Δικηγορικό Γραφείο

 

  

Διατροφή συζύγων μετά την διάσταση και κατά τη διάρκεια του γάμου. Η συνυπαιτιότητα για την διακοπή της έγγαμης συμβίωσης δεν ασκεί επιρροή στο δικαίωμα καταβολής διατροφής του οικονομικά ασθενέστερου συζύγου, αφού η διακοπή της συμβίωσης οφείλεται και εδώ σε εύλογη αιτία και δεν έχει προβληθεί ένσταση ελαττωμένης διατροφής από τον καθ’ ου. – Συζυγική στέγη – Ακίνητο αγορασμένο με δάνειο, το οποίο δεν έχει εξοφληθεί – Διατάσσει την μετοίκηση του καθ’ ού που από τη συζυγική οικία, και την απόδοση χρήσης των κινητών πραγμάτων της οικοσκευής στην αιτούσα για λόγους επιείκιας.

 Ακολουθεί το κείμενο της απόφασης:

 

 

ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ 1113/2017

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων)

Αποτελούμενο από τον Δικαστή Ιωάννη Μαλλούχο, Πρόεδρο Πρωτοδικών, πού ορίστηκε με κλήρωση σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3327/2005.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2017, χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέα, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ: …………………………….., κατοίκου ……………………….., ΑΦΜ …………………….., η οποία παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων Κωνσταντίνας – Πηνελόπης Γιαννοπούλου και Σπυρίδωνος Αδάμ.

ΤΟΥ ΚΑΘ΄ ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ: ……………………………, κατοίκου …………………., ΑΦΜ ……………………., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου …………………..

Η αιτούσα, ζήτησε να γίνει δεκτή η από …………. αίτησή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό ………………. και προσδιορίστηκε για την παραπάνω δικάσιμο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί.

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 1389, 1390, 1391, 1392 εδ. 2 και 1495 ΑΚ προκύπτουν τα εξής: Σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, οπότε εξακολουθεί μεν ο μεταξύ των συζύγων γάμος, αλλά δεν μπορεί να γίνει λόγος περί συνεισφοράς αυτών προς αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, μεταξύ των οποίων και η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή, αφού με τη διακοπή της συμβίωσης έπαυσε να υπάρχει και να λειτουργεί κοινός οίκος και να δημιουργούνται οικογενειακές ανάγκες, εκείνος από τους συζύγους που για εύλογη στο πρόσωπό του αιτία διακόπηκε η έγγαμη συμβίωση, δικαιούται από τον άλλο, ανεξαρτήτως του εάν ο ένας είναι εύπορος και ο άλλος άπορος, διατροφή σε χρήμα, που προκαταβάλλεται μηνιαίως και υποκαθιστά τη συνεισφορά του υπόχρεου υπό συνθήκες οικογενειακής ζωής. Η υποχρέωση για καταβολή κατά μήνα διατροφής σε χρήμα, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, είναι συνέπεια της κατά τα άρθρα 1389 ΑΚ υποχρέωσης συνεισφοράς των συζύγων στην αμοιβαία διατροφή αυτών κατά τη διάρκεια του γάμου και δεν εξομοιώνεται με την κατά τα άρθρα 1485 επ. ΑΚ διατροφή (Ολ.ΑΠ. 9/1991), ούτε με την κατά τα άρθρα 1442 επ. ΑΚ. οφειλόμενη μετά το διαζύγιο, υπάρχει δε και αν ακόμη ο υπόχρεος αναγκάστηκε στη διακοπή της συμβίωσης από παράπτωμα του δικαιούχου.

Στην τελευταία όμως αυτή περίπτωση, αν το παράπτωμα του δικαιούχου της διατροφής συνιστά λόγο διαζυγίου, αναγόμενο σε υπαιτιότητα αυτού, περιορίζεται η έκταση της οφειλόμενης σ' αυτόν από τον άλλο διατροφής στα απολύτως αναγκαία για τη συντήρηση του (ελαττωμένη διατροφή) μετ’ ένσταση του εναγομένου, για την πληρότητα όμως της οποίας δεν αρκεί η παράθεση των παραπτωμάτων του ενάγοντος συζύγου, αλλά απαιτείται και αντίστοιχο αίτημα όπως επίσης και προσδιορισμός από τον ενιστάμενο του ποσού της κατ’ αυτόν οφειλόμενης ελαττωμένης διατροφής (Μον.Εφ.Θρακ 74/2014, Α΄ Δημ. ΝΟΜΟΣ). Οι διατάξεις των άρθρων 1392 εδ. β και 1495 ΑΚ εφαρμόζονται και στην περίπτωση που και ο υπόχρεος για τη διατροφή σύζυγος υπέπεσε σε παράπτωμα που αποτελεί υπαίτιο λόγο διαζυγίου, έστω και αν το παράπτωμα αυτό είναι εκείνο που αποτελεί την εύλογη για το δικαιούχο της διατροφής αιτία της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης και δικαιολογεί την πληρωμή διατροφής σε χρήμα, κατά το άρθρο 1391 παρ. 1 του ΑΚ (Εφ.Πατρ. 719/2006, Α΄ Δημ. ΝΟΜΟΣ).

