Δικηγορικό Γραφείο

Περίληψη: Κατά τη διάταξη του άρθρου 632 παρ 3 ΚΠολΔ μπορεί να ζητηθεί η αναστολή της εκτέλεσης της διαταγής πληρωμής, εφόσον έχει ασκηθεί καταρχήν νομότυπα και εμπρόθεσμα η άσκηση της ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ. Για να γίνει δεκτή η αίτηση αναστολής απαιτείται η ευδοκίμηση ενός τουλάχιστον λόγου της ανακοπής, ενώ δεν απαιτείται, κατά την γραμματική ερμηνεία της διάταξης, η έρευνα και συνδρομή της ανεπανόρθωτης βλάβης του αιτούντος. Έγκυρη κατάρτιση σύμβασης από νομικό πρόσωπο: σωρευτική εφαρμογή διατάξεων 160ΑΚ, 443 ΚΠολΔ και 61,65,67,68 και 70ΑΚ.  ΚΠολΔ 623, 624, 628: Από το έγγραφο ή το συνδυασμό των εγγράφων θα πρέπει να αποδεικνύονται πλήρως τα παραγωγικά αίτια της απαίτησης και συγκεκριμένα η αιτία της οφειλής, το ληξιπρόθεσμο αυτής, το οφειλόμενο ποσό και τα πρόσωπα του δικαιούχου και του υπόχρεου. Δεν υφίσταται η απαιτούμενη έγγραφη απόδειξη, όταν από το έγγραφο προκύπτει μεν η αιτία και το ύψος της οφειλής, αλλά δεν αποδεικνύεται η ταυτότητα του υπόχρεου. Απαιτείται να προσκομίζονται ενώπιον του εκδίδοντος τη διαταγή πληρωμής Δικαστή και τα νομιμοποιητικά έγγραφα του εκπροσώπου του εκάστοτε νομικού προσώπου σε περίπτωση έκδοσης διαταγής πληρωμής κατά νομικού προσώπου δυνάμει ιδιωτικού εγγράφου. Δεν προσδιορίζεται στο μισθωτήριο το ποιος υπέγραψε ως νόμιμος εκπρόσωπος της συμβαλλόμενης μισθώτριας εταιρείας, αλλά έχει τεθεί μία απλή μονογραφή. Δέχεται την αίτηση. Αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής.

 

Ακολουθεί το κείμενο της απόφασης.

 

*******

 

ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΝΙΚΑΙΑΣ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

Αριθμός απόφασης

6 /2018

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΝΙΚΑΙΑΣ

(Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων)

Αποτελούμενο από την Ειρηνοδίκη Νίκαιας, Ελένη-Βαρβάρα Πουλή, και την Γραμματέα, Μαρία Ευσταθιάδου.

Συνεδρίασε δημόσια, στο ακροατήριό του, την 13η-03-20 18 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ: Της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «………… ………… ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.», εδρεύουσας στον Κορυδαλλό Αττικής, επί της ………… αρ. …… , ΑΦΜ …… ΔΟΥ Κορυδαλλού, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ελευθερίου Κιούκη.

ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΚΑΘ'ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ: Της υπό εκκαθάριση εταιρίας με την επωνυμία «…………………… ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ» εδρεύουσας στον Κορυδαλλό Αττικής, ΑΦΜ …… Δ.Ο.Υ. Κορυδαλλού, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου της δικηγόρου ………….

Η αιτούσα με την από 20.02.2017 και με αρ. καταθ. ……/20.02.2017 αίτησή της, απευθύνθηκε στο Δικαστήριο αυτό και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν. Δικάσιμος ορίσθηκε αρχικώς η 28-3-2017 και κατόπιν αναβολών η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία, αφού η υπόθεση ενεγράφη στο οικείο έκθεμα, εκφωνήθηκε νόμιμα στη σειρά της από αυτά και συζητήθηκε.

