Δικηγορικό Γραφείο
59 & 60/ 2022 Ειρ. Ηγουμενίτσας (Ειδ.Διαδ) –Απόρριψη ανακοπών κατά διαταγής πληρωμής μισθωμάτων και αναγκαστικής εκτέλεσης

-Η διάταξη του άρθρου 934 § 1 ΚΠολΔ, καθιερώνει το σύστημα καθορισμού της προθεσμίας της ανακοπής κατά στάδια, υπό την έννοια ότι, όταν οι επιμέρους πράξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης παρουσιάζουν ελάττωμα που μπορεί να οδηγήσει σε ακυρότητα, πρέπει να ασκηθεί η ανακοπή μέσα σε ορισμένη προθεσμία, έτσι ώστε αν περάσει άπρακτη αυτή η προθεσμία, οι πράξεις εκτέλεσης γίνονται πλέον απρόσβλητες και να μην μπορούν να συμπαρασύρουν σε ακυρότητα και τις επόμενες στη διαδικασία πράξεις, διότι επέρχεται έκπτωση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής (Π. Γέσιου-Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, § 40, αρ. περιθ 2-4, σελ. 597-598). Μετά το Ν. 4335/2015 η πιο πάνω πρόβλεψη δεν καταργήθηκε, αλλά τροποποιήθηκε ώστε σύμφωνα με την Αιτιολογική Έκθεση του Ν. 4335/2015, όλα τα παράπονα που μπορούν να προβληθούν για πλημμέλειες της εκτελεστικής διαδικασίας να ασκούνται μόνο σε δυο χρονικά σημεία: α) το πρώτο βρίσκεται πριν το πλειστηριασμό και περιλαμβάνει όλους ανεξαιρέτως τους λόγους, για τους οποίους τα μέρη της διαδικασίας ισχυρίζονται ότι η τελευταία πάσχει σε κάποιο σημείο της και β) το δεύτερο μετά τον πλειστηριασμό και περιλαμβάνει τη δυνατότητα άσκησης ανακοπής για όλες τις πλημμέλειες, οι οποίες εμφιλοχώρησαν από την πράξη του πλειστηριασμού μέχρι την τελευταία πράξη εκτέλεσης, η οποία σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 934 § 2 ΚΠολΔ, αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, είναι η σύνταξη έκθεση πλειστηριασμού και κατακύρωσης. Ειδικότερα, με δεδομένο ότι οι λόγοι ανακοπής εξακολουθούν να διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες, ήτοι αυτούς που αφορούν: 1) τον εκτελεστό τίτλο, 2) τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης και 3) την απαίτηση (Π. Γέσιου-Φαλτσή, ό.π., § 39 αρ. περ. 1, σελ. 559), τα επιμέρους στάδια του άρθρου 934 ΚΠολΔ, διακρίνονται ανάλογα με το είδος της εκτελέσεως σε έμμεση και άμεση.

Σε περίπτωση δε έμμεσης εκτέλεσης, αν πρόκειται για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων με κατάσχεση εις χείρας τρίτου, το πρώτο στάδιο περιλαμβάνει τους λόγους της ανακοπής που αφορούν σε ελαττώματα του εκτελεστού τίτλου, της απαίτησης ή της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, μέχρι και την επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στον καθ' ου. Στο στάδιο αυτό πρέπει να γίνει δεκτό ότι περιλαμβάνονται και οι λόγοι ανακοπής που αφορούν την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου και ειδικότερα τα τυπικά και ουσιαστικά ελαττώματα του τίτλου (βλ. Π. Γέσιου-Φαλτσή, ό.π., § 39ΙΙ αρ. περ. 12, σελ. 567). Η ανακοπή του πρώτου αυτού σταδίου ασκείται παραδεκτώς μέσα σε σαράντα πέντε ημέρες από την ημέρα της κατάσχεσης (άρθρο 934 § 1α ΚΠολΔ). Εξάλλου η κατά το άρθρο 982 ΚΠολΔ κατάσχεση στα χέρια τρίτου, ως μέσου αναγκαστικής εκτέλεσης προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, βρίσκεται στην ίδια θέση με τις άλλες μορφές της κατάσχεσης και κατά συνέπεια εφαρμόζονται σ' αυτήν οι γενικές διατάξεις των άρθρων 904-940 ΚΠολΔ, οι ειδικές διατάξεις για την κατάσχεση των