Εξάλλου, από τις ίδιες παραπάνω διατάξεις των άρθρων 1389, 1390 και 1391 ΑΚ προκύπτει ότι, το μέτρο της μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης οφειλόμενης στο δικαιούχο διατροφής, προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν υπό συνθήκες οικογενειακής ζωής, σε συνδυασμό με εκείνες που ανέκυψαν από τη χωριστή διαβίωση λαμβανομένων υπόψη των εκατέρωθεν οικονομικών δυνάμεων μεταξύ των οποίων η περιουσία, η οποία αν είναι απρόσοδη, απόκειται στα δικαστήρια της ουσίας να κρίνει, αφού συνεκτιμήσει και τα λοιπά στοιχεία; εάν στην συγκεκριμένη περίπτωση επιβάλλεται η ρευστοποίηση της (Μον.Εφ.Αθ. 4781/2012).

Με την υπό κρίση αίτηση, η αιτούσα, επικαλούμενη επείγουσα περίπτωση, ζητεί, ως ασφαλιστικό μέτρο, να υποχρεωθεί ο καθ’ ου – σύζυγός της, με τον οποίο διέκοψε από εύλογη αιτία την έγγαμη συμβίωσή τους, να της καταβάλλει διατροφή σε χρήμα 1000 ευρώ μηνιαίως, προκαταβολικά το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα, επειδή αδυνατεί να αντιμετωπίσει τις ανάγκες διατροφής της από τα εισοδήματα ή την περιουσία της και να διαταχθεί: α) η προσωρινή μετοίκηση του καθ’ ου από τη συζυγική οικία, β) η παραχώρηση της χρήσεώς της στην ίδια και γ) η απαγόρευση προσεγγίσεώς της από τον καθ’ ου, με απειλή χρηματικής ποινής 1000 ευρώ και προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους για κάθε. παράβαση αυτής της υποχρεώσεώς του. Τέλος, ζητεί να καταδικασθεί ο αντίδικός της στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η αίτηση, αρμοδίως και παραδεκτώς, εισάγεται προς συζήτηση, κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. Κ.Πολ,.Δ.), ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, που είναι καθ’ ύλη και κατά τύπον αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 686 και 683 επ. του Κ.Πολ.Δ. Είναι δε ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1389, 1390, 1391, 1392 Α.Κ και 728, 729, 730, 176 Κ.Πολ.Δ., πλην τον παρεπομένου αιτήματος απειλής προσωπικής κράτησης και χρηματικής ποινής για κάθε παραβίαση της απόφασης, το οποίο είναι μη νόμιμο για το κονδύλιο της διατροφής, καθώς στις χρηματικές απαιτήσεις, δεν χωρεί έμμεση εκτέλεση κατ άρθρα 946, 947 Κ.Πολ.Δ. Κατόπιν τούτου, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Με το νομίμως κατατεθέν σημείωμά του ο καθ’ ου αρνείται αιτιολογημένα την αίτηση και ζητεί την απόρριψη της και την καταδίκη της αντιδίκου του στην καταβολή των δικαστικών του εξόδων.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, ενός από κάθε πλευρά, πού εξετάστηκαν στο ακροατήριο, των υπ’ αριθ. ……… και …………. ένορκων βεβαιώσεων των μαρτύρων της αιτούσας και του καθ’ ου, αντιστοίχως, που ελήφθησαν, νομοτύπως, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς η πρώτη και του Συμβολαιογράφου Αθηνών ………………. η δεύτερη, του μάρτυρά του, καθώς και από τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο, στις ……….., στον Ιερό Ναό ………………….., από τον οποίο απέκτησαν δύο, ενήλικα σήμερα τέκνα, τον ……………….., που γεννήθηκε το έτος 1994 και την ………………, που γεννήθηκε το έτος 1996. Η αρχική συζυγική στέγη των διαδίκων βρισκόταν στην Πετρούπολη (οδός ……………….., αλλά από τον Αύγουστο του έτους 2007, εγκαταστάθηκαν στην οριζόντια ιδιοκτησία, πού βρίσκεται στην οδό …………………. στη Νίκαια και απέκτησαν εξ ημισείας, με το υπ’ αριθμ. ………/2007 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Πειραιώς ………………………, με το τίμημα να εξοφλείται με έντοκο δάνειο ύψους 390.000 ευρώ και διάρκειας 30 ετών, που έλαβαν από την τράπεζα EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε., βάσει της υπ’ αριθμ. ……………….. συμβάσεως. Το Δικαστήριο πιθανολογεί ότι έως και την ενηλικίωση του …………………, ήτοι έως το έτος 2002, η έγγαμη συμβίωση υπήρξε αρμονική. 'Εκτοτε, όμως, σημειώνονταν τακτικά επεισόδια μεταξύ τούς, με αποτέλεσμα να έλθουν σε διάσταση και η αιτούσα να αποχωρήσει από την συζυγική οικία και να φιλοξενηθεί στην οικία των γονέων της. Τελικώς, ύστερα από αμοιβαίες υποχωρήσεις, το έτος 2007 επανασυνδέθηκαν και εγκαταστάθηκαν στην οικία, που απέκτησαν στη ………... Υπό αυτές τις συνθήκες και με τα δύο τέκνα τους να έχουν ενηλικιωθεί, συνέχισαν αρμονικά την έγγαμη συμβίωση έως και το έτος 2015, που τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα, που αντιμετώπιζαν (υπερημερία στην εξυπηρέτηση του στεγαστικού δανείου, ανεργία της αιτούσας) αποτέλεσαν την αιτία σημαντικών ερίδων και φιλονικιών μεταξύ τους, που ύστερα από ένα σοβαρό επεισόδιο, που έλαβε χώρα στις ……………. και οφείλεται σε υπαιτιότητα του καθ’ ου, οδήγησαν στην αποχώρηση της αιτούσας από την συζυγική στέγη και τον οριστικό κλονισμό της έγγαμης σχέσεως.