Το Δικαστήριο, αφού άκουσε τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων να αναπτύσσουν και προφορικά τους ισχυρισμούς τους, που αναφέρονται στα σημειώματά τους και στα σχετικά Πρακτικά

 

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 632 παρ. 3 εδάφια α΄ και β΄ του ΚΠολΔ (όπως αντικαταστάθηκε από το Άρθρο Τέταρτο, του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, και σύμφωνα με την παρ. 2 ταυ Άρθρου Ένατου εφαρμόζεται για τις κατατεθειμένες από 01-01-2016 αγωγές) «Με την επιφύλαξη του άρθρου 631, η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής. Το δικαστήριο όμως, ο δικαστής του οποίου εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής μπορεί, κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., να χορηγήσει αναστολή, με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση για την ασκηθείσα ανακοπή. Επειδή, η παραδοχή της αιτήσεως αναστολής, προϋποθέτει καταρχήν τη νομότυπη και εμπρόθεσμη άσκηση της ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Ποδηματά), ΚΠολΔ 11 (2000), άρ. 632 αριθ. 31, ΜΠρΘεσ 1872/2005 Αρμ 2005/399, ΜΠρΘεσ 32922/2003 Αρμ 2004/1142] και περαιτέρω, την ευδοκίμηση ενός τουλάχιστον λόγου της ανακοπής (Δ. Δημητρίου: «Η δικαστική αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης», έκδοση 1993, σελ. 210 - 212, Ι. Μπρίνιας : «Άμυνα κατά της διαταγής πληρωμής», σε ΝοΒ 1976, σελ. 501 επ. και ιδίως 504, ΜΠρΡοδ 3512010 Αρμ 2010/1025, ΜΠρΡόδ 1696/2004 ΝοΒ 53/119, ΜΠρΣερ 842/2003 ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΤρικ 59012003 ΑρχΝ 2003/701, ΠΠρΒαλ 1530/2002 ΑρχΝ 2004/88, ΜΠρΒολ 862/2002 ΑρχΝ 2002/361, ΜΠρΘηβ 110/2001 ΕλλΔνη 42/826, ΜΠρΧαλκ 636/1992 Αρμ 1993/237, ΜΠρΔραμ 41/1990 Αρμ 1991/1123, ΕιρΚαβ 290/2009 ΝΟΜΟΣ, ΕιρΑθ 2493/1995 ΑρχΝ 1996/46, ΕιρΑθ 1291/1994 Δ 1995f 150, ΕιρΘεσ 373/1994 Αρμ 1994/572, ΕιρΑθ 2751/1993 ΑρχΝ 1994/285). Το γεγονός ότι, δεν απαιτείται να ερευνάται σωρευτικώς και η συνδρομή ανεπανόρθωτης βλάβης του αιτούντος από την άμεση αναγκαστική εκτέλεση λόγω αδυναμίας επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, κατά την εκδίκαση της αναστολής του άρθρου 632 παρ. 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει και από την γραμματική ερμηνεία της διάταξης αυτής, από την οποία συνάγεται ότι, δεν απαιτείται να συντρέχει βλάβη οποιασδήποτε διαβάθμισης, προκειμένου να γίνει δεκτή η σχετική αίτηση. Εάν επομένως, ο νομοθέτης ήθελε τη συνδρομή βλάβης, θα το όριζε ρητά. Περαιτέρω, επειδή η διαταγή πληρωμής είναι εκτελεστός τίτλος και όχι δικαστική απόφαση, εκδίδεται δε, όχι από το Δικαστήριο, αλλά από τον δικαστή ως δικαστικό λειτουργό ατομικώς, και όχι με την ιδιότητα της συγκρότησης δικαστηρίου (Κ. Μπέης, «Διαταγή πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις εναντίον του Δημοσίου και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου», σε Δ. 28, σελ. 506 επ. και ιδίως 511, ο ίδιος, σχόλιο σε Δ. 29, σελ. 275, ΕφΘράκ 105/2005 Αρμ 2005/ 1757), και στηρίζεται στην έγγραφη απόδειξη των αξιώσεων με βάση την αίτηση του δανειστή χωρίς προηγούμενη ακρόαση του οφειλέτη (άρ. 623, 627 ταυ ΚΠολΔ) συνάγεται ότι, στο ιδιαίτερο αυτό πλαίσιο, ο οφειλέτης που δεν ακούστηκε και ζητεί την αναστολή, είναι ορθό κατά την θέση που υιοθετεί το παρόν Δικαστήριο, να μην περιορίζεται περαιτέρω από ειδικότερες προϋποθέσεις μια την χορήγηση της αναστολής εκτελέσεως, πλην της ευδοκίμησης ενός τουλάχιστον λόγου της ανακοπής.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 43 ΚΠολΔ, η συμφωνία των διαδίκων με την οποία, τακτικό Δικαστήριο γίνεται αρμόδιο για μελλοντικές διαφορές, είναι έγκυρη, μόνον αν είναι έγγραφη και αναφέρεται σε ορισμένη έννομη σχέση από την οποία Θα προέλθουν οι διαφορές, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 159 § 1 ΑΚ, δικαιοπραξία για την οποία δεν τηρήθηκε ο τύπος που απαιτεί ο νόμος, εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, είναι άκυρη. Προσέτι, κατά τη διάταξη του άρθρου 160 ΑΚ, αν ο νόμος ή τα μέρη όρισαν για τη δικαιοπραξία έγγραφο τύπο, το έγγραφο πρέπει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη, ενώ αν πρόκειται για σύμβαση, η υπογραφή των συμβαλλομένων πρέπει να τεθεί στο ίδιο έγγραφο. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, προκύπτει ότι, ο έγγραφος τύπος αποτελεί συστατικό στοιχείο του κύρους της συμφωνίας περί παρέκτασης της τοπικής αρμοδιότητας Δικαστηρίου για μελλοντικές διαφορές, η οποία χωρίς αυτόν είναι άκυρη.

