Δικηγορικό Γραφείο

Άκρως εμπεριστατωμένη και πλήρως αιτιολογημένη απόφαση του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία κρίθηκε ότι το εργατικό ατύχημα θα είχε αποφευχθεί με την παρουσία εκπροσώπου της εργοδότριας εταιρείας στο χώρο εργασιών ώστε να επιβλέπει τους εργαζόμενους κατά τη διάρκειά τους και να δίνει τις απαραίτητες οδηγίες ασφαλούς εκτέλεσης των εργασιών. Γι΄ αυτόν, δε, το λόγο επιδίκασε αποζημίωση ύψους 21.000 ευρώ, την οποία κήρυξε εξ ολοκλήρου προσωρινά εκτελεστή, λαμβάνοντας υπ’ όψιν την ταλαιπωρία και τον πόνο που δοκίμασε ο παθών αλλά κυρίως την οικονομική και κοινωνική θέση των διαδίκων μερών.  

Την υπόθεση χειρίστηκε η συνεργάτις του γραφείου μας, Γιαννοπούλου Κωνσταντίνα Πηνελόπη.

Ακολουθεί το κείμενο της απόφασης:

«ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ [ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ] ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός Απόφασης: 305/2020

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Θεοδώρα Καρατσικάκη, Πρωτόδικη, την οποία όρισε ο Προϊστάμενος του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών και τη Γραμματέα Μαρία Βασδέκη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 12 Δεκεμβρίου 2018, προκειμένου να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του ενάγοντος: …………. του …………. και της …………., κατοίκου Δήμου …………., οδός …………. αρ. …………., με ΑΦΜ …………., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας του δικηγόρου Κωνσταντίνας Πηνελόπης Γιαννοπούλου.

Των εναγόμενων : 1. Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………….Α.Ε.» και τον διακριτικό τίτλο «………….», που εδρεύει στο Δήμο …………., λεωφ. …………. αρ. …………. με ΑΦΜ …………., ΔΟΥ …………., νομίμως εκπροσωπούμενης, ως εργοδότριας εταιρίας και εργολάβου.

  1. 2. Του ………….του …………., νομίμου εκπροσώπου Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της πρώτης εναγομένης κατά το χρόνο του επίδικου ατυχήματος, κατοίκου ομοίως ως άνω, …………. με ΑΦΜ ………….,
  2. 3. Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………………..Α.Ε», που εδρεύει στην …………., Λεωφ. …………., αρ. …………., με ΑΦΜ ………….,

νομίμως εκπροσωπούμενης, ως καθολικής διαδόχου κατόπιν συγχωνεύσεως δια απορροφήσεως της εταιρείας με την επωνυμία «………….» και κυρίας του έργου,

  1. 4. Του ………….του …………. , νομίμου εκπροσώπου [εντεταλμένου Συμβούλου και

Γενικού Διευθυντή της τρίτης εναγομένης εταιρείας, κατοίκου …………., οδός …………. αρ. …………., με ΑΦΜ …………., και

  1. 5. Του ………….του …………., νομίμου εκπροσώπου [εντεταλμένου Συμβούλου και Γενικού Διευθυντή της τρίτης εναγόμενης εταιρείας , κατοίκου …………., οδός …………. αρ. …………. με ΑΦΜ …………., εκ των οποίων η πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο …………. με ΑΜ ΔΣΑ …………., ο δεύτερος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου του δικηγόρου …………., και οι τρίτη, τέταρτος και πέμπτος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο ………….με ΑΜ ΔΣΑ …………..

Ο ενάγων ζήτησε να γίνει δεκτή η από …./…./2018 αγωγή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με γενικό αριθμό κατάθεσης …………./2018 και αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …………./2018, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο με αριθμό …………..

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν στο ακροατήριο και ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΊΉ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την έννοια του άρθρου 1 του α.ν. 551/1915 «περί ευθύνης προς αποζημίωση των εξ ατυχήματος εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων», όμως αυτός κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24.7/25.8.1920 (και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 38 εδ. α’ ΈισΝΑΚ), ως ατύχημα από βίαιο συμβάν που επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή με αφορμή αυτή σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή των επιχειρήσεων των αναφερόμενων στο άρθρο 2 του αυτού β.δ/τος, θεωρείται κάθε βλάβη του σώματος ή της υγείας η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, μη αναγόμενου αποκλειστικώς σε οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος, το οποίο και δε συνέβαινε αν δεν υπήρχε η σχέση παροχής των υπηρεσιών και η υπό διακεκριμένες περιστάσεις προσφορά τους (ΟλΑΠ 1287/1986 ΕΕργΔ 46,73, ΑΠ 1616/2003 ΕΕργΔ 2004,623, All 275/1991 ΕΕργΔ 52,163). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 299, 914, 932 ΑΚ, 1 και 16 του α.ν. 551/1915, προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Τέτοια αδικοπραξία μπορεί να υπάρχει όχι μόνο στην περίπτωση που συντρέχει η ειδική αμέλεια του ανωτέρω άρθρου 16 παρ. 1 του α.ν. 551/1915, αλλά και όταν το ατύχημα οφείλεται στη μη τήρηση όρων, οι οποίοι επιβάλλονται από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιας του εργοδότη και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια και οι οποίοι δεν προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου (AΠ 324/2010 ΤρΝομΠλ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 7/2006 Αρμ 2006,266, ΕφΘεσ 2267/2003 Αρμ 2003,1292). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951 «περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων» σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 16 παρ. 1 και 3 του Ν. 551/1914, όπως κωδικό ποιήθηκαν με το από 24-7/25.8.1920 Β.Δ., συνάγεται ότι, όταν ο παθών από ατύχημα, που έγινε από βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή εξ αφορμής αυτής, υπάγεται στην ασφάλιση του 1ΚΑ, τότε ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση του παθόντος, δηλαδή απαλλάσσεται τόσο από την κατά το κοινό δίκαιο υποχρέωση για αποζημίωση, όσο και από την προβλεπόμενη από το Ν. 551/1914 ειδική αποζημίωση και μόνο, αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή των από αυτόν προστηθέντων, υποχρεούται να καταβάλει στον παθόντα την από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 προβλεπόμενη διαφορά μεταξύ του ποσού της κατά το κοινό δίκαιο αποζημιώσεως και του ολικού ποσού των χορηγουμένων από το ΙΚΑ παροχών. Η παραπάνω απαλλαγή καλύπτει και την περίπτωση της ειδικής αμελείας, κατά την οποία το ατύχημα έγινε γιατί δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων ή διαταγμάτων ή κανονισμών περί των όρων ασφαλείας (ΑΠ 1438/2004 Νόμος, ΟλΑΠ 1267/1976, ΕΑ 2406/2004, Δ/νη 45.1074). Διατηρεί όμως ο παθών, και σε περίπτωση Θανάτου του τα μέλη της οικογένειας του, αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή λόγω ψυχικής οδύνης, η οποία κρίνεται πάντοτε κατά το κοινό δίκαιο (άρθρα 914, 922, 932 ΑΚ) σε τρόπο ώστε για τη θεμελίωση της αξιώσεως αυτής να μη απαιτείται το ειδικό πταίσμα της μη τηρήσεως των επιβαλλόμενων όρων ασφαλείας, αλλά να αρκεί το κατά το κοινό δίκαιο πταίσμα του εργοδότη η του προστηθέντος από αυτόν. Ως αδικοπραξία δε, που είναι προϋπόθεση επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως, νοείται η παράνομη πράξη που δημιουργεί υποχρέωση αποζημιώσεως,(ΑΠ 1438/2004 Νόμος, ΑΠ 1102/2003, ΑΠ 106/2003 Δ/νη 2003.971,ΑΤΙ 15/2002 ,ΑΠ 1132/1997 Δ/νιη 40, 621, ΑΠ 166/1996 Δ/νη 37, 1343, ΟλΑΠ 26/1995 Δ/νη 37. 38, Ολ. ΑΠ 1117/1986, ΕΔωδ 38/2004 Νόμος, ΕΑ 2406/2004 Δ/νη 45.1074, ΕΑ 486/2004 Δ/νη 45.872, ΕΑ 4584/20043 Δ/νη 45.873, ΕΑ 3884/2002 Δ/νη 44.546, ΕΑ 590/2002 Δ/νη 2002.1713, ΕΑ 3884/2002 Δ/νη 2003.546, ΕΑ 9160/2001 Δ/νη 44.546,). Από τις αυτές διατάξεις συνάγεται περαιτέρω ότι η ως άνω απαλλαγή αφορά όχι μόνο την περίπτωση που το ατύχημα προκλήθηκε από ενέργεια ή παράλειψη του εργοδότη ή του παθόντα αλλά και όταν τούτο προκλήθηκε από ενέργεια ή παράλειψη του προσώπου που προστήθηκε από τον εργοδότη, καλύπτει δε (η απαλλαγή) και την περίπτωση της αμέλειας, όταν το ατύχημα έγινε, γιατί δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών περί των όρων ασφάλειας, και ισχύει και για τον προστηθέντα από τον εργοδότη. Ο ασφαλισμένος στο ΪΚΑ παθών δικαιούται στις ως άνω (εκτός δόλου) περιπτώσεις μόνον των υπό του ΙΚΑ. χορηγουμένων παροχών. Διατηρεί, όμως, ο παθών αυτός την αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή, σε περίπτωση θανάτου του, οι κατά νόμο δικαιούμενοι λόγω ψυχικής οδύνης κατά του εργοδότου και των προστηθέντων από τον εργοδότη, όταν το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα τούτων (δηλ. και σε αμέλεια (αρθρ. 299, 288, 662, 914, 922, 432 ΑΚ.), διότι η ως άνω απαλλαγή αυτών από κάθε υποχρέωση για «αποζημίωση», δηλ. για αξίωση εντελώς περιουσιακού χαρακτήρα δεν καλύπτει και την μη περιλαμβανομένη σ' αυτήν ως άνω αξίωση για χρηματική ικανοποίηση, αφού ουδεμία παροχή χορηγούμενη από το ΙΚΑ. μπορεί να δικαιολογήσει τον αποκλεισμό της εν λόγω διαφορετικής φύσεως αξιώσεως, η επιδίκαση ή μη της οποίας εξαρτάται από την εύλογη κρίση του Δικαστηρίου (ΕΔωδ 38/2004 ο.π., ΟλΑΠ 1117/1986 Δ/νη 28.112, ΝοΒ 35, 821, All 1417/1994 Δ/νη 34, 52, ΑΠ 1029/1993 ΕΕΔ 54,325, ΑΠ 434/ 1992 Δ/νη 35,1327, ΑΠ 1417/1991 Δ/νη 34.52, ΕΑ 2406/2004 ο.π., ΕφΠειρ. 100/1997 Δ/νη 38,648, ΕΘ 1425/1995 Δ/νη 39,440).

