Δικηγορικό Γραφείο
3271/2021 Τριμελές Εφετείο Αθηνών (Πολιτικό Τμήμα) – Απόρριψη Αγωγής Καταδολίευσης Δανειστή στον Β’ βαθμό

Απόφαση 3271/2021 Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πολιτικό Τμήμα) – Απόρριψη Αγωγής Καταδολίευσης Δανειστή στον Β’ Βαθμό, λόγω μη ύπαρξης σκοπού βλάβης στο πρόσωπο των εναγομένων και συνέχισης τακτικής καταβολής μεγάλων ποσών από τους εναγόμενους στον δανειστή, για αρκετό καιρό μετά την απαλλοτρίωση. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκανε δεκτούς τους ισχυρισμούς των εντολέων μας, αναιρώντας την απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών.

Όπως μάλιστα χαρακτηριστικά αναφέρεται στο κείμενο της απόφασης: «Η ένδικη σύμβαση πίστωσης εξυπηρετούνταν και αυτή ομαλά, η δε ενάγουσα συνέχισε και μετά την επίδικη απαλλοτρίωση, επί 1½ και πλέον έτος, να χρηματοδοτεί στο πλαίσιο της σύμβασης την πιστούχο, κάνοντας δεκτές τις εξασφαλίσεις που της παρείχε εκείνη με την ενεχυρίαση επιταγών πελατείας της, ενώ εννιά μήνες μόλις πριν την επίδικη απαλλοτρίωση συμφωνήθηκε μεταξύ της ενάγουσας και της πιστούχου αύξηση του ποσού της πίστωσης κατά 300.000 ευρώ... Εύλογη, επομένως, πρέπει να θεωρηθεί η δημιουργία πεποίθησης στον πρώτο των εναγόμενων στον χρόνο της επίδικης απαλλοτρίωσης ότι η τελευταία δεν έθετε σε κίνδυνο την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας. Εξάλλου, η συμπεριφορά της ενάγουσας καταδεικνύει ότι και η ίδια θεωρούσε την ένδικη απαίτησή της εξασφαλισμένη, ενώ ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στο γεγονός ότι, σύμφωνα με όσα αναλυτικά παραπάνω αναφέρθηκαν, η πιστούχος εξακολούθησε και μετά την απαλλοτρίωση να αποδίδει μεγάλα χρηματικά ποσά στον λογαριασμό που τηρούνταν προς εξυπηρέτηση της πίστωσης, που μάλιστα ξεπέρασαν σε ύψος το χρεωστικό υπόλοιπο το οποίο εμφάνιζε ο λογαριασμός στον χρόνο της απαλλοτρίωσης…., το οποίο (χρεωστικό υπόλοιπο) ήταν σημαντικά μειωμένο και κατά τον χρόνο της καταγγελίας, γεγονός που δεν συνάδει λογικά με πρόθεση καταδολίευσης από μέρους του εγγυητή και διευθύνοντος συμβούλου της πιστούχου εταιρίας κατά τον χρόνο που έγινε η απαλλοτρίωση. Συνεπώς, εφόσον δεν αποδεικνύεται η συνδρομή όλων των κατά το νόμο προϋποθέσεων για τη διάρρηξη της επίδικης απαλλοτρίωσης και ειδικότερα ότι κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης ο πρώτος εναγόμενος είχε πρόθεση βλάβης της ενάγουσας, η κρινόμενη αγωγή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη»

Την υπόθεση χειρίστηκε με ιδιαίτερη επιτυχία ο συνεργάτης Δικηγόρος του γραφείου μας, Λευτέρης Κιούκης.

«Αριθμός Απόφασης 3271/2021
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Ιωάννα Βρεττού, Πρόεδρο Εφετών, Χριστίνα Ρωμέση, Εφέτη, Εύα Πετρίδου, Εφέτη - Εισηγήτρια και από τον Γραμματέα Μαρίνο Κλουβάτο.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 22 Οκτωβρίου 2020, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. (υπ' αριθ. πιν. 12)

ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1)………..., 2)…………, 3)…………, οι οποίοι παραστάθηκαν δια των πληρεξούσιων δικηγόρων Ασημίνας Καούνη και Αλέξανδρου Στρίμπερη.

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……………», που εδρεύει στη …… Κύπρου ………….., διατηρώντας υποκατάστημα στην Ελλάδα …………… και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου ……………, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. 2) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………… Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα (……………) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Β. (υπ’αριθμ. πιν. 37)

ΤΗΣ ΑΥΤΟΤΕΛΩΣ ΠΡΟΣΘΕΤΩΣ ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΟΥΣΑΣ (υπέρ της δεύτερης εφεσίβλητης): Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «……………», με τον διακριτικό τίτλο «…………» όπως μετονομάστηκε η εταιρία «……………» και εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργεί δε στην προκειμένη δίκη ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος, διαχειρίστρια και πληρεξούσια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία «…………» η οποία εκπροσωπείται νόμιμα, εδρεύει στο ……… και είναι ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……………Α.Ε.». Η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου ……………, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΤΩΝ ΚΑΘ' ΩΝ Η ΑΥΤΟΤΕΛΗΣ ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ: 1)………..., 2)…………, 3)…………, οι οποίοι παραστάθηκαν δια των πληρεξούσιων δικηγόρων Ασημίνας Καούνη και Αλέξανδρου Στρίμπερη.

Η ενάγουσα και ήδη πρώτη εφεσίβλητη ζήτησε να γίνει δεκτή η από ………./2010 αγωγή της κατά των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό ………../………./………2010.
Παράλληλα, η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα και ήδη δεύτερη εφεσίβλητη ζήτησε να γίνει δεκτή η από ……../2015 αυτοτελής πρόσθετη παρέμβασή της (υπέρ της ενάγουσας και ήδη πρώτης εφεσίβλητης), η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του ίδιου παραπάνω Δικαστηρίου με αριθμό ……../……../……..2015.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 3766/2019 απόφασή του (τακτικής διαδικασίας) δέχτηκε εν μέρει την αγωγή, συνεκδικάζοντας αυτήν με την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.