άρθρων 951-952 ΚΠολΔ και για τις αντιρρήσεις κατά της εκτέλεσης οι διατάξεις των άρθρων 933 επ. ΚΠολΔ. Έτσι, για τον προσδιορισμό του αφετήριου σημείου έναρξης των προθεσμιών του άρθρου 934 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 όγδοο § 2 του Ν. 4335/2015 και κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ένατου § 3 εδ. α' του ίδιου Νόμου εφαρμόζεται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά την 1η-01-2016, ως πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης λαμβάνεται η κοινοποίηση του κατασχετηρίου στον τρίτο. Όπως δε προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 933, 934 §§ 1 στοιχ. α και 2 και 953 § 4 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το Ν. 4335/2015, στην περίπτωση αναγκαστικής εκτελέσεως προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, η ανακοπή που αφορά το κύρος της αναγκαστικής κατασχέσεως, πρέπει να ασκηθεί μέσα σε σαράντα πέντε ημέρες από την ημέρα της κατάσχεσης (άρθρο 934 § 1σ ΚΠολΔ). Περαιτέρω, η δομή της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι η επιβολή της με την επίδοση του κατασχετηρίου στον τρίτο, αποτελεί την πρώτη μετά την επιταγή πράξη της εκτέλεσης και έκτοτε αρχίζει η σαρανταπενθήμερη προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής κατά του τίτλου και των πράξεων της προδικασίας (άρθρο 934 § 1α ΚΠολΔ). Η τελείωση της κατάσχεσης δεν σημαίνει και περαίωση της διαδικασίας της εκτέλεσης, η οποία συνεχίζεται, με την αποτελούσα πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας, δήλωση του τρίτου και ακολούθως είτε με την κατά το άρθρο 989 εκτέλεση της καταφατικής δήλωσης του τρίτου, είτε με την κατά το άρθρο 986 ανακοπή κατά της δηλώσεως του τρίτου και την αγωγή αποζημιώσεως. Το πέρας της αναγκαστικής εκτελέσεως εξαρτάται από την περαιτέρω πορεία της διαδικασίας, εάν π.χ. επακολουθήσει εκτέλεση της καταφατικής δήλωσης του τρίτου για κατασχεμένο στα χέρια του πράγμα, ο πλειστηριασμός αποτελεί την τελευταία πράξη της εκτέλεσης. Σε περίπτωση αρνητικής δήλωσης ή παράλειψης και ανακοπής, η διαδικασία περατώνεται αναλόγως. Συνέπεια αυτών είναι, ότι η ανακοπή κατά της απαίτησης του κατασχόντος, καθώς και των από την κατά τα άνω κατάσχεση (πρώτης μετά την επιταγή πράξης της εκτέλεσης) και των μέχρι το πέρας της διαδικασίας κατάσχεσης, στα χέρια τρίτου, πράξεων, πρέπει να ασκηθεί μέχρι την τελευταία πράξη, η οποία ποικίλει κατά τις περιστάσεις. Αν γίνει κατάσχεση στα χέρια τρίτου χρηματικής απαίτησης και ο τρίτος προβεί σε καταφατική δήλωση, προβλέπεται διαδικασία εξόφλησης του κατασχόντος είτε απευθείας από τον τρίτο είτε με διανομή του ποσού μέσω συμβολαιογράφου (άρθρο 988 § 1 ΚΠολΔ). Ο οφειλέτης, μπορεί να ασκήσει, σύμφωνα με το άρθρο 934 § 1α ΚΠολΔ, ανακοπή προβάλλοντας λόγους ακυρότητας της κατάσχεσης, διότι κατασχέθηκε ακατάσχετη απαίτηση ή δεν υφίσταται η σε βάρος του εκτελούμενη αξίωση. Το απώτερο, όμως, χρονικό σημείο, μέχρι του οποίου μπορεί να ασκηθεί ανακοπή για τους ως άνω λόγους, πρέπει να συνδεθεί με την εκπνοή της προβλεπόμενης από το άρθρο 988 § 1 ΚΠολΔ προθεσμίας, οπότε συντελείται η αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης του οφειλέτη προς τον κατασχόντα και ο τελευταίος αποκτά τον κατ’ άρθρο 989 ΚΠολΔ εκτελεστό τίτλο σε βάρος του τρίτου.

Ειδικότερα, επί αναγκαστικής κατάσχεσης χρηματικής απαίτησης εις χείρας τρίτου, η αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης του οφειλέτη προς τον κατασχόντα, σε περίπτωση καταφατικής υπό την έννοια του άρθρου 985 δήλωσης, επέρχεται μετά την, προϋποθέτουσα τήρηση της οκταήμερης του άρθρου 985 § 1 του ΚΠολΔ προθεσμίας καταφατική τυχόν δήλωση του τρίτου και την παρέλευση ακολούθως της προθεσμίας του άρθρου 988 § 1 εδ. α' του ΚΠολΔ. Σε περίπτωση δε αρνητικής, υπό την έννοια του άρθρου 985, δήλωσης, ή παράλειψης του τρίτου να προβεί εμπροθέσμως στην οφειλόμενη κατά το ανωτέρω άρθρο 985 ρητή δήλωση, η οποία εξομοιώνεται, σύμφωνα με την § 3 εδ. α' αυτού, με δήλωση αρνητική, επέρχεται διά της τελεσιδικίας της απόφασης με την οποία γίνεται δεκτή η κατά το επόμενο άρθρο 986 ανακοπή (ΟλΑΠ 3/1993, ΑΠ 688/2010). Εξάλλου, κατά το άρθρο 144 § 1 ΚΠολΔ: «Οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο ή τα δικαστήρια αρχίζουν από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση ή μετά τη συντέλεση του γεγονότος που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας και λήγουν στις 7 το βράδυ της τελευταίας ημέρας και αν αυτή είναι κατά το Νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα τη επομένης μη εξαιρετέας ημέρας». Η οκταήμερη, επομένως, προθεσμία του άρθρου 988 αρχίζει από την επομένη της επίδοσης του κατασχετηρίου στον καθ' ου η εκτέλεση, εφόσον όμως προηγήθηκε η προς τον τρίτο επίδοση του κατασχετηρίου, διότι από τότε η κατάσχεση θεωρείται υπαρκτή (Ολ. ΑΠ 3/1993). Αν η επίδοση στον καθ' ου η εκτέλεση του κατασχετηρίου προηγήθηκε της επίδοσης αυτού στον τρίτο, η οκταήμερη προθεσμία προς καταβολή αρχίζει από την επίδοση στον τρίτο, οπότε υποχρεούται να δηλώσει εντός οκταημέρου και να καταβάλει μετά την πάροδο του οκταημέρου, που αρχίζει από την επόμενη του κατασχετηρίου στον τρίτο, δηλαδή την 9η ημέρα και όχι από την καταφατική δήλωση ( βλ. ΜΕφΠατρ 476/2021, ΜΕφΑθ 166/2021, ΜΕφθεσ 1839/2018, ΜΠρΑΘ 92/2022, ΜΠρΚαρδ 151/2020 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος). Οι προθεσμίες των άρθρων 934, 985, 988 ΚΠολΔ είναι δικονομικές, διεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 144 επ. ΚΠολΔ, εξετάζονται δε αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και η παρέλευσή τους συνεπάγεται έκπτωση από το δικαίωμα προσβολής της σχετικής πράξης εκτέλεσης και η πράξη αυτή καθίσταται πλέον απρόσβλητη και δεν μπορεί να συμπαρασύρει σε ακυρότητα και τις επόμενες πράξεις της διαδικασίας της εκτέλεσης, η σχετική δε ανακοπή (η ασκηθείσα μετά την πάροδο της προθεσμίας), απορρίπτεται ως απαράδεκτη (άρθρ. 151 ΚΠολΔ). (ΑΠ 686/2018, ΑΠ 1469/2005, ΑΠ 372/2004 δημοσ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επίσης, εκφεύγουν της εξουσίας των ορίων διάθεσης εκ μέρους των διαδίκων, δεδομένου ότι αφορούν την ασφάλεια των συναλλαγών και έχουν τεθεί προς προστασία των τρίτων (ΑΠ 360/2017.-ΜΕφθεσσ 1839/2018 δημοσιευμένες ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Για την εφαρμογή των προθεσμιών του άρθρου 934 παρ. 1 ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το αίτημα της ανακοπής, το οποίο αναφέρεται στην ακύρωση μιας ή περισσοτέρων πράξεων εκτέλεσης, αλλά και τα ιστορούμενα σ αυτήν ελαττώματα, τα οποία πρέπει να αναφέρονται ευθέως και αμέσως στις προσβαλλόμενες με το αίτημα πράξεις και να θίγουν το κύρος τους (ΑΠ 640/2017, ΑΠ 686/2018 δημοσιευμένη ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας ότι υπό την ισχύ του ν. 4335/2015 η προθεσμία για την άσκηση της κρινόμενης ανακοπής είναι σαρανταπενθήμερη με βάση τη διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1 α ΚΠολΔ κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος και τούτο διότι, όπως αναφέρθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, σε περίπτωση έμμεσης εκτέλεσης, αν πρόκειται για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων με κατάσχεση εις χείρας τρίτου, το πρώτο στάδιο περιλαμβάνει τους λόγους που αφορούν ελαττώματα από τη σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση ή την απαίτηση ή σε περίπτωση κατάσχεσης στα χέρια τρίτου μέχρι και την επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στο καθ’ ου, αν δε ο τρίτος προβεί σε καταφατική δήλωση , ο οφειλέτης μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 934 παρ. 1 α ΚΠολΔ να ασκήσει ανακοπή προβάλλοντας λόγους ακυρότητας της κατάσχεσης, με απώτερο όμως χρονικό σημείο άσκησης της ανακοπής, για τους παραπάνω λόγους της εκπνοής της προβλεπόμενης από το άρθρο 988 παρ. 1 α προθεσμίας στην οποία δεν επέφερε αλλαγή ο ν. 4335/2015, διότι τότε συντελείται η αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης του οφειλέτη προς τον κατάσχοντα και ο τελευταίος αποκτά τον κατ’ άρθρο 989 εκτελεστό τίτλο σε βάρος του τρίτου (βλ. έτσι σε ΜΕφΠατρ 476/2021, ΜΕφΑθ 166/2021, ΜΕφΘεσ 1839/2018, ΜΠρΑθ 92/2022, ΜΠρΚαρδ 151/2020 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος).

-Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος και ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή, καθώς και το ποσό της να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή με συνδυασμό τέτοιων εγγράφων. Ειδικότερα από τα έγγραφα αυτά, εκτός όλων των ανωτέρω πρέπει να προκύπτουν το οφειλόμενο ποσό, το ύψος της σχετικής αξιώσεως, το ληξιπρόθεσμό της και η αιτία της οφειλής, καθώς και τα πρόσωπα του δικαιούχου και του οφειλέτη. Εάν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται εγγράφως ο δικαστής οφείλει, κατ’ άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για τον λόγο αυτόν απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 43/2005 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Στην περίπτωση αυτή αντικείμενο της δίκης και κατά συνέπεια της δικαιοδοτικής κρίσης του δικαστηρίου που δικάζει την ανακοπή, δεν καθίσταται το ζήτημα της ύπαρξης ή μη της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, αφού με μόνη τη διαπίστωση της βασιμότητας του τυπικού λόγου της ανακοπής γίνεται δεκτό το αίτημα αυτής και ακυρώνεται άνευ ετέρου, η διαταγή πληρωμής. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 574 ΑΚ «Με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα», κατά δε τη διάταξη του άρθρου 595 «Το μίσθωμα καταβάλλεται στις συμφωνημένες ή στις συνηθισμένες προθεσμίες. Αν δεν υπάρχουν τέτοιες προθεσμίες καταβάλλεται κατά τη λήξη της μίσθωσης και, αν συμφωνήθηκε καταβολή σε μικρότερα διαστήματα, κατά τη λήξη τους». Συνεπώς οι ουσιαστικές προϋποθέσεις με τη συνδρομή των οποίων ο εκμισθωτής έχει τη σχετική αξίωση καταβολής του μισθώματος (άρθρ. 574,595 ΑΚ) και του επιτρέπεται να ασκήσει την καταψηφιστική αγωγή καταβολής αυτών, είναι συνοπτικά: α. Έγκυρη σύμβαση μίσθωσης, διότι αν είναι άκυρη δεν οφείλεται μίσθωμα, β. Ενεργός μίσθωση κατά το χρόνο που αναφέρεται στα μισθώματα που φέρονται ως οφειλόμενα, γ. Το συμφωνημένο μίσθωμα και ο χρόνος καταβολής του, δ. Παραχώρηση της χρήσης για το χρονικό διάστημα που καλύπτουν τα φερόμενα ως οφειλόμενα μισθώματα. Εάν υφίστανται οι ως άνω ουσιαστικές προϋποθέσεις επιτρέπεται η έκδοση διαταγής πληρωμής για καθυστερούμενα μισθώματα, εφόσον βέβαια συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις ΚΠολΔ 623 επ. και κυρίως αν αποδεικνύονται αυτές εγγράφως. Στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 623 ΚΠολΔ περιλαμβάνεται η απαίτηση για έγγραφη απόδειξη αλλά σε καμία διάταξη δεν ορίζεται ότι το ιδιωτικό συμφωνητικό της μίσθωσης είναι το έγγραφο - πολλώ δε μάλλον το μοναδικό έγγραφο- από το οποίο αποδεικνύονται η ύπαρξη της μίσθωσης, η έναρξή της και το ποσό των οφειλόμενων μισθωμάτων, δεδομένου μάλιστα ότι η μισθωτική σύμβαση είναι άτυπη. Γίνεται δεκτό ότι η σύναψη της μίσθωσης μπορεί να προκύπτει με ασφάλεια και από άλλα έγγραφα ή συνδυασμό εγγράφων (βλ. ενδεικτικά Χρ. Παπαδάκης, Διαταγή Πληρωμής, εκδ. 2012, σ. 442-443 και τις εκεί παραπομπές). Το ηλεκτρονικό έντυπο που συμπληρώνει ο εκμισθωτής στον διαδικτυακό τόπο της Α.Α.Δ.Ε., το περιεχόμενο του οποίου αποδέχεται ο μισθωτής, είναι ιδιωτικό (ηλεκτρονικό) έγγραφο υπό την έννοια των σχετικών διατάξεων του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, κατ’ άρθρο 444 § 1γ’ ΚΠολΔ ιδιωτικά έγγραφα είναι και οι μηχανικές απεικονίσεις κατά δε την § 2 του ίδιου άρθρου μηχανική απεικόνιση είναι και κάθε μέσο, το οποίο χρησιμοποιείται από υπολογιστή ή περιφερειακή μνήμη υπολογιστή, με ηλεκτρονικό, μαγνητικό ή άλλο τρόπο, για εγγραφή, αποθήκευση, παραγωγή ή αναπαραγωγή στοιχείων, που δεν μπορούν να διαβαστούν άμεσα, όπως επίσης και κάθε μαγνητικό, ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό στο οποίο εγγράφεται οποιαδήποτε πληροφορία, εικόνα, σύμβολο ή ήχος, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό, εφόσον τα μέσα και τα υλικά αυτά προορίζονται ή είναι πρόσφορα να αποδείξουν γεγονότα που έχουν έννομη σημασία. Η αποδεικτική ισχύς τους ρυθμίζεται κατ' άρθρο 448 § 3 ΚΠολΔ, δηλαδή παράγουν πλήρη απόδειξη, όπως και τα κλασσικά ιδιωτικά έγγραφα. Στην υπό εξέταση περίπτωση, το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού εντύπου, στο οποίο συμπληρώνονται τα στοιχεία των συμβαλλομένων και της μίσθωσης, αποθηκεύεται με τρόπο, κατά τον οποίο τα στοιχεία αυτά δεν μπορούν να διαβαστούν άμεσα, αλλά αναπαράγεται κατά τρόπο, ώστε να -καθίστανται αναγνώσιμα και είναι δυνατό να εκτυπωθούν σε χαρτί, οπότε από αντιληπτική άποψη, η μορφή του ηλεκτρονικού εντύπου μετακινείται προς τον τύπο του παραδοσιακού εγγράφου, προορίζεται δε να αποδείξει γεγονότα που έχουν έννομη σημασία για την απόκτηση εισοδήματος και τη φορολόγησή του. Αμφότεροι οι συμβαλλόμενοι, εκμισθωτής και μισθωτής, χρησιμοποιούν ως κωδικούς πρόσβασης για την υποβολή της ηλεκτρονικής δήλωσης στον διαδικτυακό τόπο της Α.Α.Δ.Ε. τους προσωπικούς κωδικούς τους για τη χρήση του taxisnet, τους οποίους ήδη διαθέτουν ή αποκτούν το πρώτον, για να εκτελέσουν αυτή τη διαδικασία. Οι κωδικοί αυτοί χορηγούνται υπηρεσιακά, είναι μοναδικοί για κάθε πρόσωπο και επομένως υπάρχει η βεβαιότητα ότι η συμπλήρωση του ηλεκτρονικού εντύπου και η αποδοχή του περιεχομένου του για την κατάρτιση της μισθωτικής σύμβασης με τη χρήση των κωδικών έγινε από τους συμβαλλομένους ή έστω από εξουσιοδοτημένα από αυτούς πρόσωπα. Δηλαδή, είναι βέβαιο ότι οι δηλώσεις βουλήσεως, που έγιναν ηλεκτρονικά, προέρχονται μόνον από τους συμβαλλομένους, τα στοιχεία των οποίων αναγράφονται, και συνεπώς δεσμεύουν αυτούς και όχι άλλα πρόσωπα. Από την επισκόπηση και τη χρήση του ηλεκτρονικού εντύπου, που υπάρχει στον ιστότοπο της Α.Α.Δ.Ε. (υπάρχοντα πεδία προς συμπλήρωση) καθίσταται σαφές ότι πρέπει να συμπληρωθούν πλέον των προσωπικών στοιχείων των συμβαλλομένων, η συνοπτική περιγραφή του μισθίου, το είδος της μίσθωσης (αστική, επαγγελματική κ.λπ.), η διάρκειά της με μνεία των ημερομηνιών έναρξης και λήξης της και το ύψος του οφειλομένου μηνιαίου μισθώματος. Επομένως, στο ηλεκτρονικό έντυπο του διαδικτυακού τόπου της Α.Α.Δ.Ε. αναγράφονται τα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης μισθώσεως και σε κάθε περίπτωση όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτεί ο νόμος (άρθρα 623, 637 και 639 § 3 ΚΠολΔ) για την έκδοση της διαταγής πληρωμής των οφειλόμενων μισθωμάτων και της διαταγής απόδοσης του μισθίου. Το γεγονός ότι η προαναφερθείσα σύμπτωση των δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων ως προς τους όρους της μίσθωσης δεν λαμβάνει χώρα στον ως άνω ιστότοπο με σκοπό την κατάρτιση γραπτής σύμβασης αλλά προς συμμόρφωση με φορολογικού δικαίου υποχρέωση των συναλλασσομένων, δεν αφαιρεί οτιδήποτε από άποψη αποδεικτικής ισχύος από το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού εγγράφου. Δηλαδή, με την προσκόμιση ενώπιον του αρμόδιου δικαστή της εκτύπωσης του ηλεκτρονικού εντύπου από τον διαδικτυακό τόπο της ΑΑΔΕ, στο οποίο εμφανίζεται ότι η μίσθωση δηλώθηκε ηλεκτρονικά, δεν υπάρχει αποδεικτική υστέρηση, η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει πρόσκομμα στην έκδοση των ανωτέρω διαταγών σε σχέση με την προσκόμιση του ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο συντάσσεται σε άλλες μισθώσεις. Ευνόητο είναι ότι δεν υπάρχει έγγραφη απόδειξη της σύμβασης, εάν ο μισθωτής δεν αποδεχθεί το περιεχόμενο της ηλεκτρονικής δήλωσης, είτε η μη αποδοχή είναι ρητή, δηλαδή με έκφραση της σχετικής δήλωσης βουλήσεως στο ηλεκτρονικό έντυπο του σχετικού διαδικτυακού τόπου της Α.Α.Δ.Ε. είτε συνάγεται δια της παραλείψεώς του να προβεί στην αποδοχή (Πλαγάκος Έκδοση διαταγής πληρωμής μισθωμάτων - απόδοσης μισθίου με προσκόμιση εκτύπωσης της ηλεκτρονικής δήλωσης της μίσθωσης από