Ο διάσημος φιλόσοφος και συγγραφέας Ουμπέρτο Έκο στο βιβλίο του «Η σημειολογία στην καθημερινή ζωή» αναφέρει ότι «τα γήπεδα είναι σαν βαλβίδα ασφαλείας που μπορεί να εκμεταλλευτεί οποιοσδήποτε θέλει να μας χειραγωγήσει», επιχειρώντας να κάνει μια σύνδεση του αθλητικού με τον πολιτικό λόγο και αναδεικνύοντας το ποδόσφαιρο, το πλέον λαοφιλές άθλημα, ως το μέσο με το οποίο μπορεί να επιτευχθεί ο πλήρης έλεγχος πάνω στις μάζες. Η άποψη του Έκο, δε, φαίνεται να έχει fundamentum in res, εν όψει της κυβερνητικής επιλογής να αποκτήσει την πλήρη εποπτεία επί του ζητήματος και της ψήφισης του Ν. 4908/2022, με τον οποίο επιχειρείται να δοθεί ένα τέλος στο φαινόμενο της οπαδικής βίας.
Ο τρόπος, δε, με τον οποίο επιχειρεί να πετύχει τον ευγενή σκοπό της η Πολιτεία είναι για ακόμα μια φορά η επιβολή ενός καθεστώτος «τάξης και ασφάλειας», όμοιο με αυτό που η κυβέρνηση διακήρυττε κατά τις προεκλογικές προγραμματικές της δηλώσεις και βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία να εφαρμόσει εν μέσω της πανδημίας, μέσω αυταρχικών περιορισμών κυκλοφορίας και συνάθροισης, αλλά και στα πλαίσια μιας αντιεγκληματικής πολιτικής, που προάγει το λεγόμενο «δίκαιο του εχθρού» και συχνά φαίνεται να έχει τα αντίθετα ακριβώς αποτελέσματα, ενισχύοντας την ένταση μεταξύ των διάφορων κοινωνικών ομάδων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, δε, της τακτικής αυτής είναι τα πολύ πρόσφατα, αιματηρά επεισόδια στο ΑΠΘ εν όψει της ίδρυσης πανεπιστημιακής αστυνομίας (ΟΠΠΙ).
Στο ως άνω επιθετικό πλαίσιο δράσης, το οποίο βαφτίζεται συχνά ως ένα «δραστικό σχέδιο» για την «καταπολέμηση της εγκληματικότητας» δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο του 2022 ο νέος αθλητικός νόμος με τίτλο «Μέτρα αντιμετώπισης της οπαδικής βίας, ενίσχυση του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας των λεσχών φιλάθλων, αθλητικός εθελοντισμός, πνευματικός αθλητισμός, ηλεκτρονικός αθλητισμός (e-sports), εργασιακός αθλητισμός, άλλες διατάξεις για τον εκσυγχρονισμό της αθλητικής νομοθεσίας και λοιπές διατάξεις». Ο εν λόγω νόμος, δε, φαίνεται να προβλέπει μια σειρά από μέτρα που «αγκαλιάζουν» όλες τις πτυχές της δράσης γύρω από τον αθλητισμό, προχωρώντας από ήπιες μορφές ελέγχου της οπαδικής δραστηριότητας μέχρι κατάφορες προσβολές δικαιωμάτων, όπως το τεκμήριο αθωότητας, αλλά και της ισορροπίας των δικαϊκού μας συστήματος.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τον Ν. 4908/2022 προβλέπονται:
- Σύσταση Ψηφιακού Μητρώου Μελών Λεσχών Φιλάθλων στο Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, στο οποίο θα καταχωρίζονται τα μέλη των λεσχών φιλάθλων των αθλητικών σωματείων, Τμημάτων Αμοιβομένων Αθλητών (ΤΑΑ) ή Ανώνυμων Αθλητικών Εταιρειών (ΑΑΕ), με δυνατότητα άμεσης πρόσβασης σε αυτό από την Αστυνομική Διεύθυνση Πρόληψης Αθλητικής Βίας, εφόσον προκύψουν λόγοι δημόσιας τάξης. Το ζήτημα αυτό, ωστόσο, είναι αμφίβολο το κατά πόσο συνάδει με την προστασία των προσωπικών δεδομένων και τη διαφύλαξη τους. Πράγματι, μόνο καταχρηστικό θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει το γεγονός ότι και μόνο η συμμετοχή σε μια λέσχη φιλάθλων σε τοποθετεί προληπτικά σε ένα μητρώο «εν δυνάμει εγκληματιών», όπως αυτό που συστήνει ο νέος αθλητικός νόμος.