Α. Οι εναγόμενοι - καθ' ων η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση και ήδη εκκαλούντες προσβάλλουν την απόφαση αυτή με την από ……../2019 έφεσή τους, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό ……../2019 και αντίγραφό της κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών με αριθμό ……../2019, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης και γράφτηκε στο πινάκιο.

Β. Η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από ……../2020 αυτοτελής πρόσθετη παρέμβασή της (υπέρ της δεύτερης εφεσίβλητης), που κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών με αριθμό ……../2020, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης και γράφτηκε στο πινάκιο.
Η έφεση και η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση εκφωνήθηκαν από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκαν.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των εκκαλούντων και της πρώτης εφεσίβλητης και της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας (υπέρ της δεύτερης εφεσίβλητης) δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο αλλά κατέθεσαν αντίστοιχες δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και προκατέθεσαν προτάσεις.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Η κρινόμενη έφεση (υπ' αριθ. κατάθ. στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών ……../2019), η οποία στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 3766/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό (άρθρ. 19 ΚΠολΔ). Έχει ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεσή της (υπ' αριθ ……../.2019) στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρ. 495 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, στις 31.10.2019, μέσα στη νόμιμη προθεσμία των τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης (άρθρ. 518 παρ. 1 ΚΠολΔ), που έλαβε χώρα από μέρους της δεύτερης εφεσίβλητης προς τους εκκαλούντες και την πρώτη εφεσίβλητη στις 16.10.2019 (βλ. τις υπ' αριθ. 1087, 1088, 1089 και 1098/16.10.2019 εκθέσεις επίδοσης, αντίστοιχα, του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ………), ενώ, περαιτέρω, για το παραδεκτό της έφεσης έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο, ποσού 150 ευρώ (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ - βλ. το υπ'αριθ. ………/2019 e-παράβολο, που αναγράφεται στην έκθεση κατάθεσης της έφεσης).

ΙΙ.α. Μετά την άσκηση της έφεσης ασκήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, με ιδιαίτερο δικόγραφο, αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της δεύτερης εφεσίβλητης (Τράπεζα «……….. Α.Ε.») από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «………………», η οποία εκθέτει ότι η ένδικη απαίτηση κατέστη αντικείμενο ειδικής διαδοχής κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας της προκείμενης υπόθεσης στο Δικαστήριο αυτό, διότι μεταβιβάστηκε αυτή, μεταξύ άλλων απαιτήσεων, από τη δεύτερη εφεσίβλητη - στην οποία είχε μεταβιβαστεί από την ενάγουσα και ήδη πρώτη εφεσίβλητη κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας στον πρώτο βαθμό και η οποία άσκησε για τον λόγο αυτόν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ενάγουσας/πρώτης εφεσίβλητης - στην εδρεύουσα στο …………………. εταιρία με την επωνυμία «…………………» σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 και 14 του Ν. 3156/2003 και ότι η ίδια (παρεμβαίνουσα) ενεργεί ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της εν λόγω αλλοδαπής εταιρίας και μη δικαιούχος διάδικος δυνάμει σχετικής σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1-3 του Ν. 4354/2015. Η πρόσθετη παρέμβαση ασκήθηκε νομότυπα (άρθρ. 81 παρ. 1,215 παρ. 1 ΚΠολΔ), με κατάθεσή της στη γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου (υπ' αριθ. ……../2020) και επίδοση στους αρχικούς διαδίκους, δηλαδή τους εκκαλούντες (βλ. τις υπ' αριθ. 5825ΣΤ, 5826ΣΤ και 5827ΣΤ/8.7.2020 εκθέσεις επίδοσης, αντίστοιχα, του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ……..) και τις εφεσίβλητες (βλ. τις υπ' αριθ. 5792ΣΤ και 5821ΣΤ/7.7.2020 εκθέσεις επίδοσης, αντίστοιχα, του ίδιου δικαστικού επιμελητή).

ΙΙ.β. Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι, πράγματι, η δεύτερη εφεσίβλητη (Τράπεζα «……… Α.Ε.») - η οποία κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας στον πρώτο βαθμό κατέστη ειδική διάδοχος της ενάγουσας και ήδη πρώτης εφεσίβλητης στην έννομη σχέση από την οποία απορρέει η ένδικη απαίτηση, με βάση τη μεταξύ τους συναφθείσα από 26.3.2012 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης, σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. ……./26.3.2012 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών & Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος και το υπ' αριθ. 96/26.3.2012 Διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, το οποίο δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας (αριθ. 4640/26.3.2012, Παράρτημα Τρίτο, Μέρος I, σελ. 745-752) - μεταβίβασε, με τιτλοποίηση (άρθρ. ΙΟΝ. 3156/2003), με την από 12.9.2019 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρίστηκε στο δημόσιο βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου 237/16.9.2019, απαιτήσεις της από δάνεια, μεταξύ των οποίων και την ένδικη απαίτηση, στην εδρεύουσα στο ………………….. εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………», καθιστάμενη έτσι η τελευταία ειδική διάδοχος των απαιτήσεων αυτών, ενώ αμέσως μετά, η εν λόγω αλλοδαπή εταιρία, με την από 12.9.2019 σύμβαση διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρίστηκε στο δημόσιο βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου 238/16.9. 2019, ανέθεσε τη διαχείριση των ίδιων απαιτήσεων (άρθρ. 10 παρ. 14-16 Ν. 3156/2003, 1 - 3 Ν. 4354/2015) στη δεύτερη εφεσίβλητη. Στη συνέχεια δε, η δεύτερη εφεσίβλητη προχώρησε, με βάση το άρθρο 17 παρ. 1 του Ν. 4548/2018, στην εισφορά σε είδος του κλάδου διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, στον οποίο περιλαμβάνεται και η παραπάνω από 12.9.2019 σύμβαση διαχείρισης, προς την παρεμβαίνουσα εταιρία με την επωνυμία «……….» όπως μετονομάστηκε η εταιρία με την επωνυμία «…………» η οποία συστάθηκε στις 16.9.2019 κατά τις διατάξεις του Ν. 4354/2015 και αδειοδοτήθηκε τη διαχείριση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις με την υπ' αριθ. 326/2/17.09.2019 Απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών & Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Β73533/20.09.2019)], οπότε η από 12.9.2019 σύμβαση διαχείρισης τροποποιήθηκε στις 18.9.2019 και ορίστηκε ως διαχειρίστρια απαιτήσεων η παρεμβαίνουσα, καταχωρίστηκε δε στο δημόσιο βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών η τροποποίηση αυτή με αριθμό πρωτοκόλλου 251/23.9.2019. Επομένως, η πρόσθετη παρέμβαση είναι παραδεκτή και νόμιμη, φέρουσα το χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης λόγω της κατά τα παραπάνω εκτιθέμενα ειδικής διαδοχής και της επιγενόμενης αναγκαστικής ομοδικίας μεταξύ της δεύτερης εφεσίβλητης και της προσθέτως παρεμβαίνουσας εταιρίας (άρθρ. 83 ΚΠολΔ, σε συνδ. με άρθρ. 225 παρ. 2 ΚΠολΔ, ΑΠ 877/2019 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 368/2019 ΤΝΠΔΣΑ).

