Δικηγορικό Γραφείο

 

 

Αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5 Ν. 2251/1994 ο όρος της ένδικης σύμβασης, περί μονομερούς αύξησης του συμβατικού επιτοκίου από την καθ’ ης – Δέχεται ανακοπή – Ακυρώνει επιταγή προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου διαταγής πληρωμής, κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου και αποσπάσματος της παραπάνω κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου.

 

Περίληψη: Στις καταναλωτικές συμβάσεις ο ν. 2251/1994 αξιώνει τα κριτήρια με τα οποία καθορίζονται οι όροι αυτών να αναφέρονται στη σύμβαση, δεδομένου ότι ο ανωτέρω νόμος (άρθρο 2 § 7 εδ. ια', όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 § 24 γ του ν. 2741/1999) δεν ανέχεται την αοριστία του τιμήματος παρά μόνο εάν υπάρχει σπουδαίος λόγος, οπότε πρέπει να αναφέρονται ειδικώς καθορισμένα και εύλογα κριτήρια – Συγκεκριμένα, σύμφωνα, με το ανωτέρω άρθρα και ιδίως το εδάφιο ια αυτού, είναι σε κάθε περίπτωση καταχρηστικοί οι ΓΟΣ που χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθαρισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. Στη συνέχεια αφού διαπιστωθεί ότι ο συγκεκριμένος ΓΟΣ είναι καταχρηστικός επέρχεται ως έννομη συνέπεια η ακυρότητά του. Συνεπώς, ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου μιας δανειακής σύμβασης θα πρέπει να είναι για τον καταναλωτή σαφώς περιγεγραμμένος και προσδιορισμένος και ο καταναλωτής θα πρέπει να αντιλαμβάνεται με πλήρη σαφήνεια την υποχρέωση που αναλαμβάνει ως προς το ύψος του επιτοκίου του δανείου του, διαφορετικά πάσχει από ακυρότητα ο όρος. – Συνιστά παράβαση της αρχής της διαφάνειας ο μη προσδιορισμός κατά την υπογραφή της σύμβασης των κριτηρίων αναπροσαρμογής του επιτοκίου  και διαταράσσει την ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος της δανειολήπτριας (άρθρο 6 παρ. 2 Ν. 2251/1994), καταχρηστικός και, άρα, άκυρος ο σχετικός όρος. – Κρίση ότι η συνολική οφειλή είναι αποτέλεσμα, τουλάχιστον κατά ένα μέρος, εφαρμογής του ανωτέρω άκυρου γενικού όρου συναλλαγών, το δε ύψος της παράνομης χρέωσης δεν μπορεί να προσδιοριστεί από τον τηρούμενο για την εξυπηρέτηση της σύμβασης λογαριασμό και τις εγγραφές της καθ' ης σε αυτόν, με αποτέλεσμα να καθίσταται η απαίτηση της καθ' ης μη εκκαθαρισμένη κατά τη διάταξη του άρθρου 916  ΚΠολΔ και να πάσχουν ακυρότητας οι επιταγές προς εκτέλεση και οι συνακόλουθες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης, κατασχετήρια έκθεση και απόσπασμα.

 

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ

 ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

  

 

 

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ

253/2018

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

Συγκροτούμενο από τη Δικαστή Χριστίνα Κοντού, Πρόεδρο Πρωτοδικών και από τη Γραμματέα Γεωργία Μιχοπούλου

Συνεδρίασε στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2018 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ

Της ανακόπτουσας : ……………………………………………………………, κατοίκου ……………………… , οδός ……………………………………. αρ. …………………… , ΑΦΜ ……………………………. , η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Αικατερίνης Τρίμμη.

Της καθ' ης η ανακοπή Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο «…………………………………..» που εδρεύει στην Αθήνα (οδός, …………………………… αρ. ……) και εκπροσωπείται νόμιμα, ΑΦΜ ……………………… η οποία , παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της ……………………….