Περαιτέρω, για την κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ πληρότητα της αγωγής με την οποία ζητείται η καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από εργατικό ατύχημα, πρέπει να εκτίθεται η ύπαρξη εργασιακής σχέσεως μεταξύ του παθόντος και του υποχρέου, η βλάβη του σώματος ή της υγείας του εργαζομένου, η επέλευση του ατυχήματος κατά την εκτέλεση της εργασίας η εξ αφορμής αυτής, η απόδοση του ατυχήματος σε πταίσμα, δηλαδή οποιαδήποτε μορφής αμέλεια του εργοδότη ή των προσώπων που αυτός έχει προστήσει στην υπηρεσία του και στη περίπτωση της ειδικής αμέλειας ή μη τήρηση των ειδικών διατάξεων των ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, αναφερομένων των συγκεκριμένων μέτρων, μέσων και τρόπων προς επίτευξη της ασφάλειας των εργαζομένων και ότι το ατύχημα δεν θα συνέβαινε χωρίς την εργασία και τις περιστάσεις εκτελέσεώς της (ΑΠ 106/2003 Λ/νη 2003.971,ΕΛ 486/2004 Δ/νη 45.872).Τέλος το συντρέχον πταίσμα του παθόντος ως άνω(άρθρο 300ΑΚ), λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε περίπτωση για τον καθορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης (ΕΑ 486/2004 ο.π.) Για τον καθορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης, το συντρέχον πταίσμα εκ του άρθρου 300 Α.Κ. πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το ουσιαστικό δικαστήριο, ανεξάρτητα από τη συνδρομή της παραπάνω διάταξης ( ΕΘ 1478/2002 Αρμ. 2003, 68, ΑΠ 1183/1998 ΔΕΝ 95, 418, ΑΠ 1152/1994 ΕΕργΔ 55, 33). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 34 § 2 και 60 § 3 του ΑΝ 1846/1951 «περί κοινωνικών ασφαλίσεων» σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 16 §§ 1 και 3 του Ν. 551/1915 όπως αυτές κωδικοποιήθηκαν με το από 24.7/25.8.1920 Β.Δ. «περί κωδικοποιήσεως των νόμων περί ευθύνης προς αποζημίωση των εξ ατυχήματος εν τη υπηρεσία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων» συνάγεται, ότι όταν ο παθών από εργατικό ατύχημα που έγινε ύστερα από βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή με αφορμή αυτή υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, δηλαδή έπαθε στον τόπο της εργασίας του που βρίσκεται μέσα σε ασφαλιστική περιοχή του ΙΚΑ, τότε ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση του παθόντος αυτού. Δηλαδή απαλλάσσεται τόσο από την ευθύνη για αποζημίωση του σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινού αστικού δικαίου, όσο και από την προβλεπόμενη κατά τις διατάξεις του νόμου 551/1914 ειδική αποζημίωση. Μόνο αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή του προσώπου που προστήθηκε από αυτόν, υποχρεούται αυτός να καταβάλει στον παθόντα την από το παραπάνω άρθρο 34 § 2 του α.ν. 1846/1951 προβλεπόμενη διαφορά μεταξύ του ποσού της σύμφωνα με το κοινό δίκαιο οφειλόμενης αποζημίωσης και του ολικού ποσού των παροχών που, λόγω του ατυχήματος, χορηγεί στον παθόντα το ΙΚΑ. Η απαλλαγή αυτή καλύπτει και την περίπτωση της ειδικής αμέλειας, δηλαδή την περίπτωση κατά την οποία το ατύχημα οφείλεται στο ότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών περί των όρων ασφαλείας. Διατηρεί όμως ο παθών την αξίωση του για χρηματική ικανοποίηση λόγο ηθικής βλάβης ή επί θανατώσεως προσώπου η οικογένεια του θύματος την αξίωση νια χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης κατά του εργοδότη όταν το ατύχημα οφείλεται οε πταίσμα αυτού, γιατί η απαλλαγή του (εργοδότη) από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση, ήτοι για αξίωση εντελώς περιουσιακού χαρακτήρα καλύπτει και την αξίωση για χρηματική ικανοποίηση, αφού καμία παροχή χορηγούμενη από το 1ΚΑ δεν μπορεί να δικαιολογηθεί τον αποκλεισμό αυτής της διαφορετικής φύσεως μη περιουσιακής αξιώσεως, η επιδίκαση ή μη της οποίας εξαρτάται αϊτό την εύλογη κρίση του Δικαστηρίου, το οποίο, για τον καθορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης, λαμβάνει υπόψη και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος (ΟλΑΠ 1117/1986 ΕλΔνη 1987. 112, ΑΠ 106/2003 ΕλΔνη 44.970, All 596/2001 ΕλΔνη 43. 1402, ΕφΑΘ 48672004 ΕλΔνη 45. 873, Εφ Α θ 4584/2003 ΕλΔνη 45. 873), καθώς και την αξίωση του άρθρου 931 ΑΚ σε περίπτωση που συνεπεία του ατυχήματος έχει υποστεί αναπηρία ή παραμόρφωση που επιδρά στο μέλλον του( ΑΠ 18/2008, 786/2008, ΕΕΔ 2008/σελ. 176). Περαιτέρω από τις ίδιες ως άνω διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951 "περί κοινωνικών ασφαλίσεων" συνδυαζόμενες και με αυτές του νόμου 551/1914 (που προεκτέθηκαν) συνάγεται ότι όταν ο παθών υπάγεται στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α., δηλαδή έπαθε εργατικό ατύχημα στον τόπο της εργασίας του που βρίσκεται μέσα σε ασφαλιστική περιοχή του Ι.Κ.Α., οπότε θεωρείται αυτοδικαίως ασφαλισμένος σ' αυτό (ήδη η ασφάλιση του Ι.Κ.Α. επεκτάθηκε σε όλη τη χώρα με το άρθρο 3 του ν.1305/1982 - ΑΠ 434/1992 ΕΕργΔ 53.279 και ΕλλΔνη 35.1327), τότε ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση του παθόντος αυτού, ήτοι τόσο της κατά το κοινό δίκαιο ευθύνης για αποζημίωση, όσο και της προβλεπόμενης από το ν, 551/1915 ειδικής αποζημιώσεως, και μόνον αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο αυτού (εργοδότη) ή του προσώπου που προστήθηκε από αυτόν υποχρεούται αυτός να καταβάλει στον παθόντα την από το ως άνω άρθρο 34 παρ, 2 προβλεπόμενη "διαφορά" μεταξύ του ποσού της κατά το κοινό δίκαιο αποζημιώσεως και του ολικού ποσού των υπό του Ι.Κ.Α, χορηγουμένων σ' αυτόν παροχών. Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται περαιτέρω ότι η ως άνω απαλλαγή αφορά όχι μόνο την περίπτωση που το ατύχημα προκλήθηκε από ενέργεια ή παράλειψη του εργοδότη ή του παθόντος, αλλά και όταν τούτο προκλήθηκε από ενέργεια ή παράλειψη του προσώπου που προστήθηκε από τον εργοδότη. Καλύπτει δε η απαλλαγή αυτή και την περίπτωση της ειδικής αμέλειας, κατά την οποία το ατύχημα έγινε γιατί δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονιστικών όρων ασφαλείας. Η αυτή απαλλαγή ισχύει και για το πρόσωπο που προστήθηκε από τον εργοδότη (Ολ. ΑΠ 1267/1976 ΔΕΝ 1977. 310). Έτσι ο υπαγόμενος στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α. παθών, δικαιούται στις ως άνω (εκτός δόλου) περιπτώσεις, μόνο των υπό του ΙΚΑ χορηγουμένων παροχών. Διατηρεί όμως ο παθών αυτός την αξίωσή του για “χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης" κατά του εργοδότου και του προσώπου που προστήθηκε από αυτόν, όταν το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα τούτων, διότι η ως άνω απαλλαγή αυτών από κάθε υποχρέωση για "αποζημίωση", ήτοι για αξίωση εντελώς περιουσιακού χαρακτήρα, δεν καλύπτει και τη μη περιλαμβανόμενη σε αυτή ως άνω αξίωση για χρηματική ικανοποίηση, αφού καμιά παροχή χορηγούμενη από το Ι.Κ.Α. δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον αποκλεισμό της εν λόγω, διαφορετικής φύσεως, αξιώσεως, η επιδίκαση ή μη της οποίας, εξαρτάται από την εύλογη κρίση του δικαστηρίου. Διατηρεί επίσης ο αυτός παθών το δικαίωμα αποζημιώσεως εναντίον κάθε "τρίτου" υπαιτίου του εργατικού ατυχήματος προσώπου, εφόσον το πρόσωπο αυτό είναι "διάφορο του κατά το νόμο τούτο (551/1914) υποχρέου προς αποζημίωση", δηλαδή πρόσωπο άλλο από τον εργοδότη, τους προστηθέντες από αυτόν και εργαζομένους στην επιχείρηση εργατοϋπαλλήλους (ΟλΑΠ 1117/1986 ΕλλΔνη 28.112, AΠ 434/1992 Ο.Π., Εφ. Θεσ. 1396/1993 ΕΕργΔ 53.761 και Αρμ. ΜΗ 60, Εφ.Πειρ. 810/1993 ΕλλΔνη 35. 1706, Εφ.ΑΘ. 6064/1990 ΕλλΔνη 32.571). Έτσι, κατά την διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 32 τμ. Α' του ν. 1568/1985, ο εργοδότης έχει υποχρέωση να λαμβάνει κάθε μέτρο που απαιτείται, ώστε να εξασφαλίζονται οι εργαζόμενοι από κάθε κίνδυνο που μπορεί να απειλήσει την υγεία ή την σωματική τους ακεραιότητα, ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του ΠΔ 17/18-1-1995, η οποία προβλέπει μέτρα για την Βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία, σε συμμόρφωση με τις οδηγίες 89/391/ΕΟΚ και 91/383/ΕΟΚ, ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και την ασφάλεια των τρίτων. Σε περίπτωση πάντως που ο παθών από εργατικό ατύχημα υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, ο εργοδότης, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρ. 34 § 2 και 60 § 3 του α.ν. 1846/1951 "περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων", σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρ. 16 §§ 1 και 3 του ν. 551/1915, απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση αποζημίωσης του παθόντος, είτε αυτή είναι η κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωση, είτε πρόκειται για την ειδική αποζημίωση του ν. 551/1915, και μόνον αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων υποχρεούται αυτός να καταβάλει στον παθόντα τη διαφορά μεταξύ της οφειλόμενης κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωσης και του ολικού ποσού των χορηγούμενων σ' αυτόν από το ΙΚΑ παροχών. Η ως άνω απαλλαγή αφορά όχι μόνο την περίπτωση που το ατύχημα προκλήθηκε από ενέργεια ή παράλειψη του εργοδότη ή του παθόντος, αλλά και όταν αυτό προκλήθηκε από ενέργεια ή παράλειψη των προσώπων που προστήθηκαν από τον εργοδότη, τα οποία επίσης καλύπτονται από την απαλλαγή, ενώ καλύπτεται και η περίπτωση της ειδικής αμέλειας, που αφορά, κατά τα προεκτεθέντα, την παράβαση ειδικών διατάξεων για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων. Σε όλες όμως τις περιπτώσεις ο παθών από εργατικό ατύχημα, ασφαλισμένος ή όχι στο ΙΚΑ, και αναλόγως τα μέλη της οικογένειας του, διατηρούν κατά του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων τις αξιώσεις τους για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, εφόσον το ατύχημα οφείλεται οε πταίσμα τους, που συνιστά εν προκειμένω και η αμέλεια ως προς την τήρηση των προβλεπομένων από γενικές ή ειδικές διατάξεις όρων ασφάλειας των εργαζομένων και όχι μόνον η ως άνω ειδική αμέλεια (ΑΠ 412/2008), αφού η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης τους κατά τα άρθρ. 299 και 932 ΑΚ είναι διαφορετικής φύσης και δεν καλύπτεται από την απαλλαγή τους από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση ή από την ειδική αποζημίωση κατά το ν. 551/1915, που αφορούν αξιώσεις καθαρά περιουσιακού χαρακτήρα. Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 10 παρ. 5 του ΝΔ 4104/1960, 18 Ν 4476/1965 και 18 Ν 1654/1986 προκύπτει ότι, εφόσον ο ασφαλισμένος, δικαιούται να αξιώσει από άλλον αποζημίωση για τη ζημία που του έγινε συνεπεία ασθένειας ή αναπηρίας, η αξίωση αυτή μεταβιβάζεται αυτοδικαίως στο ΙΚΑ από τότε που γεννήθηκε σε ποσό αντίστοιχο των ασφαλιστικών εισφορών, τις οποίες το ΙΚΑ οφείλει στον ασφαλισμένο του (παθόντα από το ατύχημα). Το ΙΚΑ για τις παροχές στον ασφαλισμένο του παθόντα, έχει απευθείας αξίωση από το νόμο κατά του υποχρέου σε αποζημίωση, υποκαθιστάμενο αυτοδικαίως κατά το ποσό των οφειλομένων στο ζημιωθέντα ασφαλιστικών παροχών στην αξίωσή του κατά του υποχρέου, ο δε παθών δεν νομιμοποιείται να ζητήσει από τον τελευταίο και τα κονδύλια που κατέβαλε ή οφείλει ο' αυτόν (παθόντα) το ΙΚΑ από τη σχέση κοινωνικής ασφάλισης που τους συνδέει, διότι ως προς αυτά δεν είναι πλέον δικαιούχος. Έτσι, αν ο ασφαλισμένος στο ΙΚΑ παθών ασκήσει κατά του ασφαλιστή αγωγή αποζημίωσης στην οποία αντιστοιχεί κάποια παροχή του ΙΚΑ, η αγωγή αυτή είναι ενεργητικά ανομιμοποίητη (ΑΠ 70/2005, ΑΠ 550/2004, AΠ 1656/2002). Έτσι, ούτε τα ζημιωθέντα πρόσωπα ούτε το ΙΚΑ, ως υποκατάστατο τούτων, κατά το άρθρ. 18 του ν. 1659/1986, δικαιούνται να ζητήσουν αποζημίωση για τη ζημία αυτή από τον εργοδότη και τον προστηθέντα οδηγό. Δικαιούνται όμως να στραφούν κατά τον ασφαλιστή του ζημιογόνου αυτοκινήτου, διότι κατ' αυτού έχουν ιδία αξίωση από τη σύμβαση ασφαλίσεως, κατά το άρθρ. 10 περ. 1 του ν. 489/1976, η οποία όμως αξίωση είναι κύρια - ευθεία και όχι επικουρική. Η αξίωση αυτή διατηρείται, παρά την ως άνω απαλλαγή του εργοδότη και του προστηθέντος (των οποίων την προς αποζημίωση των παθόντων υποχρέωση αναλαμβάνει το ΙΚΑ Βάσει των διατάξεων των άρθρων 34 παρ. 1 και 60 παρ. 3 του Ν. 1846/1951 και άρθρου 18 του Ν. 1659/1986), διότι η εν λόγω απαλλαγή ισχύει μόνον για τους τελευταίους στα πλαίσια των σχέσεών τους με τον παθόντα εργαζόμενο και όχι και για τον ασφαλιστή, ο οποίος εξακολουθεί ευθυνόμενος από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι του ποσού αυτής για την κάλυψη της αστικής ευθύνης των κατά το άρθρον 6 παρ. 1 του Ν. 489/76 μνημονευόμενων προσώπων (ήτοι του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση υπευθύνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου).

