Δικηγορικό Γραφείο
Ι΄ Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών 2644/2018

Το δικαστήριο, δικάσαν ως εφετείο, έκανε δεκτούς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς περί έλλειψης διαχειριστικής εν τοις πράγμασι εξουσίας και κήρυξε αθώα την εντολέα μας, παρά το γεγονός ότι φερόταν τυπικώς ως νόμιμη εκπρόσωπος (πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος) της εργοδότριας ανώνυμης εταιρείας, για το αδίκημα της μη καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών προς εργαζόμενο (άρθρο 28 Ν. 3966/2011) κατ’ εξακολούθηση.

Όπως ειδικότερα ορίζει το αιτιολογικό της απόφασης του Ι΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών:

«Από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 28 Ν. 3996/2011 κάθε εργοδότης που παραβαίνει τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τις σχετικές με τους όρους και τις συνθήκες εργασίας και συγκεκριμένα τα χρονικά όρια εργασίας υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 31 του Ν. 3904/2016, την καταβολή δεδουλευμένων, την αμοιβή, την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ή την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον 6 μηνών ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον 900 ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές. Ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που προβλέπουν βαρύτερη ποινική μεταχείριση εξακολουθούν να ισχύουν. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παράγραφος 1 του Α.Ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995, τιμωρείται με τις αναφερόμενες σε αυτό ποινές κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιοδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές που καθορίζονται, είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή το έθιμο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτή ως άνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παράλειψης, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σε αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσης χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση, είτε από το νόμο ή το έθιμο, είτε από τις διοικητικές πράξεις (ΑΠ 337/2018, Νόμος). Ειδικότερα, για την καταδίκη εργοδότη για παράβαση των προαναφερόμενων διατάξεων θα πρέπει να προκύπτουν και εκτίθενται τα κρίσιμα για τη θεμελίωση του αναφερόμενου εγκλήματος περιστατικά, που είναι ο χρόνος κατά τον οποίον διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές, καθώς οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών και ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο αποδοχές στον εργαζόμενο και αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή από το νόμο ή από το έθιμο. Περαιτέρω, επί νομικού προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη, πρέπει να προσδιορίζεται η μορφή του νομικού προσώπου και εάν πρόκειται για εταιρεία και η εταιρική αυτής μορφή, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η θέση και η ιδιότητα που είχε ο κατηγορούμενος στην εταιρεία αυτή, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του για την καταβολή των αποδοχών. Δεν αρκεί, δηλαδή, ο χαρακτηρισμός του κατηγορουμένου ως εργοδότη ή ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης (ΑΠ 443/2018, ΑΠ 1176/2016, Νόμος).

