Δικηγορικό Γραφείο

ΜΠρΑθ. 3727/2018: ΑΚ 26- η έννοια της « οικογένειας» για την εφαρμογή της ΑΚ 932 (αγωγής χρηματικής ικανοποίησης λόγω θανάτου συγγενούς) κρίνεται κατά το ελληνικό δίκαιο, εφόσον το αδίκημα διαπράχθηκε στην Ελλάδα. Αναβολή έκδοση οριστικής απόφασης κατ’ άρθρο 254 παρ 1 ΚΠολΔ για την προσκομιδή των αναγκαίων διαδικαστικών ή αποδεικτικών εγγράφων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν, αλλά δεν προσκόμισαν. Ως μη προσκόμιση θεωρείται και η μη νόμιμη προσκόμισή τους. Ως τέτοια θεωρείται εκείνη που έγινε όχι με τις προτάσεις, αλλά με την προσθήκη, κατά παράβαση του άρθρου 237 παρ 1 εδ β και 238 ΚΠολΔ. Αναβάλει την έκδοση οριστικής απόφασης, προκειμένου να προσκομισθούν τα πιστοποιητικά εγγυτέρων συγγενών, επί αγωγής καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω θανάτου συγγενικού προσώπου των εναγόντων.

Παρακάτω ακολουθεί το πλήρες κείμενο της απόφασης.


ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΝΟΧΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Αριθμός Απόφασης
3727/2018
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ


Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Παρασκευή Μπότση, Πρωτοδίκη, οποία όρισε o Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης Πρωτοδικείου Αθηνών Και από το Γραμματέα Δημήτριο Μπασέτα.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2017, να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΩΝ ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ – ΕΝΑΓOΝΤΩΝ 1…..2….3….4….……………… κατοίκων απάντων ………… και προσωρινά κατοίκων …………, επί της ………. αριθμ. ……. (όπως αναφέρεται η διεύθυνση κατοικίας τους επί του δικογράφου των προτάσεών τους), από τους οποίους o πρώτος, η δεύτερη, η τέταρτη και η πέμπτη παραστάθηκαν στο ακροατήριο διά, ενώ η τρίτη παραστάθηκε στο ακροατήριο μετά του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, ……………(Α.Μ. ΔΣΠ ………..), που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.
ΤΩΝ ΚΑΘ' ΩΝ H ΚΛΗΣΗ - ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1. της ήδη υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «………….» και το διακριτικό τίτλο «…………….», όπως νομίμως εκπροσωπείται, η οποία εδρεύει στο ………….. (……….. αριθμ. ……….), 2. …………………..…… του …………………..., κατοίκου …………….. και 3. …………………………….…….., κατοίκου ................................. που άπαντες εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, Ελευθέριο Κιούκη (Α.Μ. ΔΣΑ 26261), που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.
Οι ως άνω καλούντες ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 20.4.2010 αγωγή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……/……./11.6.2010, εισάγεται δε προς συζήτηση στο Δικαστήριο τούτο, κατόπιν εκδόσεως της με αριθμό …../2014 παραπεμπτικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την από ………….. και με αριθμό εκθέσεως κατάθεσης δικογράφου ………./………/25.9.2015 κλήση των η οποία προσδιορίσθηκε για να συζητηθεί κατά την αναφερομένη στην αρχή της αποφάσεως αυτής δικάσιμο (της ….…...2017) γράφηκε στο πινάκιο (H8- ……….).
Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά της στο πινάκιο κατά τη δημόσια συζήτησή της, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες κατατεθείσες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 46 εδ. β’ Κολ, η παραπεμπτική απόφαση, όταν τελεσιδικήσει, είναι υποχρεωτική, τόσο για την αναρμοδιότητα του δικαστηρίου που παρέπεμψε, όσο και για την αρμοδιότητα του δικαστηρίου στο οποίο γίνεται η παραπομπή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι εάν η υπόθεση εισαχθεί προς συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής, πριν καταστεί τελεσίδικη η απόφαση του δικαστηρίου που παρέπεμψε, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση. Ωστόσο, η εισαγωγή της αγωγής με κλήση από τον ένα διάδικο, στο δικαστήριο που αυτή έχει παραπεμφθεί και η μη προβολή αντιρρήσεων από τον αντίδικό του, μπορεί να σημαίνει σιωπηρή αποδοχή της παραπεμπτικής απόφασης και επομένως παραίτηση από το δικαίωμα για άσκηση έφεσης (ΕφΛαρ 405/2011 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΔωδ ] 85/2009, ΕφΙΙατρ 719/2003 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την έκδοση της με αριθμό 160/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που, εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, δυνάμει της οποίας το Δικαστήριο εκείνο κηρύχθηκε καθ' ύλην αναρμόδιο προς εκδίκαση της ως άνω αγωγής, παραπέμποντας, συγχρόνως, αυτή να συζητηθεί ενώπιον του καθ' ύλην και κατά αρμοδίου Δικαστηρίου τούτου, που δικάζει κατά την τακτική διαδικασία, νόμιμα επαναφέρεται προς. συζήτηση, με την από 28.9.2015 και με αριθμό εκθέσεως κατάθεσης δικογράφου …../…../25.9.2015 κλήση των πέντε πρώτων των εναγόντων (καθώς ως προς τον έκτο Και την έβδομη των εναγόντων θεωρήθηκε ως μη ασκηθείσα η αγωγή και καταργήθηκε η ανοιγείσα με αυτή, δίκη), η από 20.4.2010 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……../……/11.6.2010 αγωγή, δεδομένου ότι η προεκτεθείσα παραπεμπτική απόφαση κατέστη τελεσίδικη με τη σιωπηρή αποδοχή της, τόσο από την πλευρά των εναγόντων, λόγω της εισαγωγής αυτής προς συζήτηση με κλήση στο Δικαστήριο τούτο, στο οποίο παραπέμφθηκε, όσο και από την πλευρά των εναγομένων, που δεν προέβαλαν οιεσδήποτε αντιρρήσεις κατά της ως άνω παραπεμπτικής αποφάσεως. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η έλλειψη αναγραφής της κατοικίας και ακριβούς καθορισμού της διευθύνσεως των καλούντων επί του δικογράφου της ως άνω κλήσεως δε συνεπάγεται ακυρότητα της σχετικής διαδικαστικής πράξεως που καθώς από το συνδυασμό των εμπεριέχεται στο δικόγραφο της κλήσης, καθώς από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118, 119 και 121 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από τη θέση σε ισχύ του N. 4335/2015, προκύπτει ότι η αναγραφή της κατοικίας των καλούντων επί του δικογράφου της κλήσεως δεν αποτελεί προϋπόθεση του κύρους της αντίστοιχης διαδικαστικής πράξης. Εξάλλου, η παράλειψη προσδιορισμού της διευθύνσεως των ως άνω διαδίκων (καλούντων) επί της κλήσεως δεν επηρεάζει τη διαπίστωση της ταυτότητας αυτών και συνακόλουθα, δεν επιφέρει ακυρότητα του δικογράφου της κλήσεως απορριπτομένου ως αβασίμου, του αντιθέτου ισχυρισμού των εναγομένων, που προβλήθηκε με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, κατά την έναρξη της προφορικής συζήτησης της ένδικης υπόθεσης (βλ. ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου) και περιέχεται στις νομίμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις τους- αλλά επιτρέπει στους αντιδίκους τους να ενεργούν τις σχετικές με αυτό επιδόσεις, κατά τον οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 121 ΚΠολΔ, τρόπο (πρβλ. σχετικά ΑΠ 275/1994 EEN 1995. 223, 224, ΕφΠειρ 1206/1996 ΑρχΝομ 1206/1996 ΑρχΝομ 1997. 223, ΠΠρΑθ 336/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).


Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 26 A.K., «Οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα». Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η κύρια σχέση, η οποία δημιουργείται, με τη διάπραξη αδικήματος στην Ελλάδα από το οποίο επήλθε o θάνατος αλλοδαπού και η αντίστοιχη αδικοπρακτική ενοχή, διέπονται από το ελληνικό δίκαιο με την έννοια της Lex causae. Επομένως, κατά το δίκαιο αυτό, κρίνεται, μεταξύ άλλων, o παράνομος χαρακτήρας της πράξης, η υπαιτιότητα, το τυχόν οικείο πταίσμα του παθόντος, το ζήτημα της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας, αν η ευθύνη είναι αντικειμενική ή υποκειμενική και οι προϋποθέσεις της θεμελίωσης αυτής, η ικανότητα προς καταλογισμό, o κύκλος των προστατευόμενων έννομων αγαθών ή των υποκειμενικών δικαιωμάτων, o υπόχρεος προς αποζημίωση, το πρόσωπο του δικαιούχου της αποζημίωσης, καθώς και οι έννομες συνέπειες της αδικοπραξίας, ήτοι η μορφή και η έκταση της αποζημίωσης, αν η αποζημίωση παρέχεται σε κεφάλαιο εφάπαξ ή περιοδικές παροχές, αν παρέχεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (αρθρ. 932 ΑΚ) ή αποζημίωση από το αρθ. 931 ΑΚ, τα θέματα της αναγωγής των πλειόνων συνυποχρέων, καθώς και των οφειλόμενων τόκων από την επίδοση της αγωγής αποζημίωσης. Στην προαναφερθείσα έννοια του "κύκλου των προστατευομένων αγαθών ή των υποκειμενικών δικαιωμάτων" περιλαμβάνονται και προσδιορίζονται απευθείας, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 26 A.K, και όλα εκείνα τα πρόσωπα που δικαιούνται και νομιμοποιούνται ενεργητικώς στο να προβάλλουν, κατά περίπτωση, αντίστοιχες αξιώσεις, συνδεόμενες με την ένδικη αδικοπρακτική συμπεριφορά είτε με ορισμένη ιδιότητα, είτε εξ ιδίου δικαίου. Επομένως, στην περίπτωση θανάτωσης, σε τροχαίο ατύχημα στην Ελλάδα αλλοδαπού, για να κριθεί η νομιμοποίηση εκείνων που ζητούν με αγωγή την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, με την έννοια "των ανηκόντων στον κύκλο των προσώπων, που είναι φορείς εννόμων αγαθών ή υποκειμενικών δικαιωμάτων” , τα οποία προσβλήθηκαν από τις επαχθείς συνέπειες της αδικοπρακτικής θανάτωσης, θα εφαρμοσθεί, με βάση τη διάταξη του άρθρου 26 του Α.Κ. αμέσως το Ελληνικό Δίκαιο, χωρίς την παρεμβολή άλλης έρευνας, στο πλαίσιο εφαρμογής των αρχών του Ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, που έχει σχέση με την έννοια του προκρίματος και του προδικαστικού ζητήματος, και ειδικά η διάταξη του άρθρου 932 A. K. με την οποία θα προσδιορισθεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το εάν ο συγκεκριμένος ενάγων ανήκει στο κύκλο των δικαιουμένων προσώπων, με την προαναφερθείσα έννοια, ανεξαρτήτως του εάν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση το (μη εφαρμοστέο όμως) ουσιαστικό δίκαιο της Ιθαγενείας του θανόντος και εκείνων που ζητούν την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης, προβλέπεται διαφορετική ρύθμιση, ως προς τα πρόσωπα που ανήκουν στον κύκλο εκείνων που δικαιούνται να επιδιώξουν την αντίστοιχη αξίωση ή δεν προβλέπεται καμία ρύθμιση. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 932 εδ. 3 ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης. Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου "οικογένεια του θύματος", προφανώς γιατί ο νομοθέτης δε θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, o οποίος, ως εκ της φύσης του υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις, κατά τη διαδρομή του χρόνου. Κατά την αληθή, όμως, έννοια της εν λόγω διάταξης, που απορρέει από τον σκοπό της θέσπισης της, στην οικογένεια του θύματος, ως αόριστης νομικής έννοιας, περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενά συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλειά του για την ανακούφιση του ηθικού πόνου των οποίων, στοχεύει η διάταξη αυτή, αδιαφόρως αν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά. Υπό την έννοια αυτή, μεταξύ των προσώπων τούτων περιλαμβάνονται o σύζυγος, τα τέκνα, οι αδελφοί του θανόντος, οι γονείς, οι παππούδες, ενώ, σημειωτέον, η επιδίκαση της, από το άρθρο 932 εδ. 3 ΑΚ προβλεπομένης, χρηματικής τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα, της ύπαρξης, κατ' εκτίμηση του δικαστή της ουσίας, μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος, όταν ο τελευταίος ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό, είτε όλων των προσώπων αυτών, είτε κάποιων ή κάποιου από αυτούς, από την επιδίκαση της εν λόγω χρηματικής Ικανοποίησης (ΟλΑΠ 21/2000). Επομένως, o προσδιορισμός, τελικώς, από το δικαστήριο, των συγκεκριμένων εναγόντων, ως ανηκόντων στον κύκλο των προστατευομένων αγαθών ή υποκειμενικών δικαιωμάτων και η αντίστοιχη νομιμοποίηση τους, θα κριθεί με βάση την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 932 Α. Κ. και ειδικώς με βάση την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ. και ειδικώς με βάση την προαναφερθείσα έννοια της «οικογένειας» όπως προσδιορίζεται αποκλειστικώς από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, κατά την αντίστοιχη ερμηνεία της ίδιας διάταξης που προαναφέρθηκε. Μόνο δε στην περίπτωση εκείνη που αμφισβητηθεί, στη συνέχεια, μια από τις πιο πάνω συγγενικές ιδιότητες, όσο έχει σχέση με την ύπαρξη ή την εγκυρότητα της σχέσης εκείνης, από την οποία προέρχεται η ιδιότητα αυτή (όπως για παράδειγμα, η ύπαρξη ή όχι γάμου ή συγγενικής σχέσης γονέα και τέκνου), τότε πλέον καθίσταται αναγκαία η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13, 14, 17-24 του ΑΚ (κατά περίπτωση), για να κριθεί, αναλόγως, το εάν o ενάγων έχει τελικώς την ιδιότητα του συζύγου ή του τέκνου, του πατέρα ή του παππού του θανατωθέντος (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1014/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαμ 18/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).