ΙΙ.γ. Με βάση τα παραπάνω, πρέπει η έφεση, αφού συνεκδικαστεί με την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση (άρθρ. 246 ΚΠολΔ), να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την ίδια παραπάνω διαδικασία. Κατά την εκφώνηση της έφεσης από το πινάκιο στην προκειμένη δικάσιμο (22.10.2020), η δεύτερη εφεσίβλητη δεν παραστάθηκε, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (βλ. υπό ΙΙ.α.) και θα δικαστεί ερήμην. Ωστόσο, επειδή θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα (ΑΠ 368/2019 ο.π., ΕφΘεσ 266/2021 Αρμ 2021,416).

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 939 και 941 ΑΚ προκύπτει, ότι για τη γέννηση της αξίωσης προς διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας απαιτείται η συνδρομή των ακόλουθων προϋποθέσεων: α) Απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά το χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, με την έννοια ότι τα παραγωγικά γεγονότα αυτής πρέπει να έχουν συντελεστεί κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί αυτή δικαστικά ή να είναι εξοπλισμένη με εκτελεστό τίτλο, ούτε δυνάμει του εκτελεστού τίτλου ο δανειστής να έχει προβεί σε δικαστική καταδίωξη του οφειλέτη, αρκεί η απαίτηση να έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τον χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής στο Δικαστήριο, που είναι ο κρίσιμος για τον προσδιορισμό της βλάβης του δανειστή (ΑΠ 1116/2018, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 661/2015, τνπ ΝΟΜΟΣ), β) απαλλοτρίωση περιουσιακού στοιχείου από τον οφειλέτη, γ) πρόθεση βλάβης των δανειστών, που θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών (ΑΠ 621/2016, ΑΠ 1567/2008, τνπ ΝΟΜΟΣ), δ) γνώση του τρίτου υπέρ του οποίου γίνεται η απαλλοτρίωση, η οποία, ωστόσο, δεν απαιτείται, σύμφωνα με το επόμενο άρθρο 942 του ίδιου Κώδικα, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 1116/2018, τνπ ΝΟΜΟΣ) και ε) αφερεγγυότητα του οφειλέτη, που συντρέχει όταν η υπολειπόμενη εμφανής περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή και η οποία πρέπει να υπάρχει και κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής (ΑΠ 1116/2018 ό.π., ΑΠ 708/2017 τνπ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 661/2015 ό.π.). Απαλλοτρίωση από χαριστική αιτία είναι και η γονική παροχή που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 ΑΚ, αφού και αυτή συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα. Το αντίθετο, εξάλλου, δεν συνάγεται από τον χαρακτηρισμό της, στο πρώτο εδάφιο της συγκεκριμένης διάταξης, ως δωρεάς κατά το ποσό που υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, αφού τούτο αποσκοπεί στο να αποκλείσει τη δυνατότητα της ανάκλησής της ως προς το μέρος που αυτή δεν αποτελεί δωρεά και όχι να τη χαρακτηρίσει εξ αντιδιαστολής επαχθή δικαιοπραξία. Το γεγονός, δε, ότι η εν λόγω απαλλοτρίωση (γονική παροχή) γίνεται προς εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρέωσης του γονέα προς το παιδί του, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών ούτε προτίμηση εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νομίμων (ΑΠ 28/2017, ΑΠ 778/2015, ΑΠ 661/2015, ΑΠ 1677/2008, τνπ ΔΣΑ). Περαιτέρω, σε περίπτωση που υπάρχουν περισσότεροι συνοφειλέτες που ευθύνονται εις ολόκληρον (άρθρ. 481 ΑΚ), δεν απαιτείται για την άσκηση της αγωγής διάρρηξης εναντίον ενός από αυτούς, η έλλειψη περιουσιακών στοιχείων στο πρόσωπο και των υπολοίπων συνοφειλετών, αφού καθένας από αυτούς ευθύνεται απεριόριστα για ολόκληρο το χρέος έναντι του δανειστή, ο οποίος δικαιούται κατ' αρέσκεια να αξιώσει το χρέος από οποιονδήποτε εις ολόκληρον συνοφειλέτη, συγχρόνως ή διαδοχικώς, χωρίς να μπορεί να του αντιταχθεί η ύπαρξη και των άλλων εις ολόκληρον συνοφειλετών (ΑΠ 1475/2010, ΑΠ 1567/2008, τνπ ΔΣΑ). Επιπλέον, ως οφειλέτης κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 939 ΑΚ νοείται και ο εγγυητής και συνεπώς κάθε απαλλοτρίωση που έγινε από μέρους του προς βλάβη του δανειστή υπόκειται σε διάρρηξη (ΑΠ 2043/2013 ΝοΒ 2014, 922, ΑΠ 393/1998 ΝοΒ 1999, 424, ΑΠ 146/1994 ΕλΔ 1995, 827). Ακόμη, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 112 παρ. 2 ΕισΝΑΚ, σε περίπτωση αλληλόχρεου λογαριασμού κάθε συμβαλλόμενος θεωρείται δανειστής του άλλου ως προς το τυχόν κατάλοιπο του λογαριασμού από τη σύναψη της σύμβασης, το οποίο κατάλοιπο, όμως, είναι απαιτητό μόνο κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού. Το κλείσιμο του λογαριασμού, δηλαδή, δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης στο κατάλοιπο αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο) αυτού. Ο συμβαλλόμενος με σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού προστατεύεται για την απαίτησή του στο τυχόν κατάλοιπο, αρκεί μόνο μέχρι το χρόνο της απαλλοτρίωσης να έχει συναφθεί η, δικαιοπαραγωγική της απαίτησής του, σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού και να καταστεί ληξιπρόθεσμη η απαίτηση με την επέλευση του οριστικού κλεισίματος του λογαριασμού μέχρι την πρώτη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο. Με τη σύμβαση, δε, του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού (ΑΠ 1022/2003 ΕλΔ 45, 90, ΑΠ 667/2001 ΕλΔ 2001, 1579, ΑΠ 1343/2000 ΕλΔ 43, 419), η τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ του πελάτη της, που λαμβάνει αυτός σταδιακά, καταβάλλοντας ακολούθως τμηματικά, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ορισμένες δόσεις έναντι του κεφαλαίου και τόκων, ενώ οι αμοιβαίες καταβολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους, καθιστάμενες κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο. Και πριν όμως το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση του κάθε μέρους, η οποία και συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του. Επομένως, τα παραγωγικά της απαίτησης περιστατικά, ιδίως δε η κατάρτιση της σύμβασης και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεστεί πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, ώστε η απαίτηση να είναι γεννημένη έστω και αν δεν είναι στο στάδιο εκείνο βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη. Κατά συνέπεια η τράπεζα είναι και πριν το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού δανείστρια και έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, έστω και αν αυτή έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί αυτό να γίνει έως τη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο (ΑΠ 28/2017 ό.π., ΑΠ 1815/2012 ΝοΒ 2013, 1005, ΑΠ 1/2002 ΕλΔ 2002, 706).