Η ανακόπτουσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από ……………………. ανακοπή της που κατατέθηκε στη Γραμματεία τον Δικαστηρίου τούτου με αριθμό κατάθεσης ……………………………./2017 προσδιορίσθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τούς ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

Με την υπό κρίση ανακοπή και για τους λόγους πού ειδικότερα αναφέρονται σ αυτή, ζητεί η ανακόπτουσα, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της ανακοπής, ν' ακυρωθούν η από ….-….-2017 επιταγή προς εκτέλεση παν βρίσκεται κάτω από το αντίγραφο τον εκτελεστού α' απογράφου της υπ' αριθμ. …………./2013 διαταγής πληρωμής τον Δικαστή τον Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η από …-….-2017 επιταγή προς εκτέλεση που βρίσκεται κάτω από το αντίγραφο του εκτελεστού α΄ απογράφου της υπ' αριθμ. …………../2013 διαταγής πληρωμής τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η υπ' αριθμ. …………………/2017 κατασχετήρια έκθεση ακινήτου τον δικαστικού επιμελητή τον Εφετείου Αθηνών …………………….. και το υπ' αριθμ. …………/2017 απόσπασμα της ως άνω κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, δυνάμει των οποίων εκτίθεται την ……..-03-2018 σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό το λεπτομερώς περιγραφόμενο στην προσβαλλόμενη κατασχετήρια έκθεση ακίνητο της ανακόπτουσας. Πρέπει να σημειωθεί ότι, εν προκειμένω, εφαρμόζονται οι διατάξεις τον ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκαν και αντικαταστάθηκαν από τις διατάξεις τον Ν. 4335/2015, αφού οι ανακοπτόμενες επιταγές προς εκτέλεση επιδόθηκαν στην ανακόπτουσα κατά το έτος 2017 (βλ. άρθρ. 9 παρ. 3 του πρώτου άρθρου τον Ν. 4335/2016), ήτοι, μετά την 01-01-2016. Περαιτέρω, η ως άνω ανακοπή εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του παρόντος καθ' ύλη και κατά τόπο αρμοδίου Δικαστηρίου τούτον (άρθρ. 933 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ) κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 επ. ΚΠολΔ), έχει δε ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα κατ' άρθρ. 934 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ. Επομένως, η κρινόμενη ανακοπή πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της.

Με τον πέμπτο λόγο της ανακοπής που βάλλει κατά της από …..-06-2017- επιταγής προς εκτέλεση που βρίσκεται κάτω από το αντίγραφο του εκτελεστού α’  απογράφου της υπ’ αριθμ. ……………/2013  διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι η ανωτέρω επιταγή πρέπει ν' ακυρωθεί καθόσον έχει εξοφληθεί ολοσχερώς η απαίτηση της καθ' ης σε βάρος της από την μεταξύ τους καταρτισθείσα υπ’ αριθμ. ………………….. σύμβαση στεγαστικού δανείου, για την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ………………./2013 διαταγή πληρωμής, με συμψηφισμό με καταθετικό λογαριασμό που τηρούσε σε υποκατάστημα της καθ' ης ο εν διαστάσει σύζυγό της ……………………, ο οποίος συμβλήθηκε ως εγγυητής στην ανωτέρω σύμβαση.

Με το παραπάνω περιεχόμενο ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι νόμιμος στηριζόμενος στη διάταξη τον άρθρου 416 ΑΚ και πρέπει να γίνει δεκτός και ως κατ' ουσίαν , βάσιμος καθόσον με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της καθ` ης που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με τις προτάσεις η καθ' ης συνομολογεί την εξόφληση της από …….-….-2017 επιταγής προς εκτέλεση που βρίσκεται κάτω από το αντίγραφο του εκτελεστού α` απογράφου της υπ' αριθμ. …………./2013 διαταγής πληρωμής τον Δικαστή τον Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από την οποία (επιταγή) ρητά παραιτείται.

Συνεπώς, θα πρέπει η ανωτέρω επιταγή προς πληρωμή ν’ ακυρωθεί, η δε ανακόπτουσα έχει έννομο συμφέρον προς τούτο παρά την παραίτηση της καθ’ ης, καθόσον η ανωτέρω επιταγή μνημονεύεται ως εκτελεστός τίτλος στην υπ` αριθμ. ………………../2017 κατασχετήρια έκθεση ακινήτου τον δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ……………………….και στο υπ` αριθμ. …………/2017 απόσπασμα της παραπάνω κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή .

Κατά τη διάταξη τον άρθρ. 2 παρ. 6 Ν. 2251/1994, οι γενικοί όροι συναλλαγών (ΓΟΣ), δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος του καταναλωτή. Συνεπώς, κατά τον έλεγχο τον κύρους του περιεχομένου ενός τέτοιου όρου, εξετάζεται σε πρώτη φάση αν αυτός είναι αντίθετος με κάποια απαγορευτική ρήτρα που περιλαμβάνεται στην ενδεικτική απαρίθμηση συγκεκριμένων ΓΟΣ (άρθρ. 2 παρ. 7 Ν. 2251/1994) που θεωρούνται «per se» καταχρηστικοί και άρα άκυροι, δηλαδή χωρίς να απαιτείται ως προς αυτούς η ύπαρξη των προαναφερόμενων προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας (ΑΠ 1332/2012 και ΑΠ 904/2011 Τραπ. Νομ. Πληροφ. «ΝΟΜΟΣ») και σε περίπτωση αρνητικού αποτελέσματος, ελέγχεται κατά πόσο ο συγκεκριμένος ΓΟΣ περιέχει απόκλιση από ουσιώδεις αξιολογήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα του ενδοτικού δικαίου (ΑΠ 561/2014 και ΑΠ 1219/2001 Τραπ. Νομ. Πληροφ. «ΝΟΜΟΣ»). Η ως άνω ρύθμιση αποτελεί εξειδίκευση της γενικής αρχής του άρθρ. 281 ΑΚ, κατά την οποία απαγορεύεται η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος ή η κατάχρηση ενός θεσμού, όπως είναι η συμβατική ελευθερία.

Βεβαίως, δεν απαγορεύεται η απόκλιση από οποιαδήποτε διάταξη του ενδοτικού δικαίου, αλλά μόνο από εκείνες που φέρουν καθοδηγητικό χαρακτήρα ή, σε περίπτωση άτυπων συναλλακτικών μορφών, από τα ουσιώδη, για την επίτευξη τον σκοπού και της διατήρησης της φύσης της σύμβαση, δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών που απηχούν πράγματι δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη για το συγκεκριμένο είδος συναλλαγής. Η καθοδηγητική λειτουργία διαταράσσεται όταν με το περιεχόμενο του γενικού όρου συναλλαγών αλλάζει η εικόνα που έχει διαμορφωθεί με βάση τους κανόνες τον ενδοτικού δικαίου για τη συγκεκριμένη, συμβατική μορφή ή επέρχεται περιορισμός θεμελιωδών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων πού προκύπτουν από τη φύση της σύμβασης κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να απειλείται η ματαίωση του σκοπού της. Ως εκ τούτου, για να κριθεί αν ένας γενικός όρος συναλλαγών διαταράσσει τη συμβατική ισορροπία και συνεπώς είναι άκυρος ως καταχρηστικός γίνεται αξιολογική στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων και εκτιμώνται οι ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης (ΟλΑΠ 6/2006 Τραπ. Νομ. ΙΤληροφ. «ΝΟΜΟΣ»). Ακολούθως, λαμβάνονται υπόψη, εκτός από την ανάγκη προστασίας του κατά τεκμήριο ασθενέστερου καταναλωτή, η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της, όπως ο εξειδικευμένος ή μη χαρακτήρας της συναλλαγής, η εξοικείωση του πελάτη με τις σχετικές συναλλαγές, το μορφωτικό και πνευματικό του επίπεδο, οι κίνδυνοι που αναλαμβάνονται και η δυνατότητα αντιμετώπισης τους, καθώς επίσης και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται (ΑΠ 561/2014 και 1495/2006 Τραπ. Νομ. Πληροφ. «ΝΟΜΟΣ»). Παράλληλα, ερευνάται ποιες συνέπειες θα έχει η διατήρηση ή κατάργηση τον όρου για κάθε πλευρά, πώς θα μπορούσε κάθε μέρος να εμποδίσει την επέλευση του κινδύνου που θέλει να αποτρέψει ο συγκεκριμένος γενικός όρος, και πώς μπορεί κάθε μέρος να προστατευθεί από τις συνέπειες της επέλευσης τον κινδύνου με δικές του ενέργειες. Επιπλέον, το δίκαιο των «ΓΟΣ» διέπεται από την αρχή της διαφάνειας, ήτοι οι όροι πρέπει να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή (ΑΠ 430/2005 Τραπ. Νομ. Πληροφ. «ΝΟΜΟΣ»). Ειδικότερα δε, στις καταναλωτικές συμβάσεις ο ν. 2251/1994 αξιώνει τα κριτήρια με τα οποία καθορίζονται οι όροι αυτών να αναφέρονται στη σύμβαση, δεδομένου ότι ο ανωτέρω νόμος (άρθρο 2 §7 εδ. ια', όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 §24γ του ν.2741/1999) δεν ανέχεται την αοριστία του τιμήματος παρά μόνο εάν υπάρχει σπουδαίος λόγος, οπότε πρέπει να αναφέρονται ειδικώς καθορισμένα και εύλογα κριτήρια (ΑΠ 296/2001, Ελλ. Δικ 42,1321, ΑΠ 1030/2001  ΔΕΕ 11, 1125, ΑΠ 1219/2001 ΔΕΕ). Συγκεκριμένα, σύμφωνα, με το ανωτέρω άρθρα και ιδίως το εδάφιο ια αυτού, είναι σε κάθε περίπτωση καταχρηστικοί οι ΓΟΣ που χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθαρισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. Στη συνέχεια αφού διαπιστωθεί ότι ο συγκεκριμένος ΓΟΣ είναι καταχρηστικός επέρχεται ως έννομη συνέπεια η ακυρότητά. του. Συνεπώς, ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου μιας δανειακής σύμβασης θα πρέπει να είναι για τον καταναλωτή σαφώς περιγεγραμμένος και προσδιορισμένος και ο καταναλωτής θα πρέπει να αντιλαμβάνεται με πλήρη σαφήνεια την υποχρέωση που αναλαμβάνει ως προς το ύψος του επιτοκίου του δανείου του, διαφορετικά πάσχει από ακυρότητα ο όρος.

Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της ανακοπής η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι η από ……………….2017 επιταγή προς εκτέλεση που βρίσκεται κάτω από το αντίγραφο του εκτελεστού α΄ απογράφου της υπ’ αριθμ. ……………/2013 διαταγής πληρωμής τον Δικαστή τον Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πρέπει ν' ακυρωθεί και να διαταχθεί η διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, επικαλούμενη ότι είναι άκυρος και καταχρηστικός, ως αντικείμενος στη διάταξη τον άρθρου 2 παρ. 5 Ν. 2251/1994 ο όρος της ένδικης σύμβασης, περί αύξησης του συμβατικού επιτοκίου μονομερώς από την καθ’ ης αφού σε αυτόν δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια το επιτόκιο τον δανείου, με αποτέλεσμα να μην δύναται να προσδιοριστεί το ακριβές ύψος της οφειλής της. Με αυτό το περιεχόμενο, ο ανωτέρω λόγος ανακοπής είναι νόμιμος στηριζόμενος στις προαναφερόμενες διατάξεις και, συνεπώς, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητα του.

Από την ένορκη κατάθεση τον μάρτυρα της ανακόπτουσας που εξετάστηκε στο ακροατήριο τον Δικαστηρίου τούτου και απ` όλα τα έγγραφα, που νόμιμα προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την υπ' αριθμ. ……………………….σύμβαση στεγαστικού δανείου που καταρτίσθηκε μεταξύ της καθ' ης η ανακοπή τράπεζας και της ανακόπτουσας, η τελευταία έλαβε από την καθ’ ης δάνειο ποσού …………………… ευρώ για εργασίες προσθήκης -ανέγερσης κατοικίας. Σύμφωνα με τον υπ' αριθμ. 5.1  όρο της ένδικης σύμβασης «το επιτόκιο τον δανείου είναι είτε σταθερό για διάρκεια που συμφωνείται, είτε κυμαινόμενο, κατά τα κατωτέρω υπό 5.3 και 5.4 οριζόμενα. Το ποσοστό του προσδιορίζεται ειδικότερα στην πρόσθετη πράξη υπό την ένδειξη «επιτόκιο» …….. 5.3 Το επιτόκιο τον δανείου, εφόσον συμφωνηθεί αρχικά η μετατραπεί μεταγενεστέρως σε κυμαινόμενο, καθορίζεται και συμφωνείται ίσο με το επιτόκιο των δανείων για κατοικία, που η τράπεζα δημοσιεύει κάθε φορά στον ημερήσιο πολιτικό ή οικονομικό τύπο . Αν κατά τη διάρκεια τον δανείου, το επιτόκιο αυτό αυξηθεί ή μειωθεί, ο οφειλέτης αποδέχεται από τώρα να καταβάλλει το αυξημένο ή μειωμένο επιτόκιο, χωρίς να απαιτείται άλλη γνωστοποίηση, πέραν της ως άνω δημοσιεύσεως στον πολιτικό ή οικονομικό τύπο.  5.4 Μετά την πάροδο της συμφωνηθείσας διάρκειας σταθερού επιτοκίου, το δάνειο όπως το ύψος του θα έχει διαμορφωθεί την αντίστοιχη χρονική στιγμή, θα εκτοκίζεται, κατ` επιλογή τον οφειλέτη, που θα γίνεται με έγγραφη δήλωσή του που κοινοποιείται προς την Τράπεζα 10 ημέρες προ της παρόδου της συμφωνηθείσας διάρκειας σταθερού επιτοκίου, είτε με σταθερό επιτόκιο το οποίο θα ισχύει τότε στην Τράπεζα για τα δάνεια της κατηγορίας αυτής και θα δημοσιεύεται στον οικονομικό ή πολιτικό τύπο, είτε με κυμαινόμενο επιτόκιο, το οποίο καθορίζεται από τώρα και συμφωνείται ίσο με το κυμαινόμενο επιτόκιο δανείων για κατοικία, που η Τράπεζα  θα δημοσιεύει κάθε φορά στον ημερήσιο πολιτικό ή οικονομικό τύπο. Εξάλλου, σύμφωνα με την από ……………………… πρόσθετη πράξη της οικείας σύμβασης το επιτόκιο της σύμβασης ορίστηκε σταθερό μέχρι τον 4/2004 με ποσοστό 3,90 % και με επιβάρυνση λόγω μετατροπής επιτοκίου σε σταθερό ή κυμαινόμενο κατά τη διάρκεια τον σταθερού επιτοκίου ίση με 2%, ενώ περαιτέρω με την από ………….