Ωστόσο, για να λειτουργήσει το σύστημα της αυτοδίκαιης μεταβίβασης στο ΙΚΑ της αξίωσης αποζημίωσης του παθόντος ή των δικαιοδόχων του κατά του ζημιώσαντος τρίτου, πρέπει να συντρέχει ποιοτική και ποσοτική αντιστοιχία μεταξύ των παροχών του ΙΚΑ προς τον ασφαλισμένο ή τα μέλη της οικογένειας του και των αξιώσεων αποζημίωσης του παθόντος ή των δικαιοδόχων του κατά του υπόχρεου τρίτου. Η αντιστοιχία αυτή συντρέχει όταν αμφότερες οι παροχές είναι ομοειδείς και υπηρετούν τον ίδιο σκοπό, ήτοι όταν τελούν μεταξύ τους από χρονική και ποιοτική άποψη σε μία εσωτερική συνάφεια (All 793/2010 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1274/2009 ΧρΙΔ 2010.290, ΑΠ 70/2005 ΕλλΔ-νη 2005.1417). Εφόσον συντρέξουν οι προϋποθέσεις αυτές, επέρχεται η μεταβίβαση της απαίτησης στο Ι.Κ.Α. και δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 930 § 3 ΑΚ στην οποία στηρίζεται η σωρευτική απόληψη της σύνταξης/επιδότησης και της αποζημίωσης κατά το άρθρο 928 ή 929 ΑΚ που ισχύει για τους λοιπούς πλην του Ι.Κ.Α. ασφαλιστικούς οργανισμούς (βλ. ΑΠ 70/2005 ό.π.). Σκοπός της παραπάνω ρύθμισης είναι κυρίως, η παρεμπόδιση μιας διπλής ουσιαστικά αποζημίωσης του θύματος της αδικοπραξίας ή, σε περίπτωση θανάτου, των δικαιούχων διατροφής. Εφόσον συνεπώς συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των παραπάνω νόμων, περιορίζεται αντίστοιχα, η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 930 § 3 ΑΚ αναφορικά με το δικαίωμα του ζημιωθέντα να απαιτήσει, αθροιστικά, την αποζημίωση από τον υπόχρεο και την ασφαλιστική παροχή από το ΙΚΑ (ΑΠ 803/2004 ΕλλΔνη 2004.1362). Ειδικότερα, οι παραπάνω προϋποθέσεις συντρέχουν και υφίσταται τέτοια αντιστοιχία π.χ. μεταξύ της χρηματικής επιδότησης που χορηγεί το Ι.Κ.Α. στον παθόντα για το διάστημα της ανικανότητας του για εργασία και της κατ' άρθρο 929 ΑΚ αξίωσης του παθόντος για διαφυγόντα εισοδήματα για την αυτί] χρονική περίοδο. Σε μια τέτοια περίπτωση, η χρηματική επιδότηση συνήθως υπολείπεται των διαφυγόντων εισοδημάτων του παθόντος, οπότε κατά το ποσό της επιδότησης που εισπράχθηκε η αξίωση αποζημίωσης μεταβιβάζεται στο Ι.Κ.Α., ενώ κατά το υπόλοιπο ποσό η αξίωση αποζημίωσης διατηρείται στο πρόσωπο του παθόντος. Αντίθετα, δεν υπάρχει τέτοια σχέση αντιστοιχίας αναφορικά με την αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, δεδομένου ότι το Ι.Κ.Α. δεν παρέχει σε καμία περίπτωση τέτοια χρηματική ικανοποίηση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 481 ΑΚ "Οφειλή εις ολόκληρον υπάρχει, όταν, σε περίπτωση περισσοτέρων οφειλετών της ίδιας παροχής, καθένας απ' αυτούς έχει την υποχρέωση να την καταβάλει ολόκληρη, ο δανειστής όμως έχει το δικαίωμα να την απαιτήσει μόνο μία φορά", κατά το άρθρο 482 εδ. α' ΑΚ "Σε περίπτωση οφειλής εις ολόκληρον, ο δανειστής έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή κατά την προτίμησή του από οποιονδήποτε συνοφειλέτη είτε ολικώς είτε μερικώς", σύμφωνα με το άρθρο 483 εδ. α ΑΚ "Η καταβολή που έγινε από έναν συνοφειλέτη απαλλάσσει και τους λοιπούς", ενώ κατά το άρθρο 926 εδ. α' ΑΚ : "Αν από κοινή πράξη περισσοτέρων προήλθε ζημία ή αν για την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, ενέχονται όλοι εις ολόκληρον". Συνεπώς, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 481, 482, 483 και 486 ΑΚ, προκύπτει ότι επί παθητικής εις ολόκληρον ενοχής όπως συμβαίνει μεταξύ περισσοτέρων ευθυνόμενων λόγω αδικοπραξίας (άρθρο 926 ΑΚ), ο δανειστής δικαιούται να απαιτήσει την παροχή που του οφείλεται από οποιονδήποτε συνοφειλέτη, ολικά ή μερικά, καθώς μέχρι την πλήρη ικανοποίηση του, υπόχρεοι παραμένουν όλοι οι συνοφειλέτες, ενώ η καταβολή που γίνεται από έναν συνοφειλέτη ή από τρίτο που καταβάλει για λογαριασμό ενός συνοφειλέτη (αρ. 317 ΑΚ), ενεργεί αντικειμενικά, απαλλάσσοντας αντίστοιχα και τους υπολοίπους συνοφειλέτες, ενώ το δεδικασμένο μεταξύ δανειστή και ενός των συνοφειλετών έχει υποκειμενική ενέργεια, αφού ούτε ωφελεί ούτε βλάπτει τους λοιπούς από αυτούς (AΠ 418/2010 Νόμος, ΑΠ 890/2005 ΕλλΛνη 2005.1116).

ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 932 ΑΚ και 1 και 16 του ως άνω ν. 551/1914, προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων από αυτούς (ΑΚ 922), με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ.1 του ν. 551/1914 (ΟλΑΠ 18/2008, ΑΠ 182/2015, ΑΠ 937/2011, ΑΠ 814/2011, ΑΠ 260/2011). Ειδικότερα, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 922 ΑΚ, για να υπάρχει σχέση προστήσεως θα πρέπει να υπάρχει εξάρτηση, έστω και χαλαρή, ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα, ώστε ο πρώτος να μπορεί  να δίνει στο δεύτερο εντολές ή οδηγίες και να τον ελέγχει ή επιβλέπει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανέθεσε. Από τα άρθρα 681, 688-691 και 698 ΑΚ προκύπτει ότι ο εργολάβος δεν θεωρείται, καταρχήν, προστηθείς του εργοδότη, όταν όμως ο εργοδότης επιφύλαξε για τον εαυτό του, ρητώς ή σιωπηρώς, τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου και, μάλιστα, το δικαίωμα παροχής οδηγών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως προς τον εργοδότη (ΑΤΙ 182/2015, ΑΠ 876/2014, ΑΠ 934/2013, Α1Ί 1168/2007). Εξάλλου, πταίσμα, κατά τις γενικές διατάξεις θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων του άρθρου 662 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι ο εργοδότης οφείλει να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την εργασία και με το χώρο της, καθώς και τα σχετικά με τη διαμονή, τις εγκαταστάσεις και τα μηχανήματα ή εργαλεία, έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου, καθόσον η παράβαση και μόνο της διάταξης αυτής και της με αυτήν καθιερούμενης γενικής υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη, που έχει ως συνέπεια τη βλάβη του σώματος ή της υγείας του εργαζομένου συνιστώ, με την προϋπόθεση ότι οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη κλπ αδικοπραξία (ΑΠ 182/2015, ΑΠ 1116/2011, ΑΠ 127/2011). Περαιτέρω, από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 914, 922, 932, 681-691 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 68 και 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, προκειμένου περί αγωγής για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, στρεφόμενης κατά του υπαιτίου του εργατικού ατυχήματος , ως και κατ' εκείνου, ο οποίος με σύμβαση μισθώσεως έργου ανέθεσε στον υπαίτιο την εκτέλεση του έργου, όπου συνέβη το ατύχημα, πρέπει για τη θεμελίωσή της να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά της διευθύνσεως και επιβλέψεως του έργου από τον εργοδότη, τα οποία θεμελιώνουν την επικαλούμενη ιδιότητα του τελευταίου, ως προστήσαντος τον υπαίτιο εργολάβο (AΠ 876/2014, AΠ 52/2010, ΑΠ374/2018 α’δημοσίευση στην τνπ ΝΟΜΟΣ).

ΙΙα. Επειδή, κατά το άρθρο 931 ΑΚ: "Η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψιν κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 ΑΚ, προκύπτει, ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται στον παθόντα από άδικο πρακτική συμπεριφορά, είναι δυνατό να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση αποζημίωσης, αν επιδρά δυσμενώς στο οικονομικό μέλλον αυτού και του προκαλεί ζημία που δεν εμπίπτει στις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 ΑΚ. Η ζημία δε αυτή, ως εκ της φύσεώς της και του μελλοντικού της χαρακτήρος, δεν είναι δυνατόν και, επομένως, ούτε νομικώς αναγκαίο να συγκεκριμενοποιείται και να καθορίζεται με ακρίβεια, αλλά αρκεί να είναι βεβαία με βάση τα δεδομένα της κοινής πείρας και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 1355/2011, ΑΠ135/2013, Α' δημοσίευση στην τνπ ΝΟΜΟΣ).

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση πού

προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου", ενώ ως παραμόρφωση, νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται, όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής. Περαιτέρω, ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό-οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του. Οι δυσμενείς συνέπειες, είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη αυτή προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του. Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικός συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης, που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων). Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας πράγμα που συμβαίνει ιδιαίτερα σε ανήλικο, που δεν έχει εισέλθει ακόμη στην παραγωγική διαδικασία και δεν μπορεί ήδη από την επέλευση της αναπηρίας ή παραμορφώσεως να επικαλεσθεί περιουσιακή ζημία. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί. Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό, οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων. Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 931 Α.Κ., που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού, ακριβώς λόγω της αναπηρίας και παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί (AΠ 670/2006). Το ποσό του επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου, καθώς και με συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως του, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ. αξίωσης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής Βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Επομένως, για τον υπολογισμό της χρηματικής παροχής της διατάξεως του άρθρου 931 Α.Κ. δεν έχουν εφαρμογή τα ισχύοντα επί της αξιώσεως αποζημιώσεως του άρθρου 929 του ίδιου Κώδικα, όπου για τον καθορισμό αυτής προσδιορίζεται κατ' αρχήν το ύψος της θετικής και αποθετικής ζημίας του παθόντος Βλάβη του σώματος ή της υγείας του και το ποσοστό αυτής μειώνεται κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητας του τελευταίου, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η χρηματική παροχή της πρώτης διατάξεως δεν αποτελεί αποζημίωση, δεν συνδέεται δηλ. με συγκεκριμένη μελλοντική περιουσιακή ζημία αλλά δίδεται για το γεγονός και μόνο της αναπηρίας η παραμορφώσεως και προσδιορίζεται κατά την εύλογη κρίση του δικαστηρίου με βάση τους προεκτεθέντες λόγους (ΑΠ 1509/2013, α’δημοσίευση στην τνπ ΝΟΜΟΣ).