ΙV. προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα, ήδη πρώτη εφεσίβλητη, «ΤΡΑΠΕΖΑ …….. ΛΤΔ», με την από 22.11.2010 και υπ' αριθ. κατάθεσης 204299/11822/25.11.2010 αγωγή της εναντίον των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων ενώπιον του Πολυμελούς ΠρωτοδικείουΑθηνών, εκθέτει ότι σε βάρος του πρώτου των εναγομένων και ήδη πρώτου των εκκαλούντων διατηρεί ληξιπρόθεσμη απαίτηση ποσού 109.050,64 ευρώ απορρέουσα από σύμβαση χορήγησης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό την οποία συνήψε στις 6.10.2006 με τη (μη διάδικο στη δίκη αυτή) εταιρία «…….. ΑΕΒΕ» και στην οποία ο πρώτος εναγόμενος συμβλήθηκε ως εγγυητής, παραιτούμενος από την ένσταση δίζησης. Ότι ο πρώτος εναγόμενος, με σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαίτησής της, μεταβίβασε στις 21.7.2008 προς τις κόρες του δεύτερη και τρίτη των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων, με το ειδικότερα αναφερόμενο στην αγωγή συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω γονικής παροχής, τα μοναδικά περιουσιακά του στοιχεία, δηλαδή δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες – μεζονέτες, επιφάνειας 155,95τμ η κάθε μία που βρίσκονται ………… και αναλυτικά περιγράφονται στην αγωγή, συνολικής αξίας 350.523,50 ευρώ και ειδικότερα ………….., όπως η αξία καθεμίας εξειδικεύθηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις της ενάγουσας - με αποτέλεσμα να αδυνατεί να ικανοποιήσει την απαίτησή της, διότι δεν διαθέτει άλλη περιουσία που να επαρκεί προς τούτο. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε η ενάγουσα και ήδη πρώτη των εφεσιβλήτων να διαρρηχθεί η προαναφερθείσα μεταβίβαση ως καταδολιευτική. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την εκκαλουμένη υπ' αριθ. 3766/2019 οριστική απόφασή του, μετά από συζήτηση που έγινε αντιμωλία των διαδίκων στις 17.1.2019 κατά την τακτική διαδικασία, αφού συνεκδίκασε την αγωγή με την ασκηθείσα ενώπιον του, από την ειδική διάδοχο της ένδικης απαίτησης (τράπεζας) «…………Α.Ε.», αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, έκρινε ότι αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη και πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει ως και ουσιαστικά βάσιμη, απαγγέλλοντας αφενός τη διάρρηξη της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας για τη με αριθμό 2 μεζονέτα και αφετέρου τη διάρρηξη της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας για τη με αριθμό 1 μεζονέτα σε ποσοστό 4,30%, ενώ επέβαλε σε βάρος των εναγομένων τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας και της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, τα οποία όρισε για την καθεμία στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται οι εναγόμενοι με την υπό κρίση έφεσή τους για τους αναφερομένους σε αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, ώστε να απορριφθεί η αγωγή.

V. Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι οποίες περιλαμβάνονται στα πρακτικά της εκκαλουμένης απόφασης, από όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι παριστάμενοι διάδικοι με τις παρούσες, κατ' έφεση προτάσεις τους καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρ. 336 παρ. 3 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

V.α. Δυνάμει της υπ' αριθ. ………../2006 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό που καταρτίστηκε στο Περιστέρι Αττικής μεταξύ της ενάγουσας και ήδη πρώτης εφεσίβλητης («ΤΡΑΠΕΖΑ ……….. ΛΤΔ») και της μη διαδίκου στην προκειμένη δίκη εταιρίας «………. ΑΕΒΕ», χορηγήθηκε στην τελευταία από την ενάγουσα πίστωση μέχρι το ποσό των 500.000 ευρώ, ενώ δυνάμει της υπ' αριθ. ………../2007 πρόσθετης πράξης, που καταρτίστηκε μεταξύ τους στη συνέχεια, το πιστωτικό όριο της σύμβασης αυξήθηκε κατά 300.000 ευρώ και ανήλθε έτσι στο ποσό των 800.000 ευρώ. Την εμπρόθεσμη και προσήκουσα εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων της πιστούχου από την προαναφερόμενη σύμβαση εγγυήθηκαν ο πρώτος των εναγομένων και ήδη πρώτος των εκκαλούντων, …………….., πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της πιστούχου εταιρίας και διευθύνων σύμβουλος και η μη διάδικος στην προκειμένη δίκη σύζυγός του ……………, μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας, που συμβλήθηκαν στην πιστωτική σύμβαση ως εγγυητές (τόσο την αρχική, όσο και την αυξητική) και συμφωνήθηκε ότι θα ενέχονται εις ολόκληρον με την πιστούχο ως αυτοφειλέτες, παραιτούμενοι του ευεργετήματος της δίζησης καθώς και των δικαιωμάτων και ενστάσεων του εγγυητή που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 853, 854, 855, 858, 862, 863, 864, 866, 867, 868 και 869 ΑΚ. Η πιστούχος έκανε χρήση της ανωτέρω πίστωσης, προς εξυπηρέτηση της οποίας ανοίχθηκε και τηρήθηκε από την ενάγουσα ο υπ' αριθ. ………24 λογαριασμός, ενώ παράλληλα, ανοίχθηκε και τηρήθηκε από την ίδια ο υπ' αριθ. ………10 λογαριασμός, στον οποίο μεταφέρονταν κάθε τρίμηνο οι τόκοι που προέκυπταν κατά το προσωρινό (τριμηνιαίο) κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού της πίστωσης. Η συμβατική υποχρέωση της πιστούχου προς απόδοση των ποσών που αναλάμβανε από την ενάγουσα κατά τη λειτουργία της σύμβασης εκπληρωνόταν με καταβολές από μέρους της αλλά κυρίως με μεταχρονολογημένες επιταγές πελατείας της, τις οποίες ενεχυρίαζε στην ενάγουσα προς εξασφάλιση της απαίτησης της τελευταίας από τη σύμβαση. Τα ποσά των επιταγών καταχωρίζονταν στον τηρούμενο λογαριασμό ως καταβολές σε πίστωση, οι οποίες καταβολές τελούσαν υπό την αναβλητική αίρεση της πληρωμής των επιταγών στη «λήξη» τους, οπότε με την εξόφληση κάθε επιταγής και την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης, η καταχωρισθείσα καταβολή οριστικοποιούνταν, ενώ αν μια επιταγή δεν πληρωνόταν στη «λήξη» της, ματαιώνοντας έτσι την αναβλητική αίρεση, η επιταγή επιστρεφόταν στην πιστούχο και είτε κατέβαλε η ίδια το αντίστοιχο ποσό της επιταγής είτε η καταχώρηση της καταβολής διαγραφόταν από το λογαριασμό, με αντιλογισμό ή με καταχώρηση του ποσού της επιταγής ως χρέωση.

V.β. Με την από 14.5.2010 εξώδικη δήλωση - καταγγελία της, η οποία επιδόθηκε στην πιστούχο και τους εγγυητές στις 21.5.2010, η ενάγουσα, επειδή η πιστούχος δεν ήταν πλέον συνεπής στις συμβατικές υποχρεώσεις της, κατήγγειλε τη σύμβαση πίστωσης και έκλεισε οριστικά τους πιο πάνω λογαριασμούς, με χρεωστικό υπόλοιπο 133.761,93 ευρώ και 3.833,72 ευρώ αντίστοιχα, δηλαδή συνολικά 137.595,65 ευρώ. Παράλληλα, κάλεσε τους οφειλέτες, εάν το επιθυμούν, να ασκήσουν το δικαίωμα που τους παρείχε το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 3816/2010, εντός μηνός από την κοινοποίηση της καταγγελίας, κατά τα οριζόμενα στην εν λόγω διάταξη, να αποπληρώσουν το κατάλοιπο σε πέντε έτη με ισόποσες μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις και υποχρέωση καταβολής κατά το πρώτο έτος μόνο τόκων, με το συμβατικό επιτόκιο οφειλής, μεταφέροντας η ενάγουσα το κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού, συνολικού ύψους 137.595,65 ευρώ, στον υπ' αριθ. ………10 δανειακό λογαριασμό. Ακολούθησε στις 3.6.2010 η είσπραξη από την ενάγουσα έναντι της ανωτέρω οφειλής ποσού 28.545,01 ευρώ από επιταγές (μεταχρονολογημένες) πελατείας της πιστούχου, τις οποίες η τελευταία είχε ήδη ενεχυριάσει στην ενάγουσα, με συνέπεια η οφειλή της να περιοριστεί στο ποσό 109.050,64 ευρώ. Τελικά, εφόσον δεν υπήρξε συμφωνία της τράπεζας με την πιστούχο για ρύθμιση της οφειλής κατά τα οριζόμενα στην προαναφερόμενη διάταξη, υποβλήθηκε από την ενάγουσα η από 22.8.2010 αίτησή της στο Πρωτοδικείο Αθηνών για την έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος της πιστούχου και των εγγυητών και εκδόθηκε στη συνέχεια η υπ' αριθ. ……./12.1.2011 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για το ποσό 109.050,64 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, το οποίο μειώθηκε περαιτέρω μετά την είσπραξη από την ενάγουσα επιπλέον ποσού 4.260,06 ευρώ από μεταχρονολογημένες επιταγές πελατείας της πιστούχου κατά το χρονικό διάστημα από 23.8.2010 και μετά. Ωστόσο, επιβαρυνόμενη η οφειλή στη συνέχεια με τόκους και έξοδα, διαμορφώθηκε κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής διάρρηξης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου - που προσδιορίστηκε μετά την από 19.12.2016 κλήση της ενάγουσας, ύστερα από διαδοχικές αναβολές και ματαίωση της συζήτησης, στις 17.1.2019 - στο ποσό των 196.243,19 ευρώ. Κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα από την καταγγελία της σύμβασης και την άσκηση της αγωγής μέχρι τη συζήτησή της στις 17.1.2019 σε πρώτο βαθμό, μεσολάβησε, όπως αποδεικνύεται, μετά την από 17.5.2010 αίτηση της πιστούχου, το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής με την υπ' αριθ. 1087/30.11.2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για την υπαγωγή της πιστούχου στη διαδικασία εξυγίανσης των άρθρων 99επ. του Πτωχευτικού Κώδικα, που όμως δεν ευοδώθηκε, διότι ακολούθησε η απόρριψη με την υπ' αριθ. 88/4.2.2015 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου της από 8.4.2014 αίτησης της πιστούχου για επικύρωση της συμφωνίας συνδιαλλαγής, επειδή κρίθηκε ότι δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις, αλλά και η απόρριψη με την υπ' αριθ. 2031/30.6.2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών της από 3.11.2015 αίτησης της πιστούχου και των εγγυητών περί αναστολής των σε βάρος τους διωκτικών μέτρων μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της ασκηθείσας έφεσης κατά της ανωτέρω απορριπτικής απόφασης, κατόπιν πιθανολόγησης μη ευδοκίμησης του ενδίκου μέσου, λόγω της μη ύπαρξης συμφωνίας της βασικής δανείστριας τράπεζας «………. Α.Ε.», με το περιεχόμενο του διακανονισμού του χρέους της πιστούχου προς εκείνη.