Με βάση τα ανωτέρω, πιθανολογείται ότι η έγγαμη σχέση των διαδίκων διασπάσθηκε, εξαιτίας της αντισυζυγικής συμπεριφοράς αμφότερων, που κρίνονται συνυπαίτιοι της διαστάσεως, αφού όταν προέκυψαν τα οικονομικά τους προβλήματα, δεν έδειξαν αμοιβαία κατανόηση και διάθεση συνεννόησης, αλλά με τις αντιδράσεις τους, συνέβαλαν στην δημιουργία ενός κλίματος έντασης και οξύτητας.

Ως προς το αίτημα διατροφής της αιτούσας, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα πιθανολογείται ότι ο καθ’ ου διατηρεί ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία, με έδρα …………….. και αντικείμενο την επεξεργασία μετάλλων. Από την δραστηριότητα του αυτή, αποκερδαίνει μηνιαίως το χρηματικό ποσό των 2.000 ευρώ, με το οποίο καλύπτει τα έξοδα διαβιώσεώς του και τις φορολογικές υποχρεώσεις (τρέχουσες και παρελθόντων ετών) του ιδίου και της επιχειρήσεώς του.

Η αιτούσα, ηλικίας σήμερα 47 ετών, εργαζόταν ως υπάλληλος στην εταιρεία «………………..», θυγατρική της ΕΤΕ Α.Ε., έως και τις αρχές του έτους 2013, ενώ έκτοτε ασχολείται με την εκτροφή κατοικιδίων (γάτες ράτσας βρετανικής κοντότριχης), τα οποία διαθέτει προς πώληση, μέσω της ηλεκτρονικής σελίδας, που διαθέτει στο διαδίκτυο, με τα κέρδη της από αυτήν την δραστηριότητα της να ανέρχονται στο χρηματικό ποσό των 200 ευρώ μηνιαίως, κατά μέσο όρο. Φιλοξενείται προσωρινά από τούς γονείς της και βαρύνεται, μόνον, με τις δαπάνες διαβιώσεώς της.

Με βάση τα ανωτέρω, πιθανολογείται ότι το βάρος της συντήρησης της οικογένειας το έφερε, κατά τα μεγαλύτερο μέρος του, ο καθ’ ου από τα εισοδήματα της εργασίας του, συμμετέχοντας με αυτά στην κάλυψη των οικογενειακών αναγκών. Η αιτούσα, επομένως, υπό καθεστώς έγγαμης συμβίωσης δικαιούτο διατροφής ως οικονομικά ασθενέστερη. Η αξίωση διατροφής εξακολουθεί να υφίσταται και μετά την διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεως, καθώς όπως προπιθανολογήθηκε, η αιτούσα διέκοψε την έγγαμη συμβίωσή της με τον καθ’ ου από εύλογη αιτία (η συνυπαιτιότητα δεν ασκεί επιρροή, αφού ο καθ’ ου δεν προέβαλε την ένσταση της ελαττωμένης διατροφής) και δικαιούται να ζητήσει από αυτόν να της καταβάλλει διατροφή σε χρήμα κατά μήνα προκαταβαλλόμενη, ως οικονομικά ασθενέστερη κατά την διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης.