ΙΙΙ.  Επί μισθώσεως έργου (άρθρο 681 επ. ΑΚ) πρόστηση του εργολάβου από τον εργοδότη κατ' αρχήν δεν υπάρχει, όμως υφίσταται πρόστηση όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης ρητώς ή σιωπηρώς, ιδίως ως εκ της φύσεως του έργου, επιφύλαξε στον εαυτό του τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου και ειδικότερα το δικαίωμα παροχής οδηγιών στον εργολάβο (ΑΠ 1530/2004 ΕλλΔνη 2005.788). Παρέπεται από τα ανωτέρω και εκ του άρθρου 216 ΚΙΙολΔ ότι, για τη νομιμότητα της αγωγής, με την οποία ζητείται η καταψήφιση του κυρίου του έργου και του (μη άμεσου εργοδότη) εργολάβου σε χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη της οικογένειας του αποβιώσαντος από εργατικό ατύχημα, πρέπει να εκτίθεται σ'αυτόν, εκτός των άλλων και - ότι ο κύριος του έργου ή ο εργολάβος (όταν υπάρχει και υπεργολαβία) είχε επιφυλάξει στον εαυτό του το δικαίωμα να δίδει εντολές και οδηγίες στον υπεργολάβο ως προς τον τρόπο εκτέλεσης του έργου και εκπλήρωσης των καθηκόντων του, είτε ο ίδιος (ο κύριος του έργου ή ο εργολάβος) είτε με τρίτα πρόσωπα στα οποία είχε αναθέσει την διεύθυνση και επίβλεψη του εκτελούμενου έργου. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 16 § 2 και 663 § 1 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι το μονομελές πρωτοδικείο είναι αρμόδιο (εφόσον λόγω ποσού δεν είναι αρμόδιο το ειρηνοδικείο), να δικάσει, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 664 επ. ΚΠολΔ, κάθε διαφορά, από σύμβαση ή και απλή οχέοη εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων ή των διαδόχων τους ή των κατά νόμο δικαιούμενων εκ της παροχής εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, ανεξαρτήτως του νομικοί) χαρακτήρα της διαφοράς ως απορρέουσας από σύμβαση ή απλή σχέση εργασίας ή από αδικοπραξία που προκλήθηκε εξ αφορμής της εργασίας ή από αδικαιολόγητο πλουτισμό. Το μονομελές πρωτοδικείο δικάζει, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και τις διαφορές από εργατικά ατυχήματα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 και 37 του ΕισΝΚΠολΔ, μετά την κατάργηση της διάταξης του άρθρου 13 του ν. 551/1915, με τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΕισΝΚΠολΔ. Τρίτοι, όμως, οι οποίοι ευθύνονται παράλληλα προς τον εργοδότη ή το μισθωτό, χωρίς να μετέχουν στην εργασιακή σχέση, δεν ενάγονται κατά την εργατική διαδικασία αλλά κατά την τακτική διαδικασία (ΕφΚρητ 473/2007 ΕλλΔνη 2008.1474). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 16 § 2 και 663 § 1 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο είναι αρμόδιο (εφόσον λόγω ποσού δεν είναι αρμόδιο το Ειρηνοδικείο), να δικάσει, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 664 επ. ΚΠολΔ, κάθε διαφορά, από σύμβαση ή και απλή σχέση εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων ή των διαδόχων τους ή των κατά νόμο δικαιουμένων εκ της παροχής εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτήρα της διαφοράς ως απορρέουσας από σύμβαση ή απλή σχέση εργασίας ή από αδικοπραξία που προκλήθηκε εξ αφορμής της εργασίας ή από αδικαιολόγητο πλουτισμό. Το μονομελές πρωτοδικείο δικάζει, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και τις διαφορές από εργατικά ατυχήματα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 και 37 του ΕισΝΚΠολΔ, μετά την κατάργηση της διάταξης του άρθρου 13 του ν. 551/1915, με τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΕισΝΚΠολΔ. Τρίτοι, όμως, οι οποίοι ευθύνονται παράλληλα προς τον εργοδότη ή το μισθωτό, χωρίς να μετέχουν στην εργασιακή σχέση, δεν ενάγονται κατά την εργατική διαδικασία αλλά κατά την τακτική διαδικασία (ΕφΚρητ 473/2007 ΕλλΔνη 2008.1474).

Εξάλλου, η αμέλεια, ως αόριστη νομική έννοια, παραδεκτά συγκεκριμενοποιείται με βάση τα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν τα τελευταία δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η οποία συνεπώς παραδεκτά με τις προτάσεις μπορεί να συμπληρωθεί με στοιχεία αμέλειας επιπλέον όσων διαλαμβάνονται σ' αυτή, αρκεί έτσι να μην μεταβάλλεται ριζικά η έννοια της αμέλειας και να προσδίδεται σ' αυτή εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο σε σχέση με το αντίστοιχο περιεχόμενο της αγωγής (ΑΠ 180/2011 ΕΦΑΔ 2012.133). Το μονομελές πρωτοδικείο δικάζει, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, και τις διαφορές από εργατικά ατυχήματα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 και 37 του ΕισΝΚΠολΔ, μετά την κατάργηση της διάταξης του άρθρου 13 του ν. 551/1915 με τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΕισΝΚΠολΔ. Ομοίως, κατά την ορθότερη και κρατούσα στη νομολογία άποψη, υπάγεται στην καθ’ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου και εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του παθόντος σε εργατικό ατύχημα ή λόγω ψυχικής οδύνης των μελών της οικογένειας του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα, εφόσον η αγωγή στρέφεται κατά του εργοδότη και των υπ΄αυτού προστηθέντων και αποδίδεται σ’ αυτόν ή στους προστηθέντες από αυτόν πταίσμα για την επέλευση του ατυχήματος αυτού και το αξιούμενο ποσό είναι μεγαλύτερο από εκείνο που ορίζεται για την αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου, δοθέντος ότι πρόκειται περί αδικοπραξίας που τελέστηκε εξ αφορμής της εργασίας (ΟλΑΠ 433/1968 ΝοΒ 16, 1058 - AΠ 182/2015 ΝΟΜΟΣ - AΠ 1530/2004 ΕλλΔνη 2005, 788). Οι αξιώσεις αυτές υπάγονται στην εν λόγω διαδικασία ανεξάρτητα από το αν πηγάζουν από την εργατική νομοθεσία ή από τις διατάξεις του κοινού αστικού δικαίου και ιδίως από τα άρθρα 914, 932 και 938 ΑΚ (ΕφΘεσ 3555/1996 ΕλλΔνη 39, 599 και 61). Τρίτοι, όμως, οι οποίοι ευθύνονται παράλληλα προς τον εργοδότη η το μισθωτό, χωρίς να μετέχουν στην εργασιακή σχέση, δεν ενάγονται κατά την εργατική διαδικασία και έτσι αν το αξιούμενο ποσό είναι μεγαλύτερο από εκείνο που ορίζεται για την αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αρμόδιο προς εκδίκαση της σχετικής αγωγής είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δικάζον κατά την τακτική διαδικασία (ΑΠ 182/2015 ο.π. - ΕφΚρ 473/2007 ΕλλΔνη 2008, 1474 - ΕφΠατρ 695/2007 ΝΟΜΟΣ - ΕφΛαρ 158/2001 ΝΟΜΟΣ). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 591 § 2 ΚΠολΔ, το δικαστήριο ελέγχει αυτεπαγγέλτως αν η υπόθεση έχει εισαχθεί κατά την προσήκουσα διαδικασία και, σε αρνητική περίπτωση, οφείλει να διατάξει την εκδίκασή της κατά τη διαδικασία στην οποία αυτή υπάγεται. Η διάταξη έχει εφαρμογή, όχι μόνον όταν η υπόθεση εισήχθη εσφαλμένα σε διάφορη ειδική διαδικασία, αλλά και όταν εισήχθη στην τακτική διαδικασία, ενώ υπάγεται σε κάποια ειδική ή αντίστροφος. Και αν, πέραν της ακαταλληλότητας της διαδικασίας, το δικάζον δικαστήριο είναι και καθ’ύλην αναρμόδιο, παραπέμπει υποχρεωτικά την υπόθεση ενώπιον του αρμοδίου (46 ΚΠολΔ), το οποίο και θα εφαρμόσει την προσήκουσα διαδικασία. Έτσι, αγωγή υπαγόμενη στην τακτική διαδικασία, που εισήχθη εσφαλμένα στη διαδικασία των άρθρων 664-676 ΚΠολΔ, παραπέμπεται να δικασθεί με την τακτική σε άλλη συνεδρίαση του ίδιου δικαστηρίου, αν είναι αρμόδιο καθ’ύλην, ή, διαφορετικά, ενώπιον του αρμοδίου καθ’ ύλην δικαστηρίου. Κατά τον ίδιο τρόπο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, ενεργεί και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όταν διαπιστώσει, ακόμη και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 146/1995 ΕΕΝ 1996, 154 - ΕφΑΘ 9528/1996 ΕλλΔνη 1997, 688), το εσφαλμένο της διαδικασίας και συγχρόνως την καθ’ ύλην αναρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οπότε, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, παραπέμπει, υποχρεωτικά (άρθρο 535 § 2 εδ. α' ΚΠολΔ) την υπόθεση ενώπιον του αρμοδίου καθ’ ύλην δικαστηρίου, για να δικάσει την υπόθεση κατά την προσήκουσα διαδικασία (ΕφΛαρ 149/2016 ΤΝΠ ΔΣΑ - ΕφΘεσ 2492/2001 Αρμ 2002, 67 - Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας, Ερμηνεία ΚΠολΔ, άρθρο 591, αρ. 12, ΕφΠατρ306/2018, α' δημοσίευση στην τνπ ΝΟΜΟΣ). Σύμφωνα με τη νέα νομοθετική ρύθμιση και το ν. 4335/2015 ο οποίος τροποποίησε με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο τα άρθρα 591 έως και 681Δ του ΚΠολΔ, στις εργατικές διαφορές ρητά πλέον συγκαταλέγονται τόσο οι παρεμπίπτουσες αγωγές κατά των δικονομικών εγγυητών, όσο και οι αγωγές κατά των ομοδίκων των εναγομένων, είτε αυτοί εναχθούν εξαρχής, είτε προσεπικληθούν.