V.γ. Τον Ιούλιο του έτους 2008 ο πρώτος των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων μεταβίβασε δυνάμει του υπ' αρ. ………./21.7.2008 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών ……………, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ………., στον τόμο …. και αριθμό …., στις κόρες του δεύτερη και τρίτη των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων, ………… και …………, ηλικίας τότε 30 ετών η πρώτη και 25 ετών η δεύτερη, την πλήρη κυριότητα της με αριθμό 1 οριζόντιας ιδιοκτησίας - μεζονέτας και της με αριθμό 2 οριζόντιας ιδιοκτησίας – μεζονέτας, αντίστοιχα (στοιχεία ακινήτων) ……………., και αντικειμενικής αξίας 161.216,90 ευρώ η πρώτη και 189.306,60 ευρώ η δεύτερη. Παράλληλα, κατά τον ίδιο χρόνο, όπως αποδεικνύεται, η σύζυγός του και μητέρα της δεύτερης και τρίτης των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων μεταβίβασε στην τρίτη και μικρότερη κόρη της οικογένειας, ……………., ηλικίας τότε 24 ετών, την τρίτη ευρισκόμενη στην ίδια πιο πάνω διεύθυνση μεζονέτα, που ήταν δικής της ιδιοκτησίας, με συνολική επιφάνεια …… τ.μ. και αντικειμενική αξία 208.401,90 ευρώ, δυνάμει του υπ' αριθ. ……./21.7.2008 συμβολαίου γονικής παροχής της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου …….., στον τόμο ….και αριθμό ……... Η μεταβιβαστική αυτή δικαιοπραξία δεν έχει καταστεί αντικείμενο της δίκης που έχει ανοιχθεί με την ένδικη αγωγή διάρρηξης.