Ακολούθως, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ, μεταξύ των απαραίτητων στοιχείων της αγωγής, είναι η σαφής έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, έτσι ώστε να δικαιολογείται η άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Από τη διάταξη αυτή του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η νομιμοποίηση, ως εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης, για συγκεκριμένη έννομη σχέση, η οποία καθορίζεται κατά κανόνα, ως προς το αντικείμενό της τους φορείς της, από το ουσιαστικό δίκαιο, είναι απαραίτητο στοιχείο της αγωγής [βλ. Ολ ΑΠ 18/2005 NoB 53 (2005). 1075]. Η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει, κατά κανόνα, αμέσως από το νόμο και κυρίως από διατάξεις του ουσιαστικού ή και του δικονομικού δικαίου και εκείνος, που εμφανίζεται, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, δικαιούχος ή υπόχρεος, νομιμοποιείται καταρχήν, ως ενάγων ή εναγόμενος, αντίστοιχα [βλ. ΑΠ 26/2005 ΕλΔ 46 (2005). 1462]. Για τη νομιμοποίηση, συνεπώς, προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης, αρκεί καταρχήν o ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι αυτός και o εναγόμενος είναι υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης (Εφ Ιωαν 21/2005 ΕΕΝ 2005.574). Η αμφισβήτηση, μάλισταμ, της ύπαρξης νομιμοποίησης, δε συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της αγωγής του ενάγοντος [ΑΠ 871/2003 ΕλΔ 44(2003), 1623, ΑΠ 351/1979 ΝοΒ 27.1427], o οποίος και φέρει προς τούτο το σχετικό βάροςκαποδείξεως, με συνέπεια, σε περίπτωση που δεν αποδείξει τον περί νομιμοποιήσεώς του ισχυρισμό, την απόρριψη της αγωγής, για έλλειψη (ενεργητικής ή παθητικής) νομιμοποίησης, κατά το δικονομικό κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο «μη αποδεικνύοντος του φέροντος το βάρος της αποδείξεως, απορρίπτεται η αγωγή (ή η ένσταση)". Τα θεμελιωτικά, εξάλλου, στοιχεία της νομιμοποίησης, ενεργητικής και παθητικής, πρέπει να αναγράφονται στο δικόγραφο της αγωγής, για να προκύπτει o σύνδεσμος του ενάγοντος και του εναγομένου, προς την επίδικη έννομη σχέση, γιατί ο ισχυρισμός, για τη νομιμοποίηση αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, η δε συνέπεια της παράλειψης αναφοράς των στοιχείων νομιμοποίησης στο δικόγραφο της αγωγής, είναι το απαράδεκτο αυτής [βλ. Βασ. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, άρθρο 68, τ. A', σελ. 395, 5685/1999 ΕλΔ 41 (2000). 526]. Σε περίπτωση δε έλλειψης αποδείξεως της νομιμοποίησης, απορρίπτεται όχι σαν απαράδεκτη, αλλά σαν ουσιαστικά αβάσιμη (K. Μπέης, Ερμηνεία ΚΠολΔ, άρθρο 68, σελ. 360), σύμφωνα με την άποψη, ότι η νομιμοποίηση συνδέεται με κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, από τους οποίους προκύπτει o σύνδεσμος του διαδίκου με την επίδικη έννομη σχέση 1221/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ΜονΕφΠειρ 533/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).


Επιπρόσθετα, κατά τη διάταξη του άρθρου 254 παρ. 1 ΚΠ0λΔ (όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του από του άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ.2 του N. 4335/2015), « Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. H απόφαση μνημονεύει απαραιτήτως τα ειδικά θέματα που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης. H συζήτηση αυτή θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης. Εξέταση νέων μαρτύρων επιτρέπεται μόνο για την απόδειξη των ισχυρισμών του εδ. β' της παρ. 2 του άρθρου 269». H ανασυζήτηση διατάσσεται ιδίως, όταν εμφανίζονται ελλείψεις ή κενά στις αποδείξεις, το δε Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την προσκομιδή των αναγκαίων διαδικαστικών ή αποδεικτικών εγγράφων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν, αλλά δεν προσκόμισαν (ΑΠ 105/1983 ΕλλΔνη 24.636, ΠΠρΘεσσαλ 28883/2003 Αρμ 2003. 1744) ή δεν προσκόμισαν νομίμως (πρβλ. σχετικά ΠΠρΑθ 4153/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).


Με την υπό κρίση αγωγή τους -όπως παραπέμπεται, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία, δυνάμει της με αριθμό 160/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και θεώρησε την αγωγή, μη ασκηθείσα, ως προς τους έκτο και έβδομη των εναγόντων, καταργώντας τη δίκη ως προς αυτούς, κατόπιν παραιτήσεώς τους από το αγωγικό δικόγραφο, κατά τα άρθρα 294,295 και 297 ΚΠολΔ- εκθέτουν οι λοιποί ενάγοντες (νυν καλούντες) το ακόλουθο ιστορικό: Ότι o ………… (………….) ………… (……….) του ……….. (……….), o οποίος τύγχανε υιός του πρώτου και της δεύτερης των εναγόντων, αμφιθαλής αδελφός της τρίτης και της τέταρτης από αυτούς και εγγονός, από την πατρική γραμμή, της πέμπτης ενάγουσας, απεβίωσε εντός του καταστήματος (οβελιστηρίου) της πρώτης εναγομένης εταιρείας, της οποίας ομόρρυθμοι εταίροι τυγχάνουν ο δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, στο …… Αττικής, την 6η.8.2007. Ότι, ειδικότερα, ενώ o θανών βρισκόταν στο εν λόγω κατάστημα, αναμένοντας να εκτελέσει εντολή μεταφοράς φαγητού, απασχολούμενος, ως διανομέας, στην εν λόγω επιχείρηση, έλαβε χώρα αιφνίδια διακοπή παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, για -το λόγο δε αυτό, κατόπιν σχετικής εντολής του δευτέρου των εναγομένων, ανήλθε στο πατάρι του ως άνω καταστήματος, προκειμένου να ελέγξει την αιτία της διακοπής και την κατάσταση των ηλεκτροφόρων καλωδίων στο χώρο αυτό. Ότι, εξαιτίας αφενός, της πλημμελούς συντήρησης της ηλεκτρικής εγκαταστάσεως της εν λόγω επιχείρησης και απουσίας λήψης, εν γένει, των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας από τους εναγομένους, αφετέρου δε, της εντολής που έλαβε o θανών, για τη διαπίστωση βλάβης των ηλεκτροφόρων καλωδίων στο πατάρι του καταστήματος, μολονότι ο ίδιος δε διέθετε τις απαιτούμενες ηλεκτρολογικές γνώσεις για το σκοπό αυτό, το δε γεγονός αυτό γνώριζαν οι εναγόμενοι εργοδότες του, επήλθε o θάνατός του από ηλεκτροπληξία. Ότι υπέστησαν οι ενάγοντες ψυχική οδύνη εξαιτίας του συγκεκριμένου θανάτου του μέλους αυτού της οικογένειάς τους, που προκλήθηκε από την ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά των αντιδίκων τους. Με βάση τα παραπάνω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, ζητούν οι ενάγοντες κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος εκάστου, με την τροπή αυτού, εν μέρει, από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, σύμφωνα με δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, κατά την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, η οποία (δήλωση) καταχωρίστηκε νομίμως στα ταυτάριθμα με την απόφαση, πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, αλλά και με τις νομίμως και εμπροθέσμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις τους – τα ακόλουθα: Α) Να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων, να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος, χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, το ποσό των 20.000 ευρώ, σε έκαστο από τους πρώτο και δεύτερη των το ποσό των 40.000 ευρώ σε καθεμία από τις τρίτη και τέταρτη ενάγουσες και το ποσό των 20.000 ευρώ στην πέμπτη ενάγουσα, άπαντα δε τα ως άνω ποσά, νομιμοτόκως από την επομένη ημέρα επιδόσεως ακριβούς αντιγράφου της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση. B) Να υποχρεωθούν oι εναγόμενοι, να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος, για την ίδια ως άνω νόμιμη αιτία, το ποσό των 39.978 ευρώ σε έκαστο από τους πρώτο και δεύτερη ενάγοντες, το ποσό των 9.978 ευρώ σε εκάστη από τις τρίτη και τέταρτη των εναγόντων και το ποσό των 9.978 ευρώ στην πέμπτη ενάγουσα, επίσης με το νόμιμο τόκο, άπαντα τα ανωτέρω ποσά, από την επομένη ημέρα επιδόσεως ακριβούς αντιγράφου της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση. Τέλος, ζητούν να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να απαγγελθεί σε βάρος του δευτέρου και του τρίτου των εναγομένων, προσωπική κράτηση διαρκείας μέχρι ενός (1) έτους, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της αποφάσεως και να καταδικασθούν οι αντίδικοί τους στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή αυτή αρμοδίως, κατά παραπομπή σύμφωνα με τα εκτιθέμενα παραπάνω στην απόφαση αυτή – εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία (άρθρο 46 ΚΠολΔ). Είναι δε αρκούντως ορισμένη, καθώς στο δικόγραφό της γίνεται σαφής και πλήρης έκθεση των αναγκαίων, για τη νομική θεμελίωσή της, πραγματικών περιστατικών και εκείνων που απαιτούνται για τη δικαιολόγηση της άσκησής της, κατά των εναγομένων (άρθρα 111 παρ. 2, 118 παρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ) νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 26, 71, 299, 330, 346, 914, 926, 932 ΑΚ και 70, 176, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επιπρόσθετα, ως προς το παρεπόμενο αγωγικό αίτημα, που αφορά στην κήρυξη της αποφάσεως αυτής προσωρινά εκτελεστής, σημειώνεται ότι είναι νόμιμο ερειδόμενο στις διατάξεις των άρθρων 907 και 908 παρ. 1 περ. δ' ΚΠολΔ, μόνον ως προς το διατηρούμενο καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, δεδομένου ότι δεν προσιδιάζει σε αναγνωριστικές ή διαπλαστικές, παρά μόνο καταψηφιστικές αγωγές, επί των οποίων εκδίδονται αποφάσεις, που, μετά την τελεσιδικία τους, δύνανται να αποτελέσουν εκτελεστούς τίτλους. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, το παρεπόμενο αίτημα απαγγελίας προσωπικής κράτησης σε βάρος του δευτέρου και του τρίτου των εναγομένων, κρίνεται νομικά βάσιμο, ως στηριζόμενο στη διάταξη του άρθρου 1047 ΚΙ]ολΔ, μόνον καθ' όσον αφορά στο καταψηφιστικό αγωγικό αίτημα, το οποίο συνίσταται σε απαίτηση υπερβαίνουσα το ποσό των 30.000 ευρώ. Κατόπιν τούτων, πρέπει η ένδικη αγωγή, για το καταψηφιστικό αντικείμενο της οποίας καταβλήθηκε το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου μετά των υπέρ τρίτων νομίμων προσαυξήσεων, όπως προκύπτει από το με αριθμό ……….. ……….. Σειράς ……… τύπου …….διπλότυπο είσπραξης του Υπουργείου Οικονομικών και το με αριθμό ……. Σειράς ….' δικαστικό ένσημο ETAA-TAN Τμήμα Πόρων, που νομίμως προσκομίζονται μετ' επικλήσεως από τους ενάγοντες, να ερευνηθεί, καθ' όσον κρίθηκε νόμιμη, περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Από το σύνολο των εγγράφων που νομίμως προσκομίζονται, μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους, που λαμβάνονται υπόψη, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα νομίμως προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως, ταυτάριθμα με τη με αριθμό ……… παραπεμπτική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, καθώς