Η νέα νομοθετική ρύθμιση αντιμετωπίζει επιτυχώς τον κατακερματισμό της δίκης επειδή οι τυχόν τρίτοι εμπλεκόμενοι και ευθυνόμενοι ένεκα του εργατικού ατυχήματος που δεν είναι φορείς του διευθυντικού δικαιώματος ή προστηθέντες του εργοδότη υπό το προϊσχύον δίκαιο δεν υπάγονταν στην εργατική διαδικασία αλλά στην τακτική. Κατ’ ακολουθία, ως προς τις αγωγές που οφείλονται π.χ. σε εργατικό ατύχημα κατά του τρίτου και του εργοδότη ή των προστηθέντων αυτού, πλέον εάν το αιτούμενο ποσό είναι μεγαλύτερο από εκείνο που ορίζεται για την αρμοδιότητα του μονομελούς Πρωτοδικείου, αλλά η αγωγή υπάγεται στην εξαιρετική αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου, κατ’ άρθρο 16 αρ. 2 ΚΠολΔ, ώστε να επιτευχθεί η κοινή εκδίκαση. Επομένως εφαρμόζεται η ως άνω εξαιρετική αρμοδιότητα και για τον τρίτο που συνενάγεται με τον εργοδότη [και τους υπ’ αυτόν προστηθέντες] έστω και αν στο άρθρο αυτό, ο νομοθέτης δεν περιέλαβε ρητή προς τούτο διάταξη για την αγωγή κατά των τρίτων, αλλά αντιθέτως μνημονεύει μόνο τους εργοδότες ή τους διαδόχους τους. Διαφορετική περίπτωση είναι όταν ενάγεται από τον παθόντα από εργατικό ατύχημα εξ αρχής ο τρίτος και μόνον, και όχι ο εργοδότης ή οι διάδοχοι αυτού, ο οποίος ευθύνεται για το εργατικό ατύχημα, οπότε τότε η διαφορά δεν θεωρείται εργατική ούτε και εμπίπτει στο άρθρο 614 παρ. 3 ΚΠολΔ, διότι δεν υπάρχει ομοδικία. Η αγωγή αυτή στην τελευταία περίπτωση εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία και υπάγεται στην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, αν το απαιτούμενο ποσό υπερβαίνει το όριο της συνήθους αρμοδιότητας του μονομελούς Πρωτοδικείου.

Με την υπό κρίση αγωγή του, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι εργαζόταν στην πρώτη εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως ανειδίκευτος εργάτης από 1.12.2014 έως και 13.01.2016 που καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του. Ότι η πρώτη εναγομένη έχει ως αντικείμενο την εμπορία και προμήθεια υλικών αλλά και προμήθεια για την κατασκευή εργαστηρίων. Ότι στα πλαίσια συμβάσεως έργου που είχε συνάψει με την Τρίτη εναγομένη, ανέλαβε την κατασκευή χημείου με επαγωγικές εστίες και πάγκους σε εγκαταστάσεις που διατηρεί η τελευταία στ …….. Βοιωτίας. Ότι στα πλαίσια της εργασίας του που ήταν η τοποθέτηση πριζών και διακοπτών στους εργαστηριακούς πάγκους της τρίτης εναγομένης, υπέστη το αναφερόμενο στην αγωγή του εργατικό ατύχημα για το οποίο ευθύνεται και τον επικείμενο τραυματισμό του η πρώτη εναγομένη που δεν του παρείχε τα ενδεδειγμένα για την συγκεκριμένη εργασία εργαλεία και προστατευτικά μέτρα ασφαλείας. Ότι υπεύθυνη για την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος τυγχάνει και η Τρίτη εναγομένη εταιρία η οποία ως κυρία του έργου προέστησε σε αυτό την πρώτη εναγόμενη εταιρία και εργοδότρια του ενάγοντας στην κατασκευή του συγκεκριμένου έργου, επιφυλάσσοντας για τον εαυτό της τη διεύθυνση του έργου δίνοντας τις κατάλληλες οδηγίες και εντολές για την κατασκευή του. Οι δε τέταρτος και πέμπτος των εναγομένων ευθύνονται από κοινού με την Τρίτη εναγόμενη ως νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής έναντι τρίτων. Με το ιστορικό αυτό, ζητεί να του καταβάλλουν οι εναγόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον το ποσό των 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την επόμενη του επίδικου ατυχήματος άλλως από την επίδοση της αγωγής, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστούν οι αντίδικοι στη δικαστική του δαπάνη. Με το περιεχόμενο αυτό και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή παραδεκτά φέρεται για να δικαστεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου [άρθρα 7, 9, 10, 16 αρ. 2 ΚΙΙολΔ ως αυτό τροποποιήθηκα με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 του ν. 4335/2015 (φεκ Α 87/23.07.2015)καθώς η υπό κρίση αγωγή ως κατατεθείσα μετά την έναρξη ισχύος του [29.10.2018] καταλαμβάνεται από αυτόν και άρθρο 25 παρ.2 ΚπολΔ] το οποίο είναι αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο για να συζητηθεί κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα614 αρ. 3, 621 και 622 ΚΠΟλΔ, ως αυτές ισχύουν με το νέο νόμο 4335/2015] και ως προς όλους τους εναγομένους, ήτοι και ως προς την κυρία του έργου, Τρίτη εναγομένη και τους νομίμους εκπροσώπους της, λόγω της συνεναγωγής τους και της στοιχειοθέτησης απλής ομοδικίας μεταξύ τους ως υποχρεών βάση της ίδιας πραγματικής και νομικής αιτίας [άρθρο 74 εδάφιο 1° περίπτωση 2 του ΚΠολΔ], κατ’ εφαρμογή του άρθρου 614 παρ. 3 εδάφιο ε του ΚΙΙολΔ. Κατά τα λοιπά είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη κατά την έννοια του άρθρου216 ΚΠολΔ και ερείδεται στις διατάξεις των άρθρων 299, 330 εδ. α και β, 345, 346, 914, 922, 926, 932 ΑΚ, 1, 2, 16 του ν. 551/1915, άρθρο 7 του π.δ. 17/1996, πδ396/1994 άρθρα 4, 5 και 7, άρθρο 10 Πίνακας II υποπερίπτωση 3 [προστατευτικά μέσα των οφθαλμών και του προσώπου], άρθρα 103 και 104 και 112 του π.δ. 1073/1981, 68, 176 και 9086 ΚΠολΔ. Πρέπει επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, δεδομένου ότι δικαστικό ένσημο δεν οφείλεται για το αντικείμενό της (αρθρ. 15 παρ. 2 του Ν. 551/1915, όπως κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24.7/25.8.1920, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 8 του ΕισΝΚΠολΔ, βλ. και ΕφΑθ 11116/1996 ΕΕργΔ 56.1126).

Οι εναγόμενοι αρνούνται γενικά την αγωγή, με τους δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο αυτών να προτείνουν ένσταση απαραδέκτου της αγωγής ένεκα αοριστίας λόγω έλλειψης παθητικής τους νομιμοποίησης και η μεν πρώτη να ισχυρίζεται ότι ο ενάγων είναι συνυπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος, τουλάχιστον κατά ποσοστό 95% για το λόγο ότι δεν κατέβαλε την απαιτούμενη προσοχή κατά την εκτέλεση της εργασίας του την οποία αν είχε επιδείξει το ατύχημα δεν θα συνέβαινε, ήτοι αν χρησιμοποιούσε με τον ενδεδειγμένο τρόπο το εργαλείο - δράπανο και αν φορούσε τα προστατευτικά γυαλιά που η εναγόμενη του είχε προμηθεύσει. Συγκεκριμένα αφενός τοποθέτησε στο δράπανο άλλη μύτη πολύ μεγαλύτερη από αυτήν που έφερε αυτό, και δεν χρησιμοποιούσε προστατευτικά γυαλιά. Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά ένσταση συνυπαιτιότητας που είναι νόμιμη, κατά τα άνω εκτεθέντα, γιατί το αίτημα της αγωγής αφορά τη χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος λόγο) της ηθικής βλάβης που υπέστη. Η Τρίτη εναγόμενη, ισχυρίστηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος, άλλως συνυπαίτιος τουλάχιστον κατά ποσοστό 95% για την πρόκληση του ατυχήματος είναι ο ενάγων για το λόγο ότι δεν κατέβαλε την απαιτούμενη προσοχή κατά την εκτέλεση της εργασίας του την οποία αν είχε επιδείξει, δεν Θα συνέβαινε.