Επειδή περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 443 ΚΠολΔ, για να έχει αποδεικτική δύναμη ιδιωτικό έγγραφο, πρέπει να φέρει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη. Η ιδιόχειρη υπογραφή γίνεται δε, με αλφαβητικά στοιχεία και πρέπει να περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμο του υπογράφοντος, έστω και με σύντμηση (Νίκας, ΠολΔικ ΙΙ, παρ. 85, σελ. 507, Βαθρακοκοίλης, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 443 αρ. 3 και 4, Ράμμος, Εγχειρίδιον Αστ. Δικον. Δικαίου, τόμ. δεύτερος, παρ. 276, ΕφΠειρ 74/85 ΕλλΔνη 26.746, ΕφΘρ 4470 Αρμ 24.746) χωρίς ωστόσο να αρκεί η απλή μονογραφή (ΕφΠεσ 788/2006 Αρμ 2008, 1389, ΠΠρΑθ 5047/2006 ΝΟΜΟΣ) εφόσον από αυτήν δεν προκύπτει ανενδοίαστα η ταυτότητα του εκδότη (ΕφΠειρ 77/1985 ΕλλΔνη 1985, 746). Ως εκδότης, κατά την έννοια του άρθρου αυτού, θεωρείται εκείνος, που αναλαμβάνει υποχρέωση από το έγγραφο. Ενώ, από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ, συνάγεται ότι, για να υποχρεωθεί νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία, πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί μέσα στα πλαίσια της εξουσίας του, κατά τους όρους της συστατικής πράξεως ή του καταστατικού του, είτε από φυσικό πρόσωπο στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο.

