορικό χρέος, αφού, κατά την ανωτέρω διάταξη, εξαιρούνται μόνο τα πρόσωπα που έχουν πτωχευτική ικανότητα, ήτοι τα πρόσωπα που φέρουν την εμπορική ιδιότητα, χωρίς να γίνεται καμία διάκριση της φύσης των χρεών τους, ήτοι ακόμα και αν τα χρέη τους είναι αστικά ή θέλουν να υπαγάγουν στην ανωτέρω διαδικασία μόνο αστικά χρέη. Συνεπώς, αφού ο νόμος δεν προέβλεψε το αντίθετο, όπως ρητά έπραξε για την ιδιότητα του οφειλέτη που προτίθεται να υπαχθεί στη διαδικασία, υπόκεινται στη ρύθμιση οποιεσδήποτε απαιτήσεις του μη εμπόρου οφειλέτη, εκτός απ' αυτές που ρητά εξαιρούνται στην παράγραφο 2 του άρθρου 1 του ως άνω νόμου (έτσι, Ιάκ. Βενέρης – Θεόδ. Κατσάς: Εφαρμογή του ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, έκδοση Νομικής Βιβλιοθήκης, σ. 89 contra Αθ. Κρητικός: Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων με βάση τον ν. 3869/2010, έκδ. 2012, σ. 53 παρ.11, βλ. και ΜΠρΘεσ. 17753/2012 ΝΟΜΟΣ).

Με την κρινόμενη αίτηση, όπως συμπληρώθηκε-διορθώθηκε παραδεκτά με δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων της αιτούσας στο ακροατήριο που καταχωρίστηκε στα πρακτικά και επαναλαμβάνεται και στις Προτάσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 744, 745 και 751 του ΚΠολΔ αλλά και το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 3869/2010,ώστε να ανταποκρίνεται στις υφιστάμενες κατά το χρόνο της συζήτησης συνθήκες, η αιτούσα, 35 ετών, ιδιωτική υπάλληλος, άγαμη, χωρίς προστατευόμενα μέλη, επικαλούμενη μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς τις πιστώτριες, ζητά αφού ληφθούν υπόψη τα εισοδήματα της, η περιουσιακή και η οικογενειακή της κατάσταση να γίνει ρύθμιση των χρεών της σύμφωνα με το υποβαλλόμενα σχέδιο διευθέτησης, ή όπως αυτό τροποποιηθεί, να επικυρωθεί αυτό και επικουρικά, σε περίπτωση μη επίτευξης δικαστικού συμβιβασμού, να γίνει ρύθμιση των χρεών της σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 και 2 του Ν. 3869/2010 με εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της (άρθρο 9 παρ.2), όπως αυτή περιγράφεται στην αίτησή της. Ζητά επίσης να εξαιρεθεί από την εκποίηση η λοιπή περιουσία της, ήτοι ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο και να αναγνωριστεί ότι με την τήρηση της ρύθμισης των οφειλών της θα απαλλαγεί από τα υπόλοιπα των χρεών της έναντι της καθ' ης και τέλος να συμψηφιστεί η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

Η αίτηση αυτή αρμοδίως φέρεται να εκδικαστεί από το παρόν δικαστήριο της κατοικίας της αιτούσας κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 Ν. 3869/2010 όπως έχει τροποποιηθεί με το Ν. 4161/2013) έχει ασκηθεί εντός εξαμήνου από την αποτυχία του εξωδικαστικού συμβιβασμού (βλ. την από 19/10/2011 Βεβαίωση αποτυχίας του εξωδικαστικού συμβιβασμού της πληρεξουσίας δικηγόρου της αιτούσας, σύμφωνα με την οποία ο εξωδικαστικός συμβιβασμός με την καθ' ης απέτυχε την ίδια ως άνω ημερομηνία) και για το παραδεκτό της έχει τηρηθεί η προδικασία που ορίζει το αρ. 4 παρ. 2 του ν. 3869/2010 και εξακολουθεί να απαιτείται για τις εκκρεμείς κατά τη δημοσίευση του Ν. 4161/2013 αιτήσεις σύμφωνα με το άρθρο 19 αυτού και συγκεκριμένα προσκομίστηκαν την 10-05-2012, όπως προκύπτει από την σφραγίδα της γραμματείας στους τηρούμενους στο Ειρηνοδικείο αυτό φάκελους, α} η ως άνω βεβαίωση αποτυχίας του εξωδικαστικού συμβιβασμού και β} η από 23-04-2012 υπεύθυνη δήλωση της αιτούσας, για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων που προβλέπονται στις περιπτώσεις των εδαφίων α και β της παρ. 1 του αρ. 4 του ν. 3869/2010 καθώς και για τη μη μεταβίβαση εμπράγματου δικαιώματος επί ακινήτου της κατά την τελευταία τριετία. Παράλληλα, η αιτούσα προέβη την 3/2/2016 στην επιβαλλόμενη από το άρθρο 2 παράγραφος Α, υποπαράγραφος Α.4, άρ.2, παρ. 1, εδάφιο α του ν. 4336/2015, όπως ισχύει με το άρθρο 55 του ν.4364/2016 επικαιροποίηση της αίτησης με την προσκόμιση των σχετικών εγγράφων. Εξάλλου, από την αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου στα τηρούμενα αρχεία σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 2 του ν. 3869/2010 προέκυψε ότι δεν εκκρεμεί άλλη σχετική αίτηση της αιτούσας ούτε έχει εκδοθεί προγενέστερη απόφαση για τη διευθέτηση των οφειλών της με απαλλαγή της από υπόλοιπα χρέη.

Περαιτέρω, η υπό κρίση αίτηση τυγχάνει ορισμένη, απορριπτομένης της ένστασης αοριστίας της καθ’ ης εγκείμενης στο ότι δεν αναφέρεται στην αίτηση ο χρόνος κατά τον οποίο η αιτούσα ανέλαβε τα χρέη της ούτε τα γεγονότα λόγω των οποίων περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, ούτε αναλύονται οι τρέχουσες δαπάνες διαβίωσής της, καθώς η αίτηση έχει το ελάχιστο αναγκαίο περιερχόμενο που ορίζεται στο Ν. 3869/2010, ο χρόνος δε περιέλευσης του οφειλέτη σε αδυναμία πληρωμών, τα εισοδήματά του κατά το χρόνο ανάληψης των δανείων και τα γεγονότα που τον οδήγησαν σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών συνιστούν πρόσθετα στοιχεία που αποτελούν αντικείμενο απόδειξης και ανταπόδειξης και δύνανται να συμπληρωθούν και μεταγενέστερα με τις προτάσεις, όπως συνέβη άλλωστε εν προκειμένω. Η κρινόμενη αίτηση είναι επιπλέον νόμιμη, ερειδόμενη στα άρθρα 1,4, 8 και 9 του Ν . 3869/2010, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει με το ν. 4161/2013 εκτός: α} του αιτήματος να επικυρωθεί ή τροποποιηθεί το σχέδιο διευθέτησης κατ' αρθρ. 7 Ν. 3869/2010, το οποίο είναι μη νόμιμο, αφού η επικύρωση του σχεδίου διευθέτησης ή η επικύρωση του τροποποιημένου από τους διαδίκους, κατ' αρθρ.7 Ν 3869Ι2010, σχεδίου, δεν αποτελεί αντικείμενο της αιτήσεως του άρθρ.4 παρ.1 του νόμου αυτού, αλλά νόμιμη συνέπεια της ελεύθερης συμφωνίας των διαδίκων, στην περίπτωση που κανένας πιστωτής δεν προβάλει αντιρρήσεις για το αρχικό ή το τροποποιημένο σχέδιο διευθέτησης οφειλών ή συγκατατίθενται όλοι σε αυτό, οπότε ο Ειρηνοδίκης αφού διαπιστώσει την κατά τα άνω επίτευξη συμβιβασμού, με απόφαση του επικυρώνει το σχέδιο ή το τροποποιημένο σχέδιο, το οποίο από την επικύρωση του αποκτά ισχύ δικαστικού συμβιβασμού, β} του αιτήματος να αναγνωρισθεί ότι με την τήρηση της ρύθμισης του Δικαστηρίου Θα απαλλαγεί η αιτούσα, από τα χρέη της, το οποίο αίτημα πρέπει να απορριφθεί ως προώρως προβαλλόμενο καθώς το αίτημα να απαλλαγεί ο υπερχρεωμένος οφειλέτης από κάθε υπόλοιπο οφειλής κατ' αρθρ. 11 παρ.1 Ν 3869/2010 συνιστά αίτημα και περιεχόμενο μεταγενέστερης αιτήσεως που υποβάλλει στο Δικαστήριο μετά την κανονική εκτέλεση των υποχρεώσεων που του επιβάλλονται με την απόφαση που εκδίδεται επί της αιτήσεως του αρθρ. 4 παρ.1 του αυτού νόμου, ως τούτο ρητά αναφέρεται στην παρ. 3 του αρθρ. 11 Ν 3869/2010 σύμφωνα με το οποίο «Το δικαστήριο με αίτηση του οφειλέτη που κοινοποιείται στους πιστωτές πιστοποιεί την απαλλαγή του από το υπόλοιπο των οφειλών» και γ} του αιτήματος να εξαιρεθεί από την εκποίηση η λοιπή περιουσία της αιτούσας καθώς ο οφειλέτης μπορεί να προβάλει αίτημα για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του κατ' άρθρο 9 παρ.2 ενώ η λοιπή περιουσία του κατ' αρχήν υπόκειται σε εκποίηση εκτός εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή δεν προσφέρεται για εκποίηση.

Η καθ' ης με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της στο ακροατήριο που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά και επαναλαμβάνεται και στο δικόγραφο των Προτάσεων, εκτός από την ανωτέρω εξετασθείσα ένσταση αοριστίας, αρνήθηκε την αίτηση ως νόμω και ουσία αβάσιμη κατ ζήτησε την απόρριψή της.

Η καθ' ης προέβαλε επίσης ένσταση δόλιας περιέλευσης της αιτούσης σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών ισχυριζόμενη ότι η αιτούσα τελούσε εξ αρχής σε αδυναμία πληρωμής του δανείου και προέβη στην ανάληψή του χωρίς να έχει επαρκή εισοδήματα και γνωρίζοντας ή τουλάχιστον αποδεχόμενη ήδη κατά την ανάληψή του, τη μη αποπληρωμή του, καθώς το ύψος του δανείου ήταν δυσανάλογο με τα εισοδήματά της. Η ένσταση δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, τυγχάνει αόριστη καθώς όπως γίνεται παγίως δεκτό από τη νομολογία, δεν στοιχειοθετείται δόλια συμπεριφορά μόνο από την ανάληψη περισσότερων δανείων καθ' ην στιγμή η χορήγηση δανείου δεν είναι εξασφαλισμένη αλλά ενέχει πάντοτε ένα ρίσκο ενώ επιπλέον, δεν αναφέρεται με ποτό τρόπο, με ποιες συγκεκριμένες ενέργειες και υπό ποιες περιστάσεις η αιτούσα απέκρυψε το εύρος των δανείων της και δη εάν ρωτήθηκε σχετικά, δεδομένου ότι οι τράπεζες δύνανται να εκτιμούν και να επαληθεύουν την πιστοληπτική ικανότητα και την φερεγγυότητα των αιτούντων πίστωση μεταξύ άλλων και με χρησιμοποίηση συστημάτων πληροφοριών και βάσεων δεδομένων (π.χ. Τειρεσίας) αλλά και με διασταύρωση με άλλες τράπεζες.

Η καθ' ης προέβαλε επιπρόσθετα ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ισχυριζόμενη ότι η αιτούσα με το περιλαμβανόμενο στην αίτηση σχέδιο διευθέτησης οφειλών επιδιώκει στην ουσία την ελάχιστη αποπληρωμή και εν τέλει τη διαγραφή των' χρεών του και όχι την ευνοϊκότερη αποπληρωμή τους.

Η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη καθώς η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ έχει εφαρμογή μόνο όταν πρόκειται για την άσκηση ουσιαστικών δικαιωμάτων και όχι για δικονομικά δικαιώματα ενώ επιπλέον, το σχέδιο διευθέτησης διαμορφώνεται ελεύθερα από τον οφειλέτη χωρίς να καθορίζεται από το νόμο το περιεχόμενό του και αποτελεί πρόταση του πρώτου προς τους πιστωτές του, οι οποίοι με τη σειρά τους δύνανται να το αποδεχτούν ή να προτείνουν τροποποιήσεις, σε περίπτωση δε διαφωνίας, η τελική ρύθμιση θα γένει δεσμευτικά από το Δικαστήριο.

Επίσης η καθ' ης προέβαλε τον ισχυρισμό της εμπορικής ιδιότητας της αιτούσας και της συνεπαγόμενης πτωχευτικής της ικανότητας. Σύμφωνα δε με την ανωτέρω αναλυόμενη νομική σκέψη ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Τέλος η καθ' ης υπέβαλε νόμιμα και παραδεκτά αίτημα έναρξης των τυχόν οριζόμενων καταβολών από τη δημοσίευση της απόφασης και αίτημα ρευστοποίησης της ακίνητης περιουσίας της καθ' ης. Τα προαναφερθέντα δε αιτήματα θα εξεταστούν κατ' ουσίαν στη συνέχεια από το Δικαστήριο.

Εφόσον δεν επιτεύχθηκε δικαστικός συμβιβασμός μεταξύ της αιτούσας και της καθ' ης, πρέπει η αίτηση να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της.

Από την κατάθεση της αιτούσας στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως, από τα έγγραφα που νομίμως προσκομίζουν μετ' επικλήσεως διάδικοι και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :

Η αιτούσα, ήδη κατά την ημέρα της δικασίμου, 35 ετών, άγαμη, χωρίς προστατευόμενα μέλη (βλ. προσκομισθέν πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης από 9-6-2ο17), είναι ιδιωτική υπάλληλος από το έτος 2006 και λαμβάνει μισθό ποσού 1.222,ο0 ευρώ μηνιαίως μικτά (944 ευρώ καθαρά) (βλ. προσκομιζόμενη και επικαλούμενη με τις Προτάσεις βεβαίωση από την αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία «…………» και εκκαθαριστικά σημειώματα ετών 2014, 2015, 2016).