- Διοικητικά μέτρα κατά της βίας σε σοβαρές περιπτώσεις τέλεσης επεισοδίων, παρότρυνσης σε πρόκληση επεισοδίων, ρατσιστικών συμπεριφορών και εν γένει φαινομένων βίας που σχετίζονται με τον αθλητισμό, εντός ή ακόμα και εκτός αγωνιστικών χώρων, με πρόστιμα ύψους από 10.000 έως 1.000.000 ευρώ, ενώ σε ιδιαίτερα σοβαρές περιπτώσεις προβλέπεται και η ανάκληση της υφιστάμενης ειδικής αθλητικής αναγνώρισης.
- Αυστηροποίηση των όρων στέγασης και λειτουργίας των λεσχών φιλάθλων και των παραρτημάτων τους, προκειμένου να μην διευκολύνεται, επί της ουσίας, η συνάθροιση των φιλάθλων.
- Μέτρα προώθησης του αθλητικού εθελοντισμού και του πνευματικού, ηλεκτρονικού και εργασιακού αθλητισμού, προκειμένου να αλλάξει η φυσιογνωμία του οπαδικού κοινού, αλλά και των επαγγελματιών στο χώρο του αθλητισμού.
- Σύσταση διαρκούς Επιτροπής για την Αντιμετώπιση της Βίας (ΔΕΑΒ) με έργο τη διαρκή μελέτη του φαινομένου κάθε μορφής βίας στον αθλητισμό, την εισήγηση στους αρμόδιους φορείς για τη συνεχή και υπεύθυνη πληροφόρηση της φίλαθλης κοινής γνώμης, την μέριμνα για την ευαισθητοποίηση των ΜΜΕ κατά την παρουσίαση των αθλητικών γεγονότων, τη συνεργασία με αθλητικές ενώσεις, ομοσπονδίες ή επαγγελματικούς συνδέσμους, την υποβοήθηση των αστυνομικών αρχών, την ανάπτυξη πρωτοβουλιών ενημερωτικού ή επιμορφωτικού χαρακτήρα κλπ.
- Προσωρινή αναστολή λειτουργίας των λεσχών φιλάθλων, καθώς και των παραρτημάτων, των γραφείων και των εντευκτηρίων τους έως τις 31-7-2022 για λόγους δημόσιας ασφάλειας, προκειμένου να «αναχαιτιστούν» οι αντιδράσεις που θα προκαλέσει η ισχύς το εν λόγω νόμου.
- Κυρώσεις στο πρόσωπο των λεσχών φιλάθλων, στην περίπτωση που τα μέλη τους επιδεικνύουν παραβατική συμπεριφορά, όπως προσωρινή αναστολή, ανάκληση της άδειας λειτουργίας τους και σφράγιση των γραφείων τους.
- Αύξηση των κατώτατων ορίων ποινών από 2 έτη και χρηματική ποινή σε φυλάκιση τουλάχιστον 6 μηνών και χρηματική ποινή.
- Τροποποίηση του άρθρου 41ΣΤ του Ν.2725/1999 και καθιέρωση ειδικού ποινικού αδικήματος όσον αφορά την κάλυψη των χαρακτηριστικών του προσώπου των θεατών κατά τη διάρκεια αθλητικού αγώνα, κάτι που όχι μόνο παραπέμπει στο διαβόητο «κουκουλονόμο» με τα ζητήματα της συνταγματικότητας που αυτός εγείρει, αλλά έρχεται και σε πλήρη αντιδιαστολή με την αυστηρότητα των μέτρων προστασίας κατά της πανδημίας covid-19, τα οποία με πόνο ατομικών δικαιωμάτων επιβλήθηκαν. Η ατομική ευθύνη, όπως φαίνεται, όμως, είναι πλέον πασέ.