V.δ. Στον χρόνο της επίδικης απαλλοτρίωσης, 21.7.2008, ο τηρούμενος προς εξυπηρέτηση της πίστωσης υπ' αριθ. ……….24 λογαριασμός εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο 276.300 ευρώ. Είχαν προηγηθεί μέχρι τότε δύο σχεδόν χρόνια λειτουργίας της σύμβασης, κατά τη διάρκεια των οποίων η πιστούχος είχε λάβει από την ενάγουσα ως χρηματοδότηση, σταδιακά, συνολικό ποσό 973.400 ευρώ και η ίδια είχε προχωρήσει σε πιστώσεις - καταβολές ποσού 498.466,16 ευρώ συνολικά, ενώ μέρος του χρεωστικού υπολοίπου του υπ' αριθ. ………24 λογαριασμού ύψους 200.000 ευρώ μεταφέρθηκε από την ενάγουσα στις 12.4.2007 - όταν ο λογαριασμός της πίστωσης εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο 288.646,40 ευρώ - στον υπ' αριθ. ………73 δανειακό λογαριασμό, με διαφορετικό επιτόκιο και καταβολή επί του ποσού αυτού των 200.000 ευρώ έκτοτε από την πιστούχο μόνο τόκων, πιστώνοντας η ενάγουσα κατά την παραπάνω ημερομηνία με το αντίστοιχο ποσό (200.000) τον λογαριασμό της πίστωσης, που συνέχισε να κινείται με το υπόλοιπο των 88.646,40 ευρώ. Η ειδικότερη συμφωνία μεταξύ πιστούχου και τράπεζας που συνόδευε τις ενέργειες αυτές δεν προέκυψε από το αποδεικτικό υλικό. Μετά τη επίδικη απαλλοτρίωση, η σύμβαση συνέχισε να λειτουργεί μέχρι την καταγγελία της στις 14.5.2010 επί ακόμη δύο περίπου χρόνια. Κατά το πρώτο εξάμηνο μετά την απαλλοτρίωση, έως τις αρχές του έτους 2009, στον λογαριασμό της πίστωσης έγιναν επιπλέον καταβολές -πιστώσεις συνολικού ύψους 276.551,35 ευρώ, ενώ κατά το ίδιο διάστημα από την πιστούχο αναλήφθηκε ποσό μόνο 2.200 ευρώ, στις 8.9.2008. Έτσι στις 2.1.2009, ο λογαριασμός της πίστωσης (μετά τη μη πληρωμή δύο μεταχρονολογημένων επιταγών και την πίστωση των ποσών της εισφοράς Ν. 128/71), εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο μόλις 14.905,02 ευρώ. Ακολούθησε, δέκα ημέρες μετά, στις 12.1.2009, η χρέωση του λογαριασμού της πίστωσης με το ποσό των 200.000 ευρώ, το οποίο, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, παρέμενε από 12.4.2007 στον υπ' αριθ. ……..73 δανειακό λογαριασμό, ο οποίος έτσι μηδενίστηκε, ενώ η κίνηση του λογαριασμού της πίστωσης συνεχίστηκε πλέον με χρεωστικό υπόλοιπο 214.905,02 ευρώ. Οι καταβολές-πιστώσεις στον λογαριασμό από μέρους της πιστούχου συνεχίστηκαν και το υπόλοιπο χρονικό διάστημα που λειτούργησε η σύμβαση, έως 14.5.2010, ανήλθαν δε σε 322.431,50 ευρώ συνολικά (πλέον των πιστώσεων που αναφέρθηκε ότι ακολούθησαν την καταγγελία, ανερχόμενες συνολικά σε 32.805 ευρώ), ενώ συνεχίστηκαν και οι χορηγήσεις από την πλευρά της ενάγουσας προς την πιστούχο, οι οποίες ανήλθαν σε 238.400 ευρώ, με τελευταία ανάληψη από την πιστούχο στις 25.2.2010. Συνοψίζοντας, δηλαδή, αποδεικνύεται ότι από τον χρόνο που έλαβε χώρα η επίδικη απαλλοτρίωση μέχρι να καταγγελθεί η σύμβαση στις 14.5.2010, οι πιστώσεις στον υπ' αριθ. ………24 λογαριασμό ανήλθαν σε 598.982,85 ευρώ, οι δε αναλήψεις σε 240.600 ευρώ.

VΙ. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει, ότι η απαίτηση της ενάγουσας ήταν γεννημένη κατά τον χρόνο που ο πρώτος των εναγομένων επιχείρησε την επίδικη απαλλοτρίωση, στις 21.7.2008, με την έννοια ότι τα παραγωγικά της απαίτησης γεγονότα είχαν ήδη συντελεστεί, ήτοι είχε συναφθεί η σχετική σύμβαση πίστωσης με ανοικτό, αλληλόχρεο λογαριασμό με την ενάγουσα, στην οποία είχε συμβληθεί και ο πρώτος των εναγομένων ως εγγυητής και είχε λάβει χώρα στο πλαίσιο της σύμβασης η χορήγηση πιστώσεων, προκύπτοντας μάλιστα, από την αντιπαραβολή των έως τότε πιστοχρεώσεων η παθητική θέση της πιστούχου εταιρίας, ενώ κατά τον χρόνο της συζήτησης της ένδικης αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (17.1.2019) η απαίτηση της ενάγουσας είχε επιπλέον καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η απαλλοτρίωση έγινε από τον πρώτο εναγόμενο με σκοπό την απόκτηση περιουσιακής και οικογενειακής αυτοτέλειας από τη δεύτερη και την τρίτη των εναγομένων, οι οποίες κατά το χρόνο της κατάρτισης του συμβολαίου, σε ηλικία 30 και 25 ετών αντίστοιχα, έχοντας πραγματοποιήσει σπουδές και ανεύρει εργασία, έχρηζαν αρωγής και συνδρομής από τους γονείς τους για την επίτευξη κατά το δυνατόν μεγαλύτερης οικονομικής ανεξαρτησίας. Βέβαια, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, το γεγονός ότι η απαλλοτρίωση έγινε προς εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρέωσης δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη της ενάγουσας ούτε προτίμηση εκπλήρωσης από τον πρώτο εναγόμενο των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νομίμων, ενώ, επίσης, δεν ήταν αναγκαία η γνώση της τυχόν πρόθεσης βλάβης του πρώτου των εναγομένων από μέρους της δεύτερης και της τρίτης των εναγομένων, υπέρ των οποίων έγινε η επίδικη απαλλοτρίωση, καθόσον αυτή ήταν χαριστική. Ωστόσο, δεν προκύπτει ότι υπήρχε στον χρόνο της απαλλοτρίωσης από μέρους του πρώτου εναγομένου και πρόθεση βλάβης της ενάγουσας και συγκεκριμένα σκοπός ματαίωσης της ικανοποίησης της απαίτησής της από τη σύμβαση πίστωσης και τη σύμβαση εγγύησης. Καταρχάς, η επιλογή του συγκεκριμένου χρόνου μεταβίβασης των δύο κατοικιών της οικογένειας των εναγομένων, από τον πατέρα - πρώτο εναγόμενο στις δύο κόρες - δεύτερη και τρίτη εναγόμενες, δικαιολογείται, πέραν της προαναφερθείσας ηλικίας τους και των άλλων περιστάσεων της ζωής τους, από την πολύ πρόσφατη τότε μεταβολή στο νομοθετικό καθεστώς της φορολογίας κληρονομιών, γονικών παροχών και δωρεών με το Ν. 3634/2008 (ΦΕΚ 9/Α729.1.2008), ο οποίος οδήγησε σε μια σημαντική ελάφρυνση στον καταβλητέο (και) για τις γονικές παροχές φόρο. Η πιστούχος, άλλωστε, παρέμενε στον χρόνο της απαλλοτρίωσης μια κερδοφόρα επιχείρηση, που εξυπηρετούσε τα δάνεια και τις πιστώσεις που είχε λάβει, μεταξύ των οποίων και ένα ομολογιακό δάνειο ύψους 2.500.000 ευρώ που είχε εκδοθεί τον Ιούνιο του προηγούμενου έτους (2007) κατόπιν σχετικής συμφωνίας της με την τράπεζα «…….…..», με εμπράγματη εξασφάλισή της σε ιδιόκτητο ακίνητο της πιστούχου, στον ……….. Αττικής, εμπορικής αξίας τότε άνω των 4.000.000 ευρώ. Η ένδικη σύμβαση πίστωσης εξυπηρετούνταν και αυτή ομαλά, η δε ενάγουσα συνέχισε και μετά την επίδικη απαλλοτρίωση, επί 1½ και πλέον έτος, να χρηματοδοτεί στο πλαίσιο της σύμβασης την πιστούχο, κάνοντας δεκτές τις εξασφαλίσεις που της παρείχε εκείνη με την ενεχυρίαση επιταγών πελατείας της, ενώ εννιά μήνες μόλις πριν την επίδικη απαλλοτρίωση συμφωνήθηκε μεταξύ της ενάγουσας και της πιστούχου αύξηση του ποσού της πίστωσης κατά 300.000 ευρώ, όπως προαναφέρθηκε (υπό στοιχείο V.δ.). Εύλογη, επομένως, πρέπει να θεωρηθεί η δημιουργία πεποίθησης στον πρώτο των εναγόμενων στον χρόνο της επίδικης απαλλοτρίωσης ότι η τελευταία δεν έθετε σε κίνδυνο την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας. Εξάλλου, η συμπεριφορά της ενάγουσας καταδεικνύει ότι και η ίδια θεωρούσε την ένδικη απαίτησή της εξασφαλισμένη, ενώ ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στο γεγονός ότι, σύμφωνα με όσα αναλυτικά παραπάνω αναφέρθηκαν (υπό στοιχείο V.δ.), η πιστούχος εξακολούθησε και μετά την απαλλοτρίωση να αποδίδει μεγάλα χρηματικά ποσά στον λογαριασμό που τηρούνταν προς εξυπηρέτηση της πίστωσης, που μάλιστα ξεπέρασαν σε ύψος το χρεωστικό υπόλοιπο το οποίο εμφάνιζε ο λογαριασμός στον χρόνο της απαλλοτρίωσης (ακόμη και συνυπολογίζοντας τις 200.000 ευρώ που είχαν μεταφερθεί στον υπ’αριθ. …………73 δανειακό λογαριασμό), το οποίο (χρεωστικό υπόλοιπο) ήταν σημαντικά μειωμένο και κατά τον χρόνο της καταγγελίας, γεγονός που δεν συνάδει λογικά με πρόθεση καταδολίευσης από μέρους του εγγυητή και διευθύνοντος συμβούλου της πιστούχου εταιρίας κατά τον χρόνο που έγινε η απαλλοτρίωση. Συνεπώς, εφόσον δεν αποδεικνύεται η συνδρομή όλων των κατά το νόμο προϋποθέσεων για τη διάρρηξη της επίδικης απαλλοτρίωσης και ειδικότερα ότι κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης ο πρώτος εναγόμενος είχε πρόθεση βλάβης της ενάγουσας, η κρινόμενη αγωγή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη.