Παρόλο που η εισοδηματική κατάσταση της αιτούσας όπως απεικονίζεται και στα προσκομισθέντα Εκκαθαριστικά Σημειώματα Φόρου Εισοδήματος των οικ. ετών 2001-2006, 2009-2011 και 2013-2016, δεν έχει υποστεί μείωση από την ανάληψη του δανείου (ήτοι από το έτος 2005), αντιθέτως μάλιστα έχει αυξηθεί, συντρέχουν ειδικές περιστάσεις στο πρόσωπό της, όπως αυτές θα αναλυθούν στη συνέχεια. Έτσι, τα εισοδήματα της αιτούσας κατά τα έτη πριν και μετά την ανάληψη του δανείου ανήλθαν στο ποσό των 129,96 ευρώ το οικ. έτος 2001 και 2002, στο ποσό των 381,40 ευρώ τα οικ. έτη 2003-2006 (οπότε και ανελήφθη τα δάνειο), στο ποσό των 14.654,08 ευρώ τα οικ. έτος 2009, στο ποσό των 15.467,99 ευρώ το οικ. έτος 2010, στο ποσό των 16.758,79 ευρώ το οικ. έτος 2011, στα ποσό των 17.412,81 ευρώ τα οικ. έτος 2013, στο ποσό των 18.966,10 ευρώ τα οικ. έτος 2014, στο ποσό των 12.036,75 ευρώ το φορ. έτος 2015 και στο ποσό των 12.172,00 ευρώ το φορ. έτος 2016. Συνεπώς, το μηνιαίο εισόδημα της αιτούσας κατά την συζήτηση της αίτησης ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 944,00 ευρώ καθαρά. Πέραν αυτού ουδέν άλλο εισόδημα διαθέτει όπως κατέθεσε και η ίδια κατά την κατάθεσή της ενώπιον του ακροατηρίου. Η αιτούσα συμβλήθηκε το έτος 2005 με την καθ' ής, ούσα μόλις 23 ετών και χωρίς κανένα εισόδημα γεγονός που η καθ' ης προφανώς είχε διαπιστώσει, ως εγγυήτρια σε υπέρογκο επιχειρηματικό δάνεια (όπως αναλύεται κατωτέρω) υπέρ της εταιρείας «ΑΦΟΙ ………… Ο.Ε.», κατόπιν σειράς εγγυήσεων που είχε ήδη παράσχει η ανωτέρω εταιρεία στην καθ' ης. Εταίροι της εταιρείας αυτής ήταν τα δύο αδέλφια της αιτούσας ………… και ………… …………. Κατόπιν άτυχων συγκυριών, όπως η σοβαρή ασθένεια της αδελφής της αιτούσας — εταίρου της ανωτέρω εταιρείας που εκδηλώθηκε το έτος 2005 (βλ. προσκομιζόμενες σχετικές ιατρικές βεβαιώσεις), ήτοι λύκος, έμφραγμα μυοκαρδίου και νεφρική ανεπάρκεια σε ηλικία μόλις 25 ετών, συνεπεία της οποίας αναγκάστηκε να διακόψει οποιαδήποτε εργασία και υπεβλήθη σε μεταμόσχευση νεφρού με δότρια τη μητέρα της και η επιδείνωση της υγείας του πατέρα της αιτούσας ………… ………… , ο οποίος πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας, μερική παράλυση, στεφανιαία νόσο και κατάθλιψη, αλλά και η σοβαρή οικονομική κρίση που μαστίζει τη χώρα, οδήγησαν στη λύση της εταιρείας αυτής και στην αδυναμία αποπληρωμής του ληφθέντος δανείου από την πρωτοφειλέτιδα. Σημειωτέου ότι η καθ' ης έχοντας ήδη εξασφαλίσει την απαίτησή της με εγγραφή βαρών σε ακίνητα των εταίρων της ανωτέρω εταιρείας ευρισκομένων στη νήσο Θήρα Νομού Κυκλάδων, έχει προβεί πλέον σε κατάσχεσή τούς και σε ορισμό πλειστηριασμού αυτών, με εκτιμηθείσα αξία τα ποσό των 337.320,00 ευρώ. Τέλος στην κύρια κατοικία της αιτούσας κατοικούν εκτός από την ίδια, ο πατέρας της, η μητέρα της και ο αδελφός της - εταίρος της ανωτέρω εταιρείας, ο οποίος έχει ήδη λύσει το γάμο του με την τέως σύζυγό τού και μη δυνάμενος να συντηρήσει μόνος του δική του οικία αφού καταβάλει διατροφή ποσού 400 ευρώ μηνιαίως για τα ανήλικα τέκνα του και λαμβάνει μισθό 600 ευρώ από την εργασία του.

Η αιτούσα κατοικεί στο διαμέρισμα του τρίτου και τετάρτου ορόφου (μεζονέτα), συνολικής επιφανείας 174,30 τ.μ., πολυκατοικίας ευρισκόμενης επί της οδού ………… αρ. … , στο Περιστέρι Αττικής πλήρους κυριότητας της αιτούσας. Το διαμέρισμα αυτό αποτελεί την κύρια κατοικία της αιτούσας και η αντικειμενική του αξία ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 131.348,74 ευρώ, (βλ. προσκομιζόμενη Δήλωση Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων – Πράξη Διοικητικού Προσδιορισμού Φόρου ν. 4223/2013 έτους 2016) και κατά τούτο δεν υπερβαίνει τα όριο του αφορολογήτου ποσού προσαυξημένο κατά 50%, όπως απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεσή της από την εκποίηση.

Πέραν του ως άνω διαμερίσματος η αιτούσα δεν διαθέτει άλλα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία ούτε και διέθετε κατά την τριετία πριν την κατάθεση της αίτησης (βλ. προσκομισθείσα Δήλωση Στοιχείων Ακινήτων 2005, 2015 και 2017). Τέλος, η αιτούσα διαθέτει κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο όχημα εργοστασίου κατασκευής Audi, μοντέλου Α3, 1.600 κ.εκ., έτους πρώτης κυκλοφορίας 1998, εκτιμώμενης εμπορικής αξίας σήμερα 1.500,00 ευρώ. Το αυτοκίνητο αυτό δεν προσφέρεται για ρευστοποίηση καθώς δεν αναμένεται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον ενόψει της παλαιότητας ταυ ενώ αποτελεί και το μοναδικό μέσο μεταφοράς της αιτούσας και τυχόν αποστέρησή του θα προκαλούσε σε αυτήν δυσανάλογη ζημία σε σχέση με το προσδοκώμενο όφελος της καθ' ης.