Με βάση λοιπόν, τις οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων – συζύγων, όπως αυτές καθορίζονται από τα εισοδήματά τους, σε συσχετισμό με τις διατροφικές ανάγκες της αιτούσας, όπως αυτές διαμορφώθηκαν κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, από τις συνθήκες της οικογενειακής τους ζωής, συνεκτιμώμενων και των νέων συνθηκών και των αναγκών της αιτούσας, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά την διάσπαση της συμβίωσης και την κάλυψη από τον καθ’ ου και των δικών του αναγκών διαβίωσης, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αιτούσα, η οποία από εύλογη γι’ αυτήν αιτία διέκοψε την έγγαμη συμβίωσή της με τον καθ’ ου σύζυγό της δικαιούται να αξιώσει από τον τελευταίο διατροφή σε χρήμα κατά μήνα προκαταβαλλόμενη, ανερχόμενη για το επίδικο χρονικό διάστημα στο ποσό των 300 ευρώ.

Περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψιν ότι: α) η αιτούσα δεν είναι κυρία κάποιας οικίας, στην οποία μπορεί να στεγαστεί, ο καθ’ ου έχει την δυνατότητα να διαμείνει σε άλλη οριζόντια ιδιοκτησία και γ) η συζυγική οικία χρησιμοποιείται από το 2007 για στέγαση της οικογένειας, το Δικαστήριο κρίνει ότι λόγοι επιείκειας επιβάλλουν την παραχώρηση στην αιτούσα μαζί με την οικοσκευή, που υπάρχει εντός αυτής.

Ακολούθως, μετά το επεισόδιο της …………., οι διενέξεις των διαδίκων έχουν ενταθεί, με αποτέλεσμα η εξακολούθηση της συμβιώσεώς τους να καθίσταται αφόρητη, λόγω και του οξύθυμου χαρακτήρα τον καθ’ ου. Με βάση, λοιπόν, τα ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι υφίσταται ανάγκη άμεσης μετοικήσεως του καθ’ ου από τη συζυγική στέγη και απαγορεύσεως προσεγγίσεώς της, χωρίς την συναίνεση της αιτούσας.

Κατόπιν τούτων και μετά την εξέταση όλων των αιτημάτων της, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή κατ ως κατ’ ουσία βάσιμη εν μέρει και: α) να υποχρεωθεί ο καθ’ ου να καταβάλει στην αιτούσα το χρηματικό ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ ως μηνιαία διατροφή, για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αιτήσεως έως και την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αγωγής διατροφής, που θα ασκήσει κατ’ εφαρμογή του άρθρου 729 παρ. 5 τον Κ.Πολ.Δ., με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε δόσης και μέχρι την εξόφληση, β) να διαταχθεί η μετοίκηση του καθ’ ου από την συζυγική στέγη και να του απαγορευθεί να την προσεγγίσει, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση της αιτούσας και γ) να παραχωρηθεί η χρήση της συζυγικής στέγης, με την οικοσκευή της, στην αιτούσα. Τέλος, ως προς τα υπό στοιχ. β΄ αίτημα, πρέπει να απειληθεί χρηματική ποινή χιλίων (1000) ευρώ και προσωπική κράτηση ενός (1) μηνός για κάθε παράβαση, ενώ μέρος των δικαστικών εξόδων της αιτούσας πρέπει να επιβληθούν εις βάρος τον καθ’ ου, σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ' αντιμωλία των διαδίκων.

Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.

Δέχεται εν μέρει αίτηση.

Υποχρεώνει τον καθ’ ου να καταβάλει μέσα στις πέντε πρώτες ημέρες κάθε μήνα, στην αιτούσα το χρηματικό ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για διατροφή της, για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αιτήσεως έως και την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αγωγής διατροφής, που πρέπει να ασκήσει κατ' εφαρμογή του άρθρου 729 παρ. 5 του Κ.Πολ.Δ., με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε δόσης και μέχρι την εξόφληση.

Παραχωρεί αποκλειστικά στην αιτούσα την χρήση της συζυγικής στέγης, που βρίσκεται στη ………………….., οδός …………………, μετά της υπάρχουσας εντός αυτής οικοσκευής.

Διατάσσει την μετοίκηση του καθ’ ου από την συζυγική στέγη, που βρίσκεται στη …………………., οδός ………………..

Απαγορεύει στον καθ’ ου να προσεγγίζει την συζυγική στέγη, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση της αιτούσας, με απειλή χρηματικής ποινής χιλίων (1000) ευρώ και προσωπικής κρατήσεως ενός (1) μηνός για κάθε παράβαση της παρούσας διατάξεως της αποφάσεως.

Επιβάλει εις βάρος του καθ’ ου μέρος των δικαστικών εξόδων της αιτούσας, τα οποία ορίζει στο χρηματικό ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά, στις ……………. σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτον, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους, με την παρουσία και της Γραμματέως.