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος δανειστή δυνάμει ορισμένης έννομης σχέσης και αφετέρου, η απαίτηση αυτή, καθώς και το ποσό της να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή με συνδυασμό τέτοιων εγγράφων. Ειδικότερα, η απόδειξη της απαίτησης τίθεται στο νόμο ως ειδική διαδικαστική προϋπόθεση της έκδοσης διαταγής πληρωμής (0λΑΠ 10/1997 ΕλλΔνη 1997, 768, ΑΠ 498/2017 ΝC Μ0Σ, ΝΙΠρΤρικ 38/2017 ΝΟΜ0Σ, ΕιρΡοδ 53/2017 ΝΟΜΟΣ). Επομένως, εάν η απαίτηση ή το ποσό της, δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει την διαταγή πληρωμής. Εάν ωστόσο, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για τον λόγο αυτό, απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα (0λΑΠ 43/2005 ΝΟΜΟΣ). Στην περίπτωση αυτή, αντικείμενο της δίκης και κατά συνέπεια της δικαιοδοτικής κρίσης του δικαστηρίου που δικάζει την ανακοπή, δεν καθίσταται το ζήτημα της ύπαρξης ή μη της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, αφού με μόνη τη διαπίστωση της βασιμότητας του τυπικού λόγου της ανακοπής γίνεται δεκτό το αίτημα αυτής και ακυρώνεται άνευ ετέρου, η διαταγή πληρωμής. Η ύπαρξη εν προκειμένω της απαίτησης, δεν αποτελεί στην περίπτωση αυτή, προδικαστικό ζήτημα για την παραδοχή της ανακοπής, και ως εκ τούτου, δεν ερευνάται παρεμπιπτόντως από το δικαστήριο της ανακοπής. Ειδικότερα, από τα έγγραφα ή τον συνδυασμό των εγγράφων, θα πρέπει να αποδεικνύονται πλήρως τα παραγωγικά αίτια της απαίτησης, και συγκεκριμένα, η αιτία της οφειλής, το ληξιπρόθεσμο αυτής, το οφειλόμενο ποσό και τα πρόσωπα του δικαιούχου και του υποχρέου (ΑΠ 665/2006 ΕλλΔνη 2006,1380, ΑΠ 448/2006 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 355/1999 ΕλλΔνη 1999, 535, ΑΠ 782/1994 ΕλλΔνη 1995, 838, ΜΠρΑθ 1387/2011  ΝΟΜΟΣ). Δεν υφίσταται η απαιτούμενη έγγραφη απόδειξη, όταν από τα έγγραφο προκύπτει μεν η αιτία και το ύψος της οφειλής, αλλά δεν αποδεικνύεται η ταυτότητα του υποχρέου (ΕφΑθ 4987l2003 ΕλλΔνη 2004, 515) ή ταυ δικαιούχου (ΕφΑθ 844012004 ΕλλΔνη 2006, 229). Ειδικότερα, από τα προσκομιζόμενα κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής έγγραφα πρέπει να προκύπτουν το οφειλόμενο ποσό, το ύφος της σχετικής αξιώσεως, το ληξιπρόθεσμο αυτής και η αιτία της οφειλής, καθώς και τα πρόσωπα του δικαιούχου και του οφειλέτη (ΑΠ 448/2006 ό.π., ΜΠρΑθ 1387/2011  ό.π.). Εξ' αυτού, παρέπεται ότι, η απόφαση που δέχεται την ανακοπή, επειδή δεν συντρέχει η διαδικαστική προϋπόθεση της έγγραφης απόδειξης της απαίτησης προς έκδοση διαταγής πληρωμής, δημιουργεί δεδικασμένο, το οποίο περιορίζεται μόνο στο δικονομικό ζήτημα ταυ κύρους και της ισχύος ή μη της διαταγής πληρωμής και δεν εκτείνεται στην ύπαρξη και το μέγεθος της απαίτησης (ΟλΑΠ 10/1977, ΑΠ 1102/2008, ΑΠ 1114/2002,  ΕφΔωδ 184/2007, ΕφΔωδ 122/2006 ΝΟΜΟΣ). Συμπερασματικά, απαιτείται να προσκομίζονται ενώπιον του εκδίδοντος την διαταγή πληρωμής Δικαστού, και τα νομιμοποιητικά έγγραφα του εκπροσώπου του εκάστοτε νομικού προσώπου σε περίπτωση έκδοσης διαταγής πληρωμής κατά νομικού προσώπου, δυνάμει ιδιωτικού εγγράφου (ΑΠ 1913/2013 ΧρΙΔ 2014.419, ΜΠρΑιγ 31/2016 ΝΟΜΟΣ).