επίσης τα έγγραφα της προηγηθείσας ποινικής διαδικασίας και οι αποφάσεις ποινικών Δικαστηρίων, ήτοι η με αριθμό ……/2013 απόφαση του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και η με αριθμό ……/2014 απόφαση του Γ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών (ΑΠ 1286/2003 ΧρΙΔ 2004.245), ενώ επισημαίνεται ότι δε δύνανται να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο τούτο, γι τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος σχετικά με τη συνδρομή των προϋποθέσεων ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγόντων , αφενός το από ……………….2017 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του αποβιώσαντος, που εκδόθηκε από το Ληξιαρχείο ……. του Δήμου Δυρραχίου της Δημοκρατίας της Αλβανίας, με συνημμένη σε αυτό, επίσημη, πιστή και ακριβή μετάφραση από την αλβανική στην ελληνική γλώσσα κι αφετέρου το από ……...2017 πιστοποιητικό γεννήσεως της πέμπτης ενάγουσας, που εκδόθηκε από το ίδιο ως άνω Ληξιαρχείο της Δημοκρατίας της Αλβανίας, με συνημμένη σε αυτό, επίσημη, πιστή και ακριβή μετάφραση από την αλβανική στην ελληνική γλώσσα, καθώς αυτά δεν προσκομίσθηκαν παραδεκτά και νόμιμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 237 παρ.1 εδ β’, γ’ και 238 ΚΠ0λΔ, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 6η. 8.2007 και περί ώρα 21.45 απεβίωσε, συνεπεία ηλεκτροπληξίας που υπέστη στο πατάρι καταστήματος (οβελιστηρίου) της πρώτης εναγόμενης ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «……………….O.E.» και το διακριτικό τίτλο «………………………..» (ομόρρυθμα μέλη της οποίας είναι o δεύτερος και o τρίτος των εναγομένων), κειμένου στο ……….. Αττικής, επί της οδού ……………. αριθμ. ………., o ………. (όνομα) ……. (επώνυμο) του………. (……….).

Εντούτοις, από το σύνολο των νομίμως προσκομιζομένων μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, δεν προκύπτει, σε βαθμό πλήρους και ασφαλούς δικανικής πεποίθησης, η νομιμοποίηση των εναγόντων για τη διεξαγωγή της συγκεκριμένης δίκης, που ερείδεται στην εκτιθέμενη στο αγωγικό δικόγραφο, συγγενική τους σχέση με το θανόντα. Και τούτο, διότι τα αποδεικτικά μέσα εκείνα, που θα καθίσταντο ικανά, αλλά και επαρκή να συντελέσουν στη μόρφωση πλήρους και ασφαλούς δικανικού πορίσματος, αναφορικά με την ταυτότητα των εναγόντων, ως μελών της στενής οικογένειας του θύματος, ήτοι ειδικότερα ως γονέων (των δύο πρώτων εναγόντων), ως αμφιθαλών αδελφών (της τρίτης και της τέταρτης εναγουσών) και ως γιαγιάς από την πατρική γραμμή (της πέμπτης ενάγουσας), προκειμένου αυτά να νομιμοποιούνται στην άσκηση της υπό κρίση αγωγής, δε δύνανται να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο τούτο, στο πλαίσιο εφαρμογής των κανόνων της προκειμένης τακτικής διαδικασίας στην ένδικη υπόθεση. Ειδικότερα, όσον αφορά στο από 24.3.2017 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του αποβιώσαντος, που εκδόθηκε από το Ληξιαρχείο ………. Δήμου …….. της Δημοκρατίας της Αλβανίας, με τη συνημμένη σε αυτό, από 27.3.2017 επίσημη, πιστή και ακριβή μετάφραση από την αλβανική στην ελληνική γλώσσα, το οποίο επικαλούνται οι ενάγοντες με τις νομίμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις αυτών, ως σχετικό με αριθμό 15, σημειώνεται ότι δεν προσκομίσθηκε εμπρόθεσμα και συνεπώς, παραδεκτά, συγχρόνως με την κατάθεση των εγγράφων προτάσεων των εναγόντων, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 237 παρ. 1 εδ.β' και 238 ΚΠολ.Δ. H μη εμπρόθεσμη αυτή κατάθεση του αποδεικτικού