- Επαναφορά του αποκαλούμενου και ως «Ιδιωνύμοιυ», δηλαδή της απαγόρευση της αναστολής εκτέλεσης της ποινής για εγκλήματα οπαδικής βίας, τα οποία μάλιστα προτεραιοποιούνται ως προς την εκδίκαση εντός 30 ημερών σε σχέση με άλλα αδικήματα, ακόμα και βαρύτερα. Προβλέπεται, δε, υποχρεωτική επιβολή περιοριστικών όρων σε περίπτωση αναβολής της ως άνω εκδίκασης, έτσι ώστε ένα τέτοιο ενδεχόμενο να καθίσταται για τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα επαχθές.
- Απαγόρευση της μετατροπής της ποινής με οποιονδήποτε τρόπο.
Γίνεται φανερό ότι τα ως άνω μέτρα, καίτοι δικαιολογούνται από την υπάρχουσα κατάσταση στο χώρο του αθλητισμού, τα φαινόμενα χουλιγκανισμού και τον συσχετισμό των αθλητικών παραγόντων με ανθρώπους του υποκόσμου και τακτικές που ακολουθούνται μόνο στο οργανωμένο έγκλημα, παρ’ όλα αυτά εγείρουν τρομερούς προβληματισμούς γύρω από τον τρόπο με τον οποίο η Κυβέρνηση επιλέγει να δώσει λύση στα ζητήματα αυτά. Την ίδια στιγμή, λοιπόν, που καταργεί τον θεσμό των Προγραμμάτων “Άθλησης για Όλους” που λειτουργούσαν στους Δήμους, στερώντας το δικαίωμα στη δωρεάν άθληση σε χιλιάδες παιδιά, νέους, κοινωνικά και οικονομικά ευάλωτες ομάδες, έρχεται με το νέο νόμο να επαναφέρει τις σκοταδιστικές εποχές του «ιδιωνύμου» και του «κουκουλονόμου», να προάγει τον αθλητικό εθελοντισμό, ενώ χιλιάδες απόφοιτοι των Σχολών Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού παραμένουν άνεργοι και να προχωρήσει σε μια σειρά από καταστρατηγήσεις ατομικών δικαιωμάτων στο πρόσωπο του κατηγορούμενου, ερχόμενη σε πλήρη αντίθεση με το σύστημα δικαίου της χώρας μας.
Μπορεί, λοιπόν, περιστατικά, όπως η δολοφονία του 19χρονου Άλκη να δημιουργούν την ανάγκη αλλαγής στη φυσιογνωμία των φιλάθλων, σε αυτό, όμως, δεν αρκούν οι νομικές –θεσμικές παρεμβάσεις της Πολιτείας και, δη, αυτές που γίνονται στα πλαίσια άσκησης μιας αυταρχικής πολιτικής εξουσίας, που αντιμετωπίζει τους φιλάθλους χειρότερα και από εγκληματίες, χωρίς να καταδεικνύει τα πραγματικά προβλήματα του χώρου, ήτοι τα ιδιωτικά συμφέροντα και την αντιμετώπιση του αθλητισμού σαν μια τεράστια βιομηχανία. Με άλλα λόγια, η φυσιογνωμία των φιλάθλων δε θα αλλάξει με την άσκηση μιας αντιεγκληματικής πολιτικής με συντηρητικό πρόσημο, αλλά με την ενίσχυση της συστηματικής και καθημερινής αθλητικής δραστηριότητας, ικανής να αποτελέσει την ασπίδα προστασίας χιλιάδων νέων απέναντι σε προβλήματα όπως η παχυσαρκία ή τα ναρκωρικά, προάγοντας την ομαδικότητα, τη συλλογικότητα, την άμιλλα, τον σεβασμό στον αντίπαλο κόντρα στις λογικές του ατομικισμού και του ανταγωνισμού. Η ενίσχυση αυτή, δε, θα πραγματοποιηθεί με την ανάλογη υποστήριξη σε υποδομές, επιστημονικό δυναμικό, γυμναστές, γιατρούς, χρηματοδότηση.