Η αιτούσα εκθέτει ότι, δυνάμει της υπ' αρ. ……/2017 διαταγής πληρωμής της Ειρηνοδίκου Νίκαιας, επιτάσσεται να καταβάλει στην καθ' ης η αίτηση, τα διατασσόμενα με αυτήν ποσά από μίσθωση κινητού εξοπλισμού από την τελευταία. Ότι κατ' αυτής, άσκησε νομότυπα κι εμπρόθεσμα ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, την από 20-2-2017 και με αρ. κατ. ……/20-2-2017 ανακοπή, για τους λόγους που αναλυτικώς εκθέτει στην αίτησή της. Με βάσει το παραπάνω ιστορικό ζητεί, επικαλούμενη ανεπανόρθωτη βλάβη, να ανασταλεί η εκτέλεση της παραπάνω διαταγής πληρωμής, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της ανακοπής της και να καταδικασθεί η αντίδικός της στην εν γένει δικαστική της δαπάνη. Με το περιεχόμενο αυτό, η φερόμενη αίτηση αρμοδίως κατ παραδεκτώς εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να τη δικάσει (άρ. 632 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν από τα Άρθρο Τέταρτο, του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, και σύμφωνα με την παρ. 2 του Άρθρου Ένατου εφαρμόζονται για τις κατατεθειμένες από 01-01-2016 αγωγές) κατά την ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων των άρθρων 682 επ. του ΚΠολΔ, εφόσον η ανακοπή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα εντός της νομίμου 15νθήμερης προθεσμίας του άρθρου 632 παρ. 2 ΚΠολΔ (όπως αντικαταστάθηκε κατά τα ανωτέρω) από την επίδοση της προσβαλλομένης διαταγής, αφού η μεν διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στην ανακόπτουσα την 15-2-2017, όπως προκύπτει από την επισημείωση επί αντιγράφου της προσβαλλόμενης του Δικ. Επιμελητή με έδρα τον Πειραιά, Ιωάννη Ν. Αγγελόπουλου, η δε ασκηθείσα ανακοπή επιδόθηκε στην καθ’ ης η αίτηση στις 21-2-2017, όπως προκύπτει από την υπ' αρ. …… /21-2-2016 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθήνας με έδρα το Πρωτοδικείο Αθήνας, Δήμητρας Ν. Κρανίτη. Είναι δε, ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις του άρθρου 632 παρ. 3 και 6 του ΚΠολΔ (όπως αντικαταστάθηκαν από το Άρθρο Τέταρτο, του άρθρου 1, του ν. 4335/2015, και σύμφωνα με την παρ. 2 του Άρθρου Ένατου εφαρμόζονται μια τις κατατεθειμένες από 01-01-2016  αγωγές), πλην αφενός, του αιτήματος αναστολής εκτέλεσης της ανακοπτομένης έως την τελεσιδικία της ασκηθείσας ανακοπής, το οποίο κρίνεται απορριπτέο ως μη νόμιμο, καθόσον αναστολή εκτέλεσης χορηγείται μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ανακοπής (άρθ. 632 παρ. 3 ΚΠολΔ), και αφετέρου του παρεπόμενου αιτήματος να καταδικαστεί η καθ' ης η αίτηση στην δικαστική δαπάνη της αιτούσας, το οποίο πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο, διότι στην αίτηση αναστολής εκτελέσεως, τα δικαστικά έξοδα βαρύνουν πάντοτε τον αιτούντα (εφόσον βέβαια ο καθ’ ου υποβάλλει σχετικό αίτημα, κατ' άρθρο 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), σύμφωνα με το άρθρο 84 παρ. 2 του Ν. 4194/2013 «περί του Κωδικός των Δικηγόρων», και την παρ. 3 του ιδίου άρθρου όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 § 3 του Ν. 4236/2014. Συνεπώς, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω και κατ' ουσίαν.

Με τον πρώτο λόγο της ανακοπής της, η αιτούσα προβάλλει την ένσταση της κατά τόπον αναρμοδιότητας της εκδίδουσας την προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής Ειρηνοδίκου του Δικαστηρίου αυτού, λόγω συμφωνηθείσας μεταξύ αυτής και της καθ' ης η αίτηση, ρητής εγγράφου παρέκτασης της αποκλειστικής αρμοδιότητας των Δικαστηρίων της Αθήνας. Η ένσταση αυτή, παραδεκτά και νόμιμα προτείνεται κατά τα άρθρα 42 παρ. 1, 43, 44, 46 και 443, 623, 624, 625, 628 του ΚΠολΔ, 61, 65, 67, 68, 70, 159 παρ. 1 και 160 του ΑΚ, εφόσον χωρεί συμφωνία παρέκτασης και στην έκδοση της διαταγής πληρωμής (Κ. Μπέης, Πολιτική Δικονομία, τ. 2, σελ. 263, ΕιρΑθ 1291/1944 Δ 26 (1995), 150, Χ. Απαλλαγάκη, Ερμηνεία ΚΠολΔ, έκδ. 5η, υπό το άρθρο 44 ΚΠολΔ) αυτεπαγγέλτως δε, εξετάζεται, άγοντας σε ακύρωση της προσβαλλομένης διαταγής, και πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί και κατ' ουσίαν. Όπως προέκυψε από την επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας, στο θεωρημένο από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. Νίκαιας της καθ' ης η ένδικη αίτηση εκμισθώτριας, με αριθμ. πρωτ. ……/26-03-2013 από 19-03-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης μηχανημάτων – κινητού εξοπλισμού, καταρτισθέν με την αιτούσα ως μισθώτρια, τα οποίο ελήφθη υπόψη κατά την έκδοση της υπ' αριθμ. ……/2017 διαταγής πληρωμής της Ειρηνοδίκου Νίκαιας, και με τον υπό αριθμό 8 όρο αυτού, συμφωνήθηκε ότι «Κάθε διαφορά που ανακύπτει από την εφαρμογή της παρούσας σύμβασης, σε περίπτωση που δεν διευθετηθεί, υπάγεται στην αρμοδιότητα των Δικαστηρίων της Αθήνας, όπου τα μέρη αναγνωρίζόυν την κατά τόπου αρμοδιότητα.». Μέρος δε, των διά της άνω ρήτρας προβλεφθεισών "διαφορών" είναι και η προκειμένη που αφορά την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, διότι σκοπεί ακριβώς στην ικανοποίηση των ισχυριζόμενων ως απορρεουσών από αυτήν αξιώσεων, ερμηνεία σύμφωνη με την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών (άρθρα 173 και 208 ΑΚ). Κατά τα όσα προεκτέθηκαν ωστόσο, στη μείζονα σκέψη της παρούσας, για την θεμελίωση της κατ' άρθρο 44 του ΚΠολΔ αποκλειστικής αρμοδιότητας του Δικαστού του Ειρηνοδικείου Αθηνών, θα έπρεπε ο όρος αυτός περί παρέκτασης της κατά τόπον αρμοδιότητας, προκειμένου να είναι έγκυρος, να φέρει την ιδιόχειρη υπογραφή των εκδοτών συμβαλλομένων μερών τα οποία ανέλαβαν αμφότερα υποχρεώσεις από την έννομη αυτή σχέση, ήτοι το ονοματεπώνυμο εκάστου υπογράφοντος, έστω και με σύντμηση χωρίς ωστόσο να αρκεί η απλή μονογραφή. Πλην όμως, στο τέλος του κειμένου του επίδικου μισθωτηρίου, τίθενται απλώς μονογραφές στη θέση «ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΚΜΙΣΘΩΤΗ» και «ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΙΣΘΩΤΗ». Ενώ, θα αρκούσε για τη δέσμευση του νομικού προσώπου, η υπογραφή του νόμιμου εκπροσώπου κάτω από την επωνυμία του (Μπέης Κ., Δ 2007,1120). Η θέση της επωνυμίας ή της σφραγίδας τον νομικού προσώπου επί του εγγράφου, δεν κρίνεται απαραίτητη, εάν από τα συνοδεύοντα την υπογραφή (εγγράφως αποδεικνυόμενα) περιστατικά διαπιστώνεται η βούληση για την ανάληψη υποχρέωσης στο όνομα και για λογαριασμό του νομικού προσώπου (ΕφΘεσ 423/2001 ΕπισκΕΔ 2001,1075, ΕφΑθ 9680/1998 ΕλλΔνη 2000,514). Επιπλέον, ουδέν προσδιορίζεται στο προοίμιο του μισθωτηρίου αυτού αναφορικά με την εκπροσώπηση των συμβαλλομένων εταιριών, νυν διαδίκων, ούτε και προσκομίσθηκαν ενώπιον του εκδόσαντος την διαταγή πληρωμής Δικαστού, τα νομιμοποιητικά έγγραφα για τον εκάστοτε νόμιμο εκπρόσωπο των συμβαλλομένων στην επίδικη μίσθωση νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου. Προσθέτως, αναφορικά με την καθ' ης η ένδικη αίτηση εταιρία περιορισμένης ευθύνης, για την έγγραφη απόδειξη της συμφωνηθείσας από αυτήν ρήτρας παρέκτασης, απαιτείτο και η ύπαρξη της εταιρικής της σφραγίδας βάσει τον άρθρου 4 παρ. 3 του ν. 3190/1955. Κατά συνέπεια, η ρητή συμφωνία παρέκτασης της κατά τόπον αρμοδιότητας πάσχει από ακυρότητα, και ο λόγος αυτός της ανακοπής, πιθανολογείται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.