Από τις καταθέσεις, [ανωμοτί του ενάγοντος] του ενάγοντος και του μάρτυρα ανταπόδειξης, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, οι οποίες συνεκτιμήθηκαν χωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους, κατά το λόγο γνώσεως και αξιοπιστίας καθενός από αυτούς, σε συνδυασμό επίσης και προς όλα τα επικαλούμενα από τους διαδίκους και νομοτύπως προσαγόμενα έγγραφα, από τις ένορκες Βεβαιώσεις με αρ. …….. των ………, ………και ………που δόθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών κατόπιν νομίμου προς τούτο κλητεύσεως του αντιδίκου [βλ. τις με αρ. ………έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο ……… και τις με αρ………, ………και ………εκθέσεις επίδοσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή για τους λοιπούς συνεναγόμενους, τρίτη, τέταρτο και πέμπτο των εναγόμενων, νομίμως επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την πρώτη και δεύτερο των εναγομένων], από την με αρ. ………ένορκη Βεβαίωση του ………ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών που δόθηκε κατόπιν νομίμου κλητεύσεως του αντιδίκου τους [νομίμως επικαλούμενη και προσκομιζόμενη με αρ. ………έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών ………και την με αρ. ………έκθεση επίδοσης του ίδιου δικαστικοί] επιμελητή], καθώς και από τις ομολογίες τους που συνάγονται από τις προτάσεις τους [άρθρο 261 ΚΠολΛ] αποδείχθηκαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου τα εξής:

η Τρίτη εναγόμενη εταιρεία, της οποίας νόμιμοι εκπρόσωποι τυγχάνουν οι τέταρτος και πέμπτος των εναγόμενων ιδιοκτήτης του εργοστασίου που βρίσκεται στ ……… Βοιωτίας, ανέθεσαν στην πρώτη εναγόμενη εταιρεία της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος τυγχάνει ο δεύτερος εναγόμενος το έργο της αποξήλωσης 7 απαγωγών εστιών και υπαρχόντων πάγκων από την οδό ……… αρ. ……… στον ………, όπου κείνται οι εγκαταστάσεις της εταιρείας ………… και επανεγκατάστασής τους στο ως άνω εργοστάσιο με αμοιβή 59.000 ευρώ, χωρίς η Τρίτη εναγομένη να διαφυλάξει για τον εαυτό της την διεύθυνση και επίβλεψη εκτελέσεως του έργου με παροχή δεσμευτικών για τον εργολάβο εντολών και οδηγιών.

Ο ενάγων, εργαζόμενος ως ανειδίκευτος εργάτης γενικών καθηκόντων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στο εν λόγω έργο στις ...05.2015 βοηθούσε στο εν λόγω έργο με την ειδικότερη εντολή να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για την τοποθέτηση πριζών και διακοπτών στους εργαστηριακούς πάγκους. Ο ενάγων κρατώντας ένα ηλεκτρικό δράπανο χειρός και ενώ φορούσε όλα τα μέσα ατομικής προστασίας που του παρείχε η εργοδότρια πρώτη εναγομένη εταιρία, ήτοι γάντια και κράνος, πλην των ειδικών γυαλιών, προσπάθησε να διατρήσει μία δοκό από αλουμίνιο ώστε να στερεωθεί με βίδες επάνω σε αυτή ηλεκτρολογικός πίνακας. Σημειωτέον δε ότι παρά την υποχρέωση του εργοδότη που θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 111 και 112 του π.δ. 1073/1981 ότι το προσωπικό εκάστου συνεργείου πρέπει να επιθεωρείται τουλάχιστον άπαξ την ημέρα από τον επικεφαλής του υπεργολάβου, άπαξ δε της εβδομάδας από τον εργολάβο εφόσον έχει ειδικές γνώσεις ή από κατάλληλο εκπρόσωπό του καθώς και ότι οι εργολάβοι και υπεργολάβοι οφείλουν να καθοδηγούν διαρκώς τους εργαζομένους για τα απαιτούμενα μέτρα ασφάλειας σε κάθε φάση της εργασίας, ωστόσο η πρώτη εναγομένη με εντολή της οποίας εκτελούνταν οι εργασίες δεν αποδείχθηκε ότι διέθετε τεχνικό ασφαλείας παρόντα κατά τη διάρκεια κατασκευής του συγκεκριμένου έργου από το συγκεκριμένο συνεργείο της, ώστε αυτός να επιτηρεί τους εργαζομένους κατά τη διάρκεια των εργασιών τους στο ως άνω εργοστάσιο, χωρίς να αρκεί η εκπόνηση σεμιναρίων κάθε 2 μήνες για τον τρόπο εκτέλεσης των εργασιών που ισχυρίστηκε η πρώτη εναγομένη ότι πραγματοποιούσε για την επιμόρφωση των εργαζομένων της και τα οποία επιβεβαίωσε και ο μάρτυράς της. Ωστόσο, όπως ήταν σκαφτός επάνω στην επιφάνεια εργασίας του, έσπασε η μύτη από το τρυπάνι μήκους 3 χιλιοστών και εκτινάχθηκε με δύναμη εισερχόμενη στον δεξιό οφθαλμό του με αποτέλεσμα να τραυματιστεί ο ίδιος σοβαρά. Κατά τη διάρκεια της ως άνω εργασίας ήταν παρών ο μάρτυρας της πρώτης εναγομένης, ……… , ο οποίος μάλιστα όπως κατέθεσε εργαζόταν στον ίδιο χώρο με τον ενάγοντα σε άλλο σημείο αυτού, πραγματοποιώντας ανάλογη εργασίας και βεβαίωσε ότι μολονότι η εργοδότριά τους είχε χορηγήσει ατομικό ζευγάρι γυαλών στον καθένα, ο ενάγων αμελώς πράττοντας δεν το φορούσε τη συγκεκριμένη στιγμή. Ο μάρτυρας αυτός οδήγησε τον ενάγοντα αρχικά να κάνει κάποια βήματα, καθώς ο ίδιος δεν μπορούσε να προχωρήσει, αλλά όπως αναφέρει στη συνέχεια τον παρέδωσε σε άλλους εργάτες που προσήλθαν στο σημείο όπου βρίσκονταν οι δύο τους και οι οποίοι τον βοήθησαν να μεταβεί στο ιατρείο της εναγόμενης. Ωστόσο, ο ………., μολονότι ερωτήθηκε εάν η πρόσβαση από τη σκάλα της τρίτης εναγόμενης ήταν εφικτή κατά την ημέρα του ατυχήματος, δοθέντος ότι ο ενάγων ισχυρίζεται ότι δεν ήταν δυνατή η πρόσβασή του από αυτήν επειδή την προηγούμενη ημέρα άλλοι εργάτες εκτελούσαν εργασίες ελαιοχρωματισμού επ’ αυτής και ο ανελκυστήρας της τρίτης εναγόμενης ήταν εκτός λειτουργίας, απέφυγε να απαντήσει. Η Τρίτη δε εναγόμενη εταιρεία δεν απάντησε, ως όφειλε ειδικά για την αλήθεια των αγωγικών πραγματικών ισχυρισμών για τους λόγους που δεν ήταν η πρόσβαση από την κλίμακα του εργοστασίου απροσπέλαστη, λόγω της τοποθέτησης ογκωδών κινητών πραγμάτων που εμπόδιζαν τη χρήση της, δοθέντος ότι δεν λειτουργούσε ο ανελκυστήρας της επιχείρησης, με συνέπεια οι τελευταίοι να θεωρούνται αποδεδειγμένοι. Αφού από το ιατρείο που βρίσκεται στις εγκαταστάσεις της τρίτης εναγόμενης δεν κατέστη εφικτό να του παρέχουν ουσιαστική συνδρομή καθώς επρόκειτο για σοβαρό τραυματισμό, ο συνάδελφός του ……… κατόπιν τον μετέφερε στο νοσοκομείο «………..». Ο ενάγων διαγνώστηκε με διατιτραίνον τραύμα δεξιού οφθαλμού, για το οποίο υποβλήθηκε σε πολύωρη χειρουργική επέμβαση αφού υποβλήθηκε σε γενική αναισθησία για να αποκατασταθεί το τραύμα του κερατοειδούς και του σκληρού χιτώνα με διάτρηση χωρίς την ανάμειξη ραγοειδικού ιστού. Όταν εισήχθη ο ενάγων στην οφθαλμολογική κλινική του νοσοκομείου διαπιστώθηκε κλινικά ρινικά και κάτω εγγύς της κατά φύσης του έσω ορθού μυός στο δεξιό οφθαλμό με σύστοιχη ρήξη του βολβικού επιπεφυκότος και του σκληρού χιτώνα. Υποβλήθηκε οε χειρουργική συρραφή του τραύματος υπό γενική αναισθησία και συγκεκριμένα συρραφή του σκληρού χιτώνα με τοποθέτηση ραμμάτων και σύγκλιση του βολβικού επιπεφυκότα με ράμματα ενώ κατά την επέμβασή του διαπιστώθηκε η ύπαρξη αλλότριου σώματος εντός της ενδοβόλβιας περιοχής. Στο νοσοκομείο ………. όπου διεκομίσθη παρέμεινε νοσηλευόμενος για 9 ημέρες με διάγνωση εξόδου στις 5.06.2015 «διατιτραίνον τραύμα του βολβού του οφθαλμού χωρίς ξένο σώμα» και του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή και επανεξέτασή του την 10.06.2015. Οι θεράποντες ιατροί του κατά τη λήψη του εξιτηρίου του, του συνέστησαν αυστηρά ότι Θα πρέπει να αποφεύγει κάθε είδους σωματική πίεση και κυρίως την άρση βάρους για το υπόλοιπο της ζωής του διότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος υποτροπής του τραύματός του, καθώς και ότι τα ράμματα που έχει ρινικά εντός του κερατοειδούς του δεξιού οφθαλμού δεν Θα αφαιρεθούν ποτέ. Την 10.06.2015 προσήλθε για επανεξέταση στο ως άνω ΓΝΑ ……….. όπου διαπιστώθηκε ότι η χειρουργική συρραφή του οξέος τραύματος του δεξιού οφθαλμού του όπως την χαρακτήρισαν οι ιατροί που τον εξέτασαν ………… και ………… συστήθηκε η συνέχιση της φαρμακευτικής του αγωγής ενώ του χορηγήθηκε εκ νέου αναρρωτική άδεια με αποχή από την εργασία του για ένα μήνα. Ο ενάγων επανεξετάστηκε στις ….07.2015, στις ...10.2015 και στις ….12.2015 στην οφθαλμολογική κλινική του προαναφερόμενου νοσοκομείου, από δε τους θεράποντες ιατρούς του χορηγήθηκε συνολικά στον ενάγοντα τρίμηνη αναρρωτική άδεια. Τον Ιανουάριο του 2018 μετά από προβλήματα όρασης που είχε από τον δεξιό οφθαλμό του, ο ενάγων στις ...06.2018 εξετάστηκε από τον χειρουργό οφθαλμίατρο ……….. στο ιδιωτικό πολυιατρείο «…………..» και διαγνώσθηκε από μετατραυματικό καταρράκτη στον δεξιό οφθαλμό του ο οποίος βαίνει συνεχώς επιδεινούμενος, για την αποκατάσταση του οποίου του συνεστήθη χειρουργική αποκατάσταση. Η εν λόγω επιδείνωση της υγείας του ενάγοντος συνδέεται αιτιωδώς με τον ως άνω τραυματισμό του καθώς η ηλικία του [35 ετών] δεν δικαιολογεί την εμφάνιση καταρράκτη σε τόσο νεαρή ηλικία, ούτε και προέκυψαν άλλα παθολογικά ευρήματα σε αμφότερους τους οφθαλμούς του που να δικαιολογούν τέτοια πάθηση. Η δε οπτική οξύτητα του τραυματισθέντος οφθαλμού του ανέρχεται στα 6/10 έναντι 10/10 του αριστερού, γεγονός που συνηγορεί για την επιδείνωση της υγείας του και την αναγκαιότητα χειρουργικής της αποκατάστασης.