-04-2004 πρόσθετη πράξη το επιτόκιο καθορίσθηκε κυμαινόμενο με ποσοστό 5,25 % και με περίοδο χάριτος μέχρι την 21-04-2004. Ωστόσο, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, ο προαναφερόμενος γενικός όρων συναλλαγών της σύμβασης περί καθορισμού τον επιτοκίου προσκρούει στις διατάξεις του Ν. 2251/1994 και τον άρθρον 281 ΑΚ διότι καθιστά την οφειλή αόριστη, εφόσον παραλείπει να προσδιορίσει κατά τρόπο σαφή το εφαρμοζόμενο για την επίδικη οφειλή κυμαινόμενο επιτόκιο μετά την περίοδο χάριτος που αναφέρεται στη δεύτερη από 21-04-2004 πρόσθετη πράξη της σύμβασης, ήτοι, μετά την 21-04-2004 και δεν επιτρέπει τον καθορισμό της οφειλής με κριτήρια ειδικά προκαθορισμένα στη σύμβαση. Ως εκ τούτου, κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, κατά παράβαση της αρχής της διαφάνειας, ο εν λόγω όρος δεν επέτρεψε στη δανειολήπτρια ανακόπτουσα να προβλέψει τις ενδεχόμενες αναπροσαρμογές της πίστωσης και να εκτιμήσει το μέγεθος των οικονομικών υποχρεώσεων που αναλάμβανε. Συνεπώς, ο επίδικος συμβατικός όρος, επιβαλλόμενος μονομερώς από την καθ' ης η ανακοπή τράπεζα, διαταράσσει την ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος της ανακόπτουσας (άρθρο 6 παρ. 2 Ν. 2251/1994), καθόσον αφενός μεν ουδόλως μνημονεύονται στη σύμβαση τα κριτήρια βάσει των οποίων θα καθορίζονταν το ύψος τον επιτοκίου κατά τη διάρκεια της σύμβασης (τόσο του συμβατικού όσο και του υπερημερίας, αφού καθορίζεται με βάση το συμβατικό επιτόκιο), αφετέρου δε, η ανακόπτουσα, ως μέσος καταναλωτής, δεν μπορούσε να αντιληφθεί με πλήρη σαφήνεια την υποχρέωση που αναλάμβανε ως, προς το ύψος τον επιτοκίου του δανείου της, με αποτέλεσμα να είναι καταχρηστικός και, άρα, άκυρος. Περαιτέρω, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών, συνάγεται ότι η διαμόρφωση της ένδικης οφειλής της ανακόπτουσας, που ανέρχεται κατά τη συζήτηση της ανακοπής στο ποσό των …………….. ευρώ, για την οποία εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. …………./2013 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είναι αποτέλεσμα, τουλάχιστον κατά ένα μέρος, εφαρμογής του ανωτέρω άκυρου γενικού όρου συναλλαγών, το δε ύψος της παράνομης χρέωσης δεν μπορεί να προσδιοριστεί από τον τηρούμενο για την εξυπηρέτηση της σύμβασης λογαριασμό και τις εγγραφές της καθ' ης σε αυτόν, με αποτέλεσμα να καθίσταται η απαίτηση της καθ' ης μη εκκαθαρισμένη κατά τη διάταξη του άρθρου 916  ΚΠολΔ. Και τούτο, καθόσον στα