Ακολούθως, αποδείχτηκε ότι οι ανελαστικές βιοτικές ανάγκες της αιτούσας, προκειμένου αυτή να εξασφαλίσει την ελάχιστη αξιοπρεπή διαβίωση, ανέρχονται, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, περίπου στο ποσό των 450,00 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο λαμβανομένου υπόψη του ότι είναι άγαμη, χωρίς προστατευόμενα μέλη και χωρίς υποχρέωση καταβολής ενοικίου.

 Σε ό,τι αφορά την εισφερόμενη προς ρύθμιση οφειλή της αιτούσας προς την καθ' ης, αυτή σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, είχε καταρτίσει, συμβαλλόμενη ως εγγυήτρια υπέρ της ανωτέρω αναφερόμενης εταιρείας, με την «…………» την υπ' αρ. ………… σύμβαση επιχειρηματικού δανείου η οφειλή από την οποία την 3ο-5-211, ανερχόταν στο ποσό των 934.474,58 ευρώ (574.588 ευρώ κεφάλαιο 351,761,68 ευρώ τόκοι 8.124,81 ευρώ έξοδα).

Η ως άνω οφειλή της αιτούσας στην καθ' ης είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης και έχει επιβληθεί αναγκαστική κατάσχεση επί του διαμερίσματος που αποτελεί την κύρια κατοικία της αιτούσας. Ως εμπραγμάτως ασφαλισμένη, η οφειλή αυτή εξακολουθεί να εκτοκίζεται μέχρι την έκδοση της παρούσας.

Περαιτέρω, από τα εισοδήματα της αιτούσας που συνίστανται μόνο στο μισθό που λαμβάνει, συνολικού ύψους 944,00 ευρώ μηνιαίως, λαμβανομένης υπόψη και της ηλικίας της, του κόστους των αναγκαίων δαπανών που απαιτούνται για την ικανοποίηση των βιοτικών αναγκών της, ύψους περίπου 450,ο0 ευρώ μηνιαίως κατά μέσα όρο, του ύψους της οφειλής της, των ιδιαίτερων συνθηκών απόληψης του δανείου, αλλά και της μη αναμενόμενης ουσιαστικής βελτίωσης της οικονομικής της κατάστασης, ενόψει των ιδιαίτερα δυσμενών οικονομικών συνθηκών που επικρατούν στη χώρα, προκύπτει ότι αυτή έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων της απέναντι στην καθ' ης πιστώτρια, καθώς η σχέση της ρευστότητάς της προς το σύνολο της οφειλής της είναι προδήλως αρνητική.

Κατόπιν τούτων και επειδή τα περιουσιακά στοιχεία της αιτούσας δεν επαρκούν, το δικαστήριο πρέπει να ρυθμίσει κατ' αρχήν τα χρέη της αιτούσας προς την καθ' ης με μηνιαίες καταβολές επί τετραετία, οι οποίες μηνιαίες καταβολές θα αρχίσουν τον δεύτερο μήνα μετά τη δημοσίευση της απόφασης και θα εξακολουθήσουν για 48 διαδοχικές άτοκες δόσεις ύψους 500,00 ευρώ και θα καταβάλλονται εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός, καθώς το Δικαστήριο κρίνει ότι η αιτούσα δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στη μηνιαία καταβολή μεγαλύτερου ποσού και θα κινδυνεύει να εκπέσει της ρύθμισης, η οποία πρέπει να γίνεται με ορίζοντα μακροπρόθεσμο και ρεαλιστικό.

Έτσι, η αιτούσα θα καταβάλλει στην καθ' ης για την υπ' αρ. ………… σύμβαση επιχειρηματικού δανείου το ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως.