Στην προκειμένη περίπτωση από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν, καθώς και από όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εγκαλών ………… είναι οδηγός επαγγελματικών οχημάτων. Από το έτος ……… διατηρεί προσωπική και φιλική σχέση με το σύζυγο της κατηγορουμένης ………… ο οποίος λειτουργούσε ατομική επιχείρηση μεταφοράς αγαθών και προσέλαβε το φίλο του ………. (ήδη εγκαλούντα) ως οδηγό στην ατομική επιχείρησή του το έτος ……… Από τότε ο …………. ως οδηγός βυτιοφόρου – φορτηγού εκτελούσε εθνικές οδικές μεταφορές για λογαριασμό του εργοδότη του ………. Μεταφέροντας κυρίως πετρελαιοειδή προϊόντα για τον εφοδιασμό ηλεκτροπαραγωγών σταθμών της ΔΕΗ σε διάφορα νησιά του Αιγαίου. Δυνάμει του από ……….. καταστατικού της συμβολαιογράφου ………… ο ……….. συνέστησε τη με αριθμό ΜΑΕ …………. ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…………. ΑΝΩΝΥΜΗ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» με το διακριτικό τίτλο «…………. ΑΕ», η οποία υπεισήλθε στο υφιστάμενο μέχρι τότε μεταφορικό έργο της ατομικής του επιχείρησης. Τούτο έγινε εξαιτίας οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η ατομική επιχείρηση του ………., καθώς και της αδυναμίας του τελευταίου να προβεί στην έκδοση νόμιμων παραστατικών προς τους πελάτες του για τις μεταφορές που πραγματοποιούσε, εξαιτίας μεγάλων χρεών που είχε προς το Δημόσιο, το οποίο ένεκα τούτου είχε λάβει σε βάρος του μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης. Εξ αυτού του λόγου, ο ……….. δε συμμετείχε στο διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας, παρά το γεγονός ότι αυτός ήταν ο κύριος μέτοχος αυτής και έτσι πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας ορίστηκε η κατηγορουμένη σύζυγός του ………….., ενώ το πρώτο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας, η θητεία του οποίου ορίστηκε πενταετής, ήτοι μέχρι την ……………, απαρτιζόταν, πέραν της κατηγορουμένης, από τους …………. και ……………, που συμμετείχαν στο διοικητικό συμβούλιο με την ιδιότητα του μέλους. Η κατηγορουμένη απασχολείται ως αισθητικός και δεν είχε καμία ενεργό ανάμειξη τόσο στην ατομική επιχείρηση του πρώην συζύγου της, όσο και μετέπειτα στην ανώνυμη εταιρεία που ιδρύθηκε, παρά τον εν τοις πράγμασι διορισμό της ως προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου αυτής. Συγκεκριμένα, η κατηγορουμένη έχουσα εν τοις πράγμασι και μόνο την ιδιότητα της διευθύνουσας συμβούλου δεν προέβη στην πρόσληψη του …………. στη νέα εταιρεία, καθόσον ο πρώην σύζυγός της ……….. ήταν αυτός που ενεργούσε κάθε πράξη διαχείρισης και εκπροσώπησης της εταιρείας αυτής έχοντας εφοδιαστεί με σχετικές εξουσιοδοτήσεις από τη σύζυγό του. Η τελευταία προέβη στην υπογραφή των εξουσιοδοτήσεων αυτών καθ’ υπόδειξη του τότε συζύγου της, χωρίς να γνωρίζει την έκταση της ευθύνης που αναλαμβάνει. Περαιτέρω, η κατηγορουμένη ουδέποτε μετέβη στην έδρα της ανώνυμης εταιρείας με την άνω αναφερόμενη ιδιότητά της και ουδεμία καθοριστική για την επιχειρηματική πορεία της ανώνυμης εταιρείας απόφαση έλαβε. Ουδέποτε κατέβαλε στο προσωπικό της εταιρείας μισθούς, αφού η μισθοδοσία καταβαλλόταν πάντοτε από τον …………., ενώ ουδέποτε άσκησε διευθυντικά καθήκοντα στο προσωπικό που απασχολούσε η εταιρεία. Η έλλειψη ενεργούς ανάμειξης της κατηγορουμένης στη λειτουργία της εταιρείας πλήρως αποδεικνύεται από τα όσα ανέφερε ο …………… την ………… στην επιθεώρηση εργασίας στο πλαίσιο επίλυσης της εργατικής διαφοράς του με την ανώνυμη εταιρεία για τις οφειλόμενες προς αυτόν αποδοχές. (…) Ένεκα της αποτυχίας συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς ο ………. άσκησε κατά του …………. Και της ανώνυμης εταιρείας «…………. ΑΕ» την από ………….. και με αριθμό κατάθεσης ………….. εργατική αγωγή με αίτημα την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών συνολικού ύψους 66.832,97 ευρώ, η συζήτηση της οποίας ματαιώθηκε και μέχρι σήμερα δεν έχει επαναφερθεί, εξαιτίας οικονομικών προβλημάτων που επικαλέστηκε στο ακροατήριο ο ενάγων (και ήδη εγκαλών) ………… για τη συνέχιση της αστικής αυτής υπόθεσής του. Μετά την άσκηση της αγωγής και προκειμένου να υποστηρίξει τους αγωγικούς του ισχυρισμούς ο ………. μετέβαλε στάση και έτσι ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, τόσο στον πρώτο όσο και σήμερα ενώπιον του δευτεροβάθμιου αυτού Δικαστηρίου, επικαλέστηκε το πρώτον ότι λάμβανε εντολές και από την κατηγορουμένη, αναφέροντας ότι σπάνια λάμβανε εντολές και από την κατηγορουμένη ως διευθύνουσα σύμβουλο της εταιρείας, καθώς και ότι μετέβαινε και η κατηγορουμένη στην επιχείρηση χωρίς να διευκρινίσει ωστόσο εάν ασκούσε διευθυντικά καθήκοντα, δοθέντος ότι στην αρχή της κατάθεσής του ρητά ανέφερε ότι στην εταιρεία «ο άντρας της έκανε κουμάντο». Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη εκπροσωπούσε την εταιρεία στις συναλλαγές κατά την άσκηση των επιχειρηματικών της δραστηριοτήτων, ενώ η τυπική συμμετοχή της κατηγορουμένης στην εταιρεία ως προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου έγινε καθ’ υπόδειξη και απαίτηση του συζύγου της. Ως εκ τούτου, η κατηγορουμένη δεν είχε πρόθεση να μην καταβάλει στον εργαζόμενο της ανώνυμης εταιρείας ………… τις δεδουλευμένες αποδοχές που αυτός αξιώνει από την εργασία του στην ανώνυμη εταιρεία, αφού δεν γνώριζε, ούτε και θα μπορούσε να γνωρίζει ποιες είναι οι αξιώσεις του τελευταίου και από πού προέρχονται, ένεκα του γεγονότος ότι η όλη διαχείριση γινόταν από τον σύζυγό της. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι η κατηγορουμένη και ο σύζυγός της έχουν λάβει από το έτος ……… διαζύγιο και έτσι μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσής τους η κατηγορουμένη ουδεμία ενημέρωση είχε από το σύζυγό της για τις οφειλές της εταιρείας προς τον ………., ούτε και ο τελευταίος επικαλέστηκε και απέδειξε ότι απευθύνθηκε προς την κατηγορουμένη ατομικά ή ως διευθύνουσα σύμβουλο της ανώνυμης εταιρείας, προκειμένου να του καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές του. Με βάση τα παραπάνω, επειδή δε στοιχειοθετείται η υποκειμενική υπόσταση του αποδιδόμενου στην κατηγορουμένη εγκλήματος πρέπει αυτή, κατά πλειοψηφία, να κηρυχθεί αθώα του εγκλήματος που της αποδίδεται, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας».