Η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας (International Women's Day) τιμάται παραδοσιακά στις 8 Μαρτίου. Αυτή, ωστόσο, δεν θα πρέπει, σε καμία περίπτωση, να λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο μιας απλής εθιμοτυπίας, που έρχεται κάθε χρόνο να μας υπενθυμίσει την ύπαρξη του «δεύτερου φύλου» μέσα σε έναν κόσμο πατριαρχικά πλασμένο, αλλά ο καθένας από εμάς θα πρέπει να ανατρέχει στους λόγους, τις αιτίες και την ιστορική αλήθεια που γέννησε μια μέρα σαν τη σημερινή και κυοφορούν το ίδιο το μέλλον για εκατομμύρια γυναίκες στον πλανήτη.
Ειδικότερα, η Ημέρα της Γυναίκας θεσπίστηκε το 1977 με απόφαση της γενικής συνέλευσης του ΟΗΕ, σε ανάμνηση της μεγάλης εκδήλωσης διαμαρτυρίας από εργάτριες κλωστοϋφαντουργίας το 1857 στη Νέα Υόρκη. Το αίτημα, δε, δεν ήταν παρά η μείωση του ωραρίου και ανθρώπινες συνθήκες εργασίας, καθώς και ίση αμοιβή με τους άντρες εργάτες. Παρ’ όλα αυτά, η πρώτη καθιέρωσή της ανατρέχει σε προγενέστερο χρόνο, και συγκεκριμένα το 1909, με πρωτοβουλία του Σοσιαλιστικού Κόμματος των ΗΠΑ, ως αποτέλεσμα μιας τεράστιας κινητοποίησης 15.000 γυναικών ένα χρόνο νωρίτερα, ήτοι το έτος 1908, που κλόνισε συθέμελα ολόκληρη την Νέα Υόρκη. Για ακόμα μια φορά το αίτημα των γυναικών αυτών αφορούσε τυπική ισότητα, όσον αφορά το δικαίωμα τους στην ψήφο, λιγότερες ώρες εργασίας και καλύτερους μισθούς, υιοθετώντας, μάλιστα, το εμβληματικό σύνθημα «Ψωμί και Τριαντάφυλλα», μια μεταφορά όσον αφορά τις διεκδικήσεις τους για οικονομική ασφάλεια και καλύτερη ποιότητα ζωής. Δύο χρόνια αργότερα, η Ημέρα της Γυναίκας υιοθετήθηκε και από τη Σοσιαλιστική Διεθνή, ενώ μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, το 1917, και τις προτροπές της Ρωσίδας φεμινίστριας, Alexandra Kollontai, επισημοποιήθηκε από τον Lenin και στη Σοβιετική Ένωση, ως φόρος τιμής στους παγκόσμιους εργατικούς αγώνες, αποτελώντας μέρα εθνικής αργίας.
Από την ως άνω σύντομη ιστορική διαδρομή, που οδήγησε στην τίμηση της σημερινής ημέρας ξεπροβάλει μια σειρά από στοιχεία, που συνθέτουν την ιδιαίτερη φύση της και την ανάδειξη της όχι σαν μια μέρα που αγοράζουμε στις γυναίκες λουλούδια, αλλά σε έναν φάρο ελπίδας και ένα εργαλείο, με το οποίο αυτές μπορούν παγκοσμίως να διεκδικούν και τελικά να βγαίνουν νικήτριες. Ειδικότερα, δεν είναι καθόλου τυχαίο που και τα δύο γεγονότα πάνω στα οποία εδράζεται η καθιέρωση της Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας έλαβαν χώρα στη Νέα Υόρκη, που αποτελούσε εκείνη την εποχή την κατ’ εξοχήν σύγχρονη, εκβιομηχανισμένη πόλη, παρέχοντας νέες θέσεις εργασίες και νέες προοπτικές. Ως εκ τούτου, η ανάληψη των θέσεων αυτών από γυναίκες δεν ήταν παρά νομοτελειακό γεγονός, κάτι που φανερώνει όχι μόνο το πόσο ανδροκρατούμενος είναι ο κόσμος μας, αλλά και το πόσο εξαρτάται το μέλλον του γυναικείου φύλου από την παραγωγή, αλλά και τις οικονομικές και κοινωνικές προϋποθέσεις για την ικανοποίηση των σύγχρονων αναγκών.
Με άλλα λόγια, μπορεί κατά τη δειλή αρχή του 20ου αιώνα και της εκβιομηχάνισης, η γυναικεία εργασία να αποτελούσε μια ανάγκη, πάνω στην οποία το κίνημα «πάτησε» προκειμένου η Γυναίκα να χειραφετηθεί, αυτό, ωστόσο, δυστυχώς, δεν ομοιάζει σε καμία περίπτωση με τη συνθήκη που βιώνουμε σήμερα, όταν η οικονομική κρίση, οι νέες τεχνολογίες, αλλά και η εξάπλωση της πανδημίας του covid-19 σε παγκόσμιο επίπεδο έχουν καταστήσει την «πίτα» της αγοράς εργασίας πολύ μικρότερη σε σχέση με τον προηγούμενο αιώνα. Έτσι, δεν είναι λίγες φορές που η «ισότητα», οι «ίσες ευκαιρίες» και όροι όπως η «συμφιλίωση της οικογενειακής και κοινωνικής ζωής» χρησιμοποιούνται ώστε να προτιμώνται οι άντρες στις περισσότερες θέσεις εργασίας και, δη, σε αυτές της αυξημένης ευθύνης, αλλά και να μειώνονται οι μισθοί και να καταργούνται κεκτημένα εργασιακά δικαιώματα. Σε αυτό, άλλωστε, συμβάλλει και το γεγονός ότι η διεκδίκηση μιας «τυπικής ισότητας», που αποτελούσε το ζητούμενο κατά τις αρχές του 20ου αιώνα, σήμερα δεν αρκεί, προκειμένου η Γυναίκα να είναι ίση ουσιαστικά, αλλά και να διεκδικήσει τη θέση της σε συμβολικό και πολιτισμικό επίπεδο.
Ακόμα, ωστόσο, και στο επίπεδο της τυπικής ισότητας θα ήταν λάθος αν καταλήγαμε στο συμπέρασμα ότι αυτή έχει επιτευχθεί σε βαθμό που η 8η Μαρτίου να αποτελεί απλά την επετειακή αναβίωση παλιών, ξεπερασμένων διεκδικήσεων. Ειδικότερα, είναι γεγονός ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για ισότητα στην αμοιβή, όταν, σύμφωνα με έκθεση της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας του 2018, οι γυναίκες παγκοσμίως εκτελούν το 76,2 % των συνολικών ωρών απλήρωτης οικιακής εργασίας. Παρ’ όλα αυτά, μπορεί η συνεισφορά της συζύγου ως νοικοκυράς να είναι αόρατη, τα μετρητά, ωστόσο, είναι ορατά και ως εκ τούτου η γυναίκα καταλήγει να εργάζεται περισσότερες ώρες, χωρίς ποτέ να πληρώνεται γι’ αυτήν. Παρόμοια είναι και τα συμπεράσματα της 15ης ετήσιας έκθεσης του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ (WEF) , η οποία έδωσε στη δημοσιότητα αποτελέσματα πραγματικά αποκαρδιωτικά σε σχέση με το μισθολογικό χάσμα μεταξύ των δύο φύλων και ειδικότερα για τη χώρα μας, η οποία κατακρημνίστηκε κατά 14 θέσεις σε σχέση με την περσινή ετήσια έκθεση!
Συγκεκριμένα, το συνολικό παγκόσμιο χάσμα, με βάση τις προβλέψεις, θα “διορθωθεί” μετά από 135,6 χρόνια, “χαμένα στο δρόμο προς την ισότητα”! Σχετικά, δε, με την οικονομική συμμετοχή και τις ευκαιρίες, το χάσμα συνεχίζει να διευρύνεται, αφού ο ρυθμός που προσλαμβάνονται οι γυναίκες είναι ακόμη πιο αργός και οι πιθανότητες να τους ανατεθούν ηγετικές θέσεις ακόμα μικρότερες. Υπολογίζεται, δε, ότι θα χρειαστούν ακόμη 257,6 χρόνια για να τερματιστεί το χάσμα μεταξύ των φύλων σε αυτό τον τομέα! Όταν μιλάμε, λοιπόν, για χάσμα στις αμοιβές, κάνουμε ένα βασικό λάθος, αφού το πρόβλημα δεν είναι τυπικό (ωστόσο, ακόμα και αυτό δεν είναι αλήθεια, αφού σε ορισμένες περιπτώσεις προβλέπεται πράγματι διαφορετική αμοιβή. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Εθνικής Ομάδας Γυναικών ποδοσφαίρου των ΗΠΑ, που μόλις πριν δύο εβδομάδες κέρδισαν ίση αμοιβή με τους άντρες συναδέλφους τους), αλλά προκύπτει από το γεγονός ότι οι γυναίκες δεν έχουν ίση πρόσβαση σε ευκαιρίες για επαγγελματική ανέλιξη, ούτε θα προτιμηθούν για θέσεις ηγεσίας, με αποτέλεσμα να εισπράττουν συνολικά χαμηλότερους μισθούς. Με άλλα λόγια, το αιτούμενο μέχρι και σήμερα, 165 χρόνια μετά την εμβληματική κινητοποίηση των γυναικών κλωστοϋφαντουργών της Νέας Υόρκης, παραμένει το ίδιο και το ζήτημα της «τυπικής» ισότητας παραμένει πιο ζωντανό από ποτέ. Η διεκδίκηση, δε, της ουσιαστικής ισότητας της γυναίκας θα αναζητηθεί και αυτή, σε μεγάλο βαθμό, στους χώρους εργασίας.
Το δεύτερο σημείο που αναδεικνύεται ως προς το ζήτημα της γυναικείας χειραφέτησης μέσα από το ιστορικό, που οδήγησε στην καθιέρωση της σημερινής ημέρας είναι ότι και στα δύο ιστορικά γεγονότα που αναφέρθηκαν ο τρόπος διεκδίκησης των γυναικών ήταν ένας, ήτοι ο συλλογικός και οργανωμένος αγώνας, με τη χρήση των μέσων πάλης που παρέχονται από το ίδιο το δίκαιο και το Σύνταγμα, τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας και την απεργία. Αυτός είναι και ο λόγος που η αναπαραγωγή του χρονικού αυτού αποτελεί κάτι παραπάνω από έναν επετειακό «εορτασμό», αφού διδάσκει στις νέες γενιές και τις γυναίκες του σήμερα τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να διεκδικούν. Πολύ περισσότερο τους μαθαίνει τον τρόπο να νικούν και εκεί ακριβώς έγκειται η σημασία της σημερινής ημέρας, όπου όλοι μας αποδίδουμε φόρο τιμής σε όσες αγωνίστηκαν και νίκησαν, θέτοντας τα θεμέλια ενός κόσμου που η Γυναίκα θα απομαγευτεί από όσα της προσάπτουν, φυσική αδυναμία, βιολογικό πεπρωμένο, συναισθηματισμό, υστερία ή ψυχική ασθένεια, διεκδικώντας τη θέση της στην ίδια την ανθρώπινη ιστορία!
Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.