στοιχείου αυτού, συνάγεται τόσο από τη σχετική προφορική ρητή δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου των εναγόντων, κατά την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, που καταχωρίσθηκε νομίμως στα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, όσο και από την ημερομηνία της 27ης .3.2017, που φέρεται ότι έχει λάβει χώρα η επίσημη ακριβής μετάφραση του εν λόγω πιστοποιητικού από την αλβανική στην ελληνική γλώσσα, η οποία (ημερομηνία) είναι μεταγενέστερη της αναφερόμενης στην αρχή της απόφασης αυτής, δικασίμου. Περαιτέρω, σχετικά με το από 24.3.2017 πιστοποιητικό γεννήσεως της πέμπτης ενάγουσας, που εκδόθηκε, ομοίως, από το Ληξιαρχείο …. του Δήμου …………… της Δημοκρατίας της Αλβανίας, με τη συνημμένη σε αυτό, από 27.3.2017 επίσημη, πιστή και ακριβή μετάφραση από την αλβανική στην ελληνική γλώσσα, πρέπει να σημειωθεί ότι προσκομίζεται, επίσης, εκπρόθεσμα από τους ενάγοντες, δίχως, οιαδήποτε επίκληση στο δικόγραφο των προτάσεών τους, με αποτέλεσμα να μη δύναται να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο τούτο, προς απόδειξη της νομιμοποιήσεως της εν λόγω διαδίκου, για τη διεξαγωγή της συγκεκριμένης δίκης. Στο σημείο αυτό, χρήζει επισήμανσης το γεγονός ότι από τα λοιπά, νομίμως λαμβανόμενα υπόψη από το Δικαστήριο τούτο, αποδεικτικά έγγραφα, συνάγεται μόνον ότι το πατρώνυμο του θανόντος ήταν …………, δίχως έτερα λοιπά στοιχεία, και ότι με τη με αριθμό ………./2014 απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, επιδικάσθηκε σε βάρος του καταδικασθέντος κατηγορουμένου για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ……………. …….. (νυν δεύτερου εναγομένου), χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στην πολιτικώς ενάγουσα, ………….. Δεδομένου, ωστόσο, ότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρήσουν συμπλήρωσης, αναφορικά με το σύνδεσμο των εναγόντων με την επίδικη έννομη σχέση, στο πλαίσιο συγγενικής σχέσης με τον αποβιώσαντα, πρέπει, σύμφωνα και με τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα στην αντίστοιχη προηγηθείσα νομική σκέψη της αποφάσεως αυτής, να αναβληθεί η έκδοση οριστικής απόφασης και να διαταχθεί η επανάληψη της συζητήσεως της κρινόμενης αγωγής, προκειμένου να προσκομισθούν νομίμως, τα αποδεικτικά της νομιμοποιήσεως των εναγόντων έγγραφα , ήτοι αφενός το από 24.3.2017πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του αποβιώσαντος, που εκδόθηκε από το Ληξιαρχείο ……….. του Δήμου ……… της Δημοκρατίας της Αλβανίας, με συνημμένη σε αυτό, επίσημη, πιστή και ακριβή μετάφραση από την αλβανική στην ελληνική γλώσσα κι αφετέρου το από 24.3.2017 πιστοποιητικό γεννήσεως της πέμπτης ενάγουσας, που εκδόθηκε από το ίδιο ως άνω ληξιαρχείο της Δημοκρατίας της Αλβανίας, με συνημμένη σε αυτό, επίσημη, πιστή και ακριβή μετάφραση από την αλβανική στην ελληνική γλώσσα. Τέλος, διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, καθώς η απόφαση αυτή δεν είναι οριστική.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΒΑΛΛΕΙ την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αγωγής.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να προσκομισθούν νομίμως, τα αποδεικτικά της νομιμοποιήσεως των εναγόντων έγγραφα, ήτοι αφενός το από 24.3.2017 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του αποβιώσαντος, που εκδόθηκε από το Ληξιαρχείο …….. του Δήμου ….. της Δημοκρατίας της Αλβανίας, με συνημμένη σε αυτό, επίσημη, πιστή και ακριβή μετάφραση από την αλβανική στην ελληνική γλώσσα κι αφετέρου το από 24.3.2017 πιστοποιητικό γεννήσεως της πέμπτης ενάγουσας, που εκδόθηκε από το ίδιο ως άνω Ληξιαρχείο της Δημοκρατίας της Αλβανίας, με συνημμένη σε αυτό, επίσημη, πιστή και ακριβή μετάφραση από την αλβανική στην ελληνική γλώσσα.


Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2018 δίχως την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.


H ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                                                                                                 O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Παραστάθηκαν