Μετά την παρέλευση του διαστήματος των τεσσάρων ετών, η αιτούσα έναντι της οφειλής της θα έχει καταβάλλει στην καθ' ης το ποσό των 24.000 ευρώ και θα απομένει ποσό (934.474,58 - 24.000 ευρώ =) 91.1474,58 ευρώ.

Ακολούθως, επειδή η αιτούσα διαθέτει κατά πλήρη κυριότητα πρώτη κατοικία, η αντικειμενική αξία της οποίας ανέρχεται στο ποσό των 131.348,74 ευρώ, η ικανοποίηση μέρους του υπολοίπου της απαίτησης της καθ' ης, θα γίνει με περαιτέρω καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της αιτούσας και μπορεί να ανέλθει μέχρι το συνολικό ποσό που αντιστοιχεί στο 80% της αντικειμενικής της αξίας, δηλαδή μέχρι το ποσό των (131.348,74 Χ 80%=) 105.078,99 ευρώ. Από αυτό το ποσό και μέχρι αυτού του ποσού θα ικανοποιηθεί η καθ' ης μερικώς για το υπόλοιπο της ανωτέρω απαιτήσεώς της. Το ποσό των 105.078,99 ευρώ θα καταβληθεί με καταβολές ύψους 583,77 ευρώ το μήνα και για χρονικό διάστημα 180 μηνών, εντόκως, χωρίς ανατοκισμό με σταθερό επιτόκιο το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου για ανάλογη της ρύθμισης περίοδο, όπως ομοίως προκύπτει από το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδας (άρθρο 9 παρ. 2 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει). Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα ξεκινήσει μετά την λήξη των καταβολών του άρθρου 8 παρ. 5 επειδή κρίνεται ότι πρέπει να παρασχεθεί στην αιτούσα αντίστοιχη περίοδος χάριτος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ` ουσίαν και να ρυθμιστούν οι οφειλές της αιτούσας σύμφωνα με το διατακτικό. Η απαλλαγή από τα χρέη της έναντι της καθ' ης, θα επέλθει κατά νόμο (αρ. 11 παρ.1 του ν. 3869/2010) υπό τον όρο της κανονικής εκτέλεσης των υποχρεώσεων της, με την επιφύλαξη της τυχόν τροποποίησης της παρούσας ρυθμίσεως. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται κατ' άρθρο 8 παρ. 6 του υ. 3869/2010.

ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ' αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται εν μέρει την αίτηση.

Καθορίζει τις μηνιαίες καταβολές της αιτούσας προς την καθ' ης για διάστημα τεσσάρων ετών, ήτοι 48 μηνών, στο ποσό των πεντακοσίων (500,00) ευρώ το οποίο θα καταβάλλεται μέσα στο πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα, αρχής γενομένης από τον δεύτερο μήνα μετά τη δημοσίευση της απόφασης.

Εξαιρεί από την εκποίηση την πρώτη κατοικία της αιτούσας, ήτοι το διαμέρισμα του τρίτου και τετάρτου ορόφου (μεζονέτα), συνολικής επιφανείας 174,30 τ.μ., πολυκατοικίας ευρισκόμενης επί της οδού ………… αρ. … , στο Περιστέρι Αττικής πλήρους κυριότητας της αιτούσας. Επίσης εξαιρεί από την εκποίηση και το ΙΧΕ αυτοκίνητο όχημα εργοστασίου κατασκευής Audi, μοντέλο Α3, 1.600 κ.εκ., έτους πρώτης κυκλοφορίας 1998, ιδιοκτησίας της αιτούσας.

Καθορίζει το καταβλητέα από την αιτούσα συνολικό ποσό για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της σε 105.078199 ευρώ, το οποίο και θα καλυφθεί με μηνιαίες καταβολές προς την καθ' ης και προς την εμπραγμάτως ασφαλισμένη απαίτησή της, ύφους 583,77 ευρώ και για χρονικό διάστημα 180 μηνών, που θα αρχίσουν αμέσως μετά την λήξη της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 5 και θα γίνονται μέσα στο πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα, εντόκως, χωρίς ανατοκισμό με σταθερό επιτόκιο το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου για ανάλογη της ρύθμισης περίοδο, όπως ομοίως προκύπτει από το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδας.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στο Περιστέρι, στις 27.02.2018 σ' έκτακτη και δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