προσκομιζόμενα αποσπάσματα του λογαριασμού που τηρήθηκε για την εξυπηρέτηση της σύμβασης δεν είναι δυνατός ο διαχωρισμός των επιμέρους παρανόμως υπολογισθέντων ποσών, ώστε να καθίσταται δυνατός ο υπολογισμός της παράνομης επιβάρυνσης της ανακόπτουσας (προς το σκοπό της μερικής ακύρωσης των προσβαλλόμενων πράξεων), με αποτέλεσμα να μην δύναται να αποδειχθεί εν γένει η ακριβής ποσότητα της απαίτησης, αλλά υπάρχει αμφιβολία για το ύψος αυτής, καθισταμένης της απαίτησης μη εκκαθαρισμένης στο σύνολο της, με αποτέλεσμα να πάσχει από ακυρότητα η από …………………..2017 επιταγή προς πληρωμή, η οποία συμπαρασύρει σε ακυρότητα και τις μεταγενέστερες πράξεις εκτέλεσης, ήτοι, την υπ' αριθμ. …………………/2017 κατασχετήρια έκθεση ακινήτου του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών …………………………….. και το υπ’ αριθμ. ……………………./2017 απόσπασμα της παραπάνω κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή. Επομένως, αποδεικνύεται ότι ο σχετικός δεύτερος λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος στην ουσία του και πρέπει να γίνει δεκτός, παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων ανακοπής. Ακολούθως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη ανακοπή και να ακυρωθούν η από .…………………2017 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου τον πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ΄αρίθμ.  ……………../2013 διαταγής πληρωμής, η υπ’ αριθμ. ………. /2017 κατασχετήρια έκθεση ακινήτου του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ……………… καθώς και το υπ’ αριθμ. …………………………./2017 απόσπασμα της παραπάνω κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου του ιδίου άνω δικαστικού επιμελητή, ενώ η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφιστεί μεταξύ των διαδίκων λόγω του ιδιαίτερα δυσχερούς της ερμηνείας των κανόνων δικαίου, που εφαρμόστηκαν (άρθρ. 179 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

Δικάζει αντιμωλίαν των διαδίκων.

Δέχεται την ανακοπή .

Ακυρώνει : α) την από ……………………… επιταγή προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ’ αριθμ. …………………………../2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς ΠρωτοδΙκείαυ Αθηνών, β) την από ………………..επιταγή προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου τον πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ’ αριθμ. ………………/2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, γ) την υπ' αριθμ. ……………../2017 κατασχετήρια έκθεση ακινήτου του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ……………….. και δ) Το υπ' αριθμ. ………………./2017 απόσπασμα της παραπάνω κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή.

Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 07-03-2018.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                             Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

Παραστάθηκαν