Ωστόσο, από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, αποδείχθηκε ότι το ατύχημα θα είχε αποφευχθεί εάν εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης, με εντολή της οποίας εκτελούνταν οι εργασίες παρευρισκόταν στο χώρο εργασιών ώστε να επιβλέπει τους εργαζομένους κατά τη διάρκειά τους, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αλλά και σύμφωνα με τις προπαρατιθέμενες διατάξεις του νόμου [ άρθρα 111, 112 του π.δ. 1073/1981, άρθρο 7 παρ. 6 περ. 6 και θ του π.δ. 17/1996], ώστε να δίνει τις απαραίτητες οδηγίες ασφαλούς εκτέλεσης της συγκεκριμένης εργασίας για την αποφυγή του υπάρχοντος κινδύνου. Αυτό δε παρά το γεγονός ότι ο ενάγων, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και ο ίδιος να καταβάλει, δεν φορούσε κατά την εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου τα ατομικά γυαλιά προστασίας που, όπως αποδείχθηκε του είχε χορηγήσει η πρώτη εναγομένη, με αποτέλεσμα να συμβάλλει και ο ίδιος με την συμπεριφορά του στην επέλευση του τραυματισμού του, θέτοντας έναν ουσιώδη όρο στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος. Συνεπώς, αποδείχθηκε ότι και τον ενάγοντα βαρύνει υπαιτιότητα κατά 30% για τον τραυματισμό του, δοθέντος ότι σε αυτόν είχε επισημανθεί η σημασία της χρήσης γυαλιών τα οποία του παρείχε η πρώτη εναγομένη. Το Δικαστήριο σχημάτισε δικανική πεποίθηση για τις συνθήκες του ατυχήματος, αλλά και για τον τραυματισμό του ενάγοντος - παθόντος, από τις ως άνω αναφερόμενες ιατρικές γνωματεύσεις και τις καταθέσεις των μαρτύρων που διαλαμβάνονται στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασής του, την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα συναδέλφου του, ………..  Επίσης, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η κατάσταση της υγείας του όπως αποτυπώνεται από τις γνωματεύσεις που ο ενάγων προσκομίζει.

Η παραπάνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της πρώτης και δεύτερου των εναγομένων ως εκπροσώπου της, οι οποίοι παρέλειψαν να ενεργήσουν σύμφωνα με τους θεσμοθετημένους κανόνες και την επιβεβλημένη από αυτούς υποχρέωση λήψης μέτρων minimum επιμέλειας για την εξουδετέρωση των κινδύνων που απορρέουν από τη σχετική δραστηριότητα, στο χρόνο και με τον τρόπο που έλαβε χώρα (δηλαδή πριν από την έναρξη των οικοδομικών εργασιών και με παράλειψή τους να ενεργήσουν τα δέοντα) ήταν πρόσφορη και ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, να επιφέρει κίνδυνο ζωής ή σωματικής βλάβης για τους εργαζομένους στο παραπάνω εργοτάξιο, επέφερε δε πράγματι τη βαριά σωματική βλάβη του ενάγοντος. Περαιτέρω , η τρίτη των εναγομένων, κύρια (νομέας ως επικαρπώτρια του ακινήτου) του έργου, δεν υπέχει ουδεμία ευθύνη για την πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος , αφού από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι αυτή διαφύλαξε για τον εαυτό της τη διεύθυνση και επίβλεψη εκτελέσεως του έργου με παροχή δεσμευτικών για τον εργολάβο εντολών και οδηγιών, ώστε η εργολήπτρια πρώτη εναγομένη να θεωρείται προστηθείσα αυτής ως εργοδότριας, ούτε ότι συμμετείχε καθ’ οιονδήποτε τρόπο στην εκτέλεση του έργου, αφού η μόνη ανάμειξή της σε αυτό ήταν η ανάθεση της κατασκευής του έργου στα ανωτέρω πρόσωπα και η καταβολή της συμφωνηθείσης αμοιβής. Περαιτέρω, δε, δεν αποδείχθηκε ότι η μη τήρηση των αναγκαίων εξόδων κινδύνου σε περίπτωση ανάγκης και της ένεκα αυτού καθυστέρησης λήψης των πρώτων βοηθειών στο εργοστάσιο της τρίτης εναγομένης, συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος ή την επιδείνωσή του, αφού κάτι τέτοιο δεν εισφέρθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο [π.χ. ιατρική γνωμάτευση], ούτε και ότι δεν λήφθηκαν τα αναγκαία μέτρα για την άμεση διακομιδή του ενάγοντος στο Νοσοκομείο. λαμβανομένου δε υπόψιν ότι από τον παραπάνω σοβαρό τραυματισμό του ο ενάγων σε ηλικία τότε 35 ετών, υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση δε αυτής δικαιούται χρηματική ικανοποίηση το ύψος της οποίας και αφού ληφθούν υπόψη (α) οι συνθήκες του ατυχήματος (β) ο βαθμός του πταίσματος των δύο πρώτων εναγομένων στην επέλευση του ατυχήματος και της συνυπαιτιότητας του ενάγοντος (γ) το είδος της σωματικής βλάβης, η έκταση της προσβολής του σώματος και της υγείας και οι συνέπειες αυτών και δη η ανικανότητα για την άσκηση της εργασίας του, την οποία μετά το ατύχημα αδυνατούσε να εκτελέσει δοθέντος ότι μετά την χειρουργική του επέμβαση απαγορεύεται στον ενάγοντα η άρση βάρους για το υπόλοιπο της ζωής του και αφετέρου για την φροντίδα της οικογένειας του [έγγαμος με δύο τέκνα ] (δ) η ταλαιπωρία και ο πόνος που δοκίμασε και (ε) η οικονομική και κοινωνική θέση και κατάσταση των διαδίκων μερών, ανέρχεται στο εύλογο ποσό των 21,000€, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως προς την τρίτη, τον τέταρτο και τον πέμπτο των εναγόμενων, να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς τον πρώτο και το δεύτερο εναγόμενο και να υποχρεωθούν αυτοί να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 21.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Να κηρυχθεί η προαναφερόμενη απόφαση ως προσωρινά εκτελεστή λόγω της φύσεώς της ως εργατικής απαιτήσεως. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν κατά ένα μέρος λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρο 178 ΚπολΔ) και μέρος από τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος να επιβληθεί σε βάρος των πρώτου και δευτέρου των εναγόμενων. Τα δικαστικά έξοδα της τρίτης, του τέταρτου και του πέμπτου των εναγομένων πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του ενάγοντος, λόγω της ήττας του (άρθρο 176 ΚπολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή ως προς τους πρώτο και δεύτερο εναγομένους.

ΑΙΙΟΡΡ1ΙΊΤΕΙ ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε Βάρος του ενάγοντα τη δικαστική δαπάνη των τρίτης, τέταρτου και πέμπτου των εναγομένων τα οποία ορίζει σε τριακόσια ευρώ [300],

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τους δύο πρώτους των εναγομένων να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των είκοσι ένα χιλιάδων ευρώ [21.000 ευρώ] νομίμως εντόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς την αμέσως προηγούμενη καταψηφιστική αυτής διάταξη.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος σε βάρος των δύο πρώτων εναγομένων, τα οποία ορίζει σε ποσό τετρακοσίων είκοσι ευρώ [420],

ΚΡ1ΘΗΚΕ αποφασίστηκε στην Αθήνα και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, με την παρουσία του Γραμματέως, την 21η Φεβρουαρίου 2020.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                            Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ»

-----------------------------

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.