Με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής της, η αιτούσα κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου της, προβάλλει το λόγο περί διαδικαστικού απαραδέκτου της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής, κατά τα όσα διατυπώθηκαν στην ως άνω μείζονα σκέτη, διότι στην τελευταία, δεν αναγράφεται το όνομα του υπογράφοντος για κάθε συμβαλλόμενο μέρος, ούτε η ιδιότητα αυτού, ούτε η εταιρική σφραγίδα της καθ' ης η ανακοπή --- καθ' ης η ένδικη αίτηση. Ο λόγος αυτός, παραδεκτό και νόμιμα προτείνεται, ως ερειδόμενος στα άρθρα 432, 443, 623, 624, 625, 628 του ΚΠολΔ, 61, 65, 67, 68, 70, 159 παρ. 1 και 160 του ΑΚ, 21 του ν. 3190/1955, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν προς έκδοση της προσβαλλομένης, δεν προκύπτει ωστόσο, το κρίσιμο προαποδειχθέν γεγονός της ταυτότητας του υποχρέου των επιδίκων μισθωμάτων, δεδομένου ότι, δεν υφίσταται ιδιόχειρη υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της καθ' ης η αίτηση για έκδοση της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής και νυν αιτούσας με το ονοματεπώνυμο του υπογράφοντος ολογράφως ή έστω με σύντμηση, κάτω από την επωνυμία του νομικού προσώπου της μισθώτριας εταιρίας φερόμενης ως υπόχρεης προς καταβολή μισθωμάτων.

Συνεπώς, η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε αν και στο μισθωτήριο δεν προσδιορίζεται σε κανένα σημείο αυτής το ποιός υπέγραψε ως νόμιμος εκπρόσωπος της συμβαλλόμενης ως μισθώτριας εταιρίας παρά μόνο στη θέση "ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΙΣΘΩΤΗ" τίθεται μονογραφή και συνακόλουθα δεν αποδεικνύεται εγγράφως, όπως απαιτείται εκ του νόμου, ότι ο καθ `ού η υπό κρίση αίτηση είναι δικαιούχος εκκαθαρισμένης και ληξιπρόθεσμης απαίτησης που αναφέρεται στο από 19-03-2013 μισθωτήριο, αναγνωρισμένης διά της υπογραφής εκπροσώπου της αιτούσας εταιρίας στην υπό κρίση αίτηση. Επιπλέον δε, ακόμα και αν αναγραφόταν στην ένδικη σύμβαση μίσθωσης ολογράφως το ονοματεπώνυμο του υπογράφοντος για λογαριασμό της ανακόπτουσας και αιτούσας η υπό κρίση αίτηση εταιρείας, θα έπρεπε η καθ' ης η ανακοπή και υπό κρίση αίτηση να έχει προσκομίσει το καταστατικό της εταιρείας, ως ίσχυε κατά τον χρόνο υπογραφής του επίδικου μισθωτηρίου, ώστε να αποδεικνύεται εγγράφως η ιδιότητα του υπογράφοντος και η νόμιμη δυνατότητά του ως νομίμου εκπροσώπου προς υπογραφή για λογαριασμό της αιτούσας – ανακόπτουσας εταιρείας, θα έπρεπε δηλαδή, να αποδεικνύεται δυνάμει του μη προσκομισθέντος από την καθ' ης καταστατικού, ότι ο υπογράφων για λογαριασμό της μισθώτριας εταιρείας ήταν νόμιμος εκπρόσωπος κατά τον χρόνο υπογραφής του μισθωτηρίου και είχε αρμοδιότητα να υπογράφει για λογαριασμό της τελευταίας. Πιθανολογήθηκε, μετά από αυτά, ότι θα γίνει δεκτός ως βάσιμος στην ουσία ταυ ο σχετικός λόγος ανακοπής της αιτούσας, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αυτής.

Μετά ταύτα, αφού πιθανολογείται η ευδοκίμηση του δεύτερου λόγου της ανακοπής, το Δικαστήριο κρίνει ότι, συντρέχει λόγος αναστολής εκτελέσεως της προσβαλλομένης διαταγής μέχρι εκδόσεως οριστικής απόφασης επί της από 20-2-2017 και με αρ. κατ. ……/20-02-2017 ανακοπής ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, γενομένης δεκτής της ένδικης αίτησης ως ουσιαστικά βάσιμης. Αναφορικά τέλος, με τα δικαστικά έξοδα της καθ'ης η υπό κρίση αίτηση, αυτά κατόπιν αιτήματός της (άρθ. 106, 191 παρ, 2 του ΚΠολΔ) βαρύνουν την αιτούσα (άρθρο 84 παρ. 2, 3 του Ν. 419412013 «περί του κωδικός των δικηγόρων», όπως η παρ. 3 προστέθηκε με το άρθρα 14 § 3 ταυ Ν. 4236/2014), σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσης.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ' αντιμωλία των διαδίκων.

Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.

Δέχεται την αίτηση.

Αναστέλλει την εκτέλεση της με αριθμ. ……/2017 διαταγής πληρωμής της Ειρηνοδίκου Νίκαιας μέχρι εκδόσεως οριστικής απόφασης επί της από 20.02.2017 και με αρ. κατ. ……/20.02.2017 ανακοπής ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.

 

Επιβάλλει σε βάρος της αιτούσας την δικαστική δαπάνη της καθ' ης η αίτηση, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των διακοσίων (200,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στη Νίκαια, στις 04.04.2018, σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                  Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Πουλή Ελένη-Βαρβάρα       Ευσταθιάδου Μαρία

           

Παραστάθηκαν