Με όλα τα παραπάνω, κανένα αθλητικό νομοσχέδιο δεν ασχολήθηκε ουσιαστικά μέχρι σήμερα, ούτε φυσικά με την ανάπτυξη του μαζικού αθλητισμού στο σχολείο, στη γειτονιά και την ενίσχυση της συμμετοχής και της πρόσβασης του πληθυσμού σε αυτόν και ιδιαίτερα της νεολαίας. Αντίθετα, για ακόμα μια φορά επιλέγεται η βίαιη καταστολή σε έναν ακόμα κοινωνικό χώρο, μετά τα πανεπιστήμια, που όχι μόνο δεν θα φέρει λύση στο πρόβλημα, αλλά θα ενισχύσει τις αντιπαραθέσεις και θα διαμορφώσει μια νέα εγκληματική φυσιογνωμία, ως αποτέλεσμα της έκδοσης μιας σειράς αποφάσεων των ποινικών δικαστηρίων ακόμα και για ασήμαντες μικροπαραβάσεις, εκείνη του «φιλάθλου –εγκληματία». Πολύ περισσότερο, ο νέος αθλητικός νόμος όχι μόνο καταλύει το ισχύον τεκμήριο αθωότητας, αλλά οδηγεί και σε τρομερές αντιφάσεις, καθώς δημιουργεί μια κατάσταση κατά την οποία παραβάσεις «οπαδικού χαρακτήρα» αντιμετωπίζονται βαρύτερα και από κακουργήματα. Επιπλέον, ο νομοθέτης μέσω του Ν. 4908/2022 εναντιώνεται και στην αρχή του φυσικού δικαστή, διότι του αφαιρεί την ευχέρεια να κρίνει εκείνος για τη δυνατότητα αναστολής ή μετατροπής της επιβληθείσας ποινής!
Εν πολλοίς, ο εν λόγω νόμος, παρουσιάζει μια σειρά από ελαττώματα, τα οποία δυστυχώς είναι κοινά σε όλη την νομοθετική δράση της Κυβέρνησης, η οποία θέτει στον πυρήνα της ένα είδος επιθετικής αντιεγκληματικής πολιτικής, με στόχο την καταστολή και την παρέμβαση σε όλους τους κοινωνικούς χώρους δράσης. Παράλληλα, άλλου είδους εγκληματικών συμπεριφορών, όπως είναι ο όλο και αυξανόμενος αριθμός γυναικοκτονιών ή το ζήτημα της σεξουαλικής παρενόχλησης αθλητριών, ήδη από την παιδική τους ηλικία, παραμένουν ζητήματα ανέγγιχτα, αφού, όπως φαίνεται, δεν παρουσιάζουν το ίδιο ενδιαφέρον. Το χειρότερο, ωστόσο, είναι η βάση από την οποία εκκινεί η πολιτική αυτή. Όπως χαρακτηριστικά έχει ειπωθεί από τον Ουμπέρτο Έκο, το «τέρας γεννιέται τη στιγμή που το σπορ ανάγεται στο τετράγωνο, όταν δηλαδή το σπορ, από παιχνίδι με προσωπική συμμετοχή, γίνεται ένα είδος συζήτησης πάνω στο παιχνίδι, δηλαδή γίνεται θέαμα για άλλους (…) Αλλά αυτό το σπορ στο τετράγωνο (απ’ το οποίο ορισμένοι βγάζουνε τεράστια κέρδη) δημιουργεί ένα σπορ στον κύβο, που είναι η συζήτηση πάνω στο σπορ σαν θέαμα». Με άλλα λόγια, αντί να δοθεί έμφαση στον τρόπο με τον οποίο το κοινό θα μπορέσει να έχει πραγματική πρόσβαση και συμμετοχή στην άθληση, μέσω της οποίας θα δοθεί ώθηση στον ερασιτεχνικό αθλητισμό, δημιουργώντας μια νέα οπαδική φυσιογνωμία, αυτή δίνεται στην καταστολή και την διαιώνιση των ήδη κακώς κειμένων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο το σπορ παρουσιάζεται σαν «instrumentum regni», έτσι όπως χρησιμοποιήθηκε για πολλούς αιώνες. Είναι φανερό: στην αρχαία Ρώμη οι θηριομαχίες και η ιπποδρομία χαλιναγωγούν την ανεξέλεγκτη δύναμη του όχλου.