VII. Κατόπιν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, κρίνοντας ότι συντρέχει νόμιμη περίπτωση να διαρρηχθεί η επίδικη μεταβιβαστική πράξη ως καταδολιευτική, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού πρώτου λόγου της έφεσης, να γίνει αυτή δεκτή κατ' ουσίαν, απορριπτομένης της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση. Επισημαίνεται δε ότι παρέλκει η έρευνα του τελευταίου λόγου της έφεσης που αφορά στα δικαστικά έξοδα, αφού με την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης εξαφανίζεται και η διάταξη αυτής για τα δικαστικά έξοδα (ΑΠ 3/2015 τνπ ΔΣΑ). Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικαστεί η αγωγή (άρθρ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει αυτή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της έφεσης στους εκκαλούντες (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ επειδή η παρούσα απόφαση διατηρεί το χαρακτήρα της ως ερήμην όσον αφορά την απολειπόμενη δεύτερη εφεσίβλητη, έστω και αν η τελευταία δικάστηκε σαν να ήταν παρούσα ως αντιπροσωπευόμενη από την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα υπέρ της και αναγκαία ομόδικό της, πρέπει να οριστεί ως προς τη δεύτερη εφεσίβλητη το νόμιμο παράβολο ερημοδικίας (άρθρ. 501, 502 παρ. 1, 505 παρ. 2 ΚΠολΔ, ΕφΛαρ 119/2019 τνπ ΔΣΑ, ΕφΑΘ 3805/2012 τνπ ΔΣΑ). Τέλος, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των εκκαλούντων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας στις εφεσίβλητες και την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176,180,182 παρ. 3,183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ και 63 παρ. 2 ΚωδΔικ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την έφεση και την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, ερήμην της δεύτερης εφεσίβλητης/υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

Ορίζει το παράβολο ερημοδικίας ως προς τη δεύτερη εφεσίβλητη στο ποσό των τριακοσίων τριακοσίων (300) ευρώ.

Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση.

Διατάσσει να επιστραφεί το παράβολο της έφεσης στους εκκαλούντες. Εξαφανίζει την υπ' αριθ. 3766/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τακτικής διαδικασίας).

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την αγωγή.

Απορρίπτει την αγωγή

Απορρίπτει την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.

Καταδικάζει τις εφεσίβλητες («ΤΡΑΠΕΖΑ ……. ΛΤΔ» και «ΤΡΑΠΕΖΑ ……. Α.Ε.») και την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα «……………..» στα δικαστικά έξοδα των εκκαλούντων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στις 17.6.2021 στην Αθήνα και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στις 15.7.2021, στον ίδιο τόπο, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                                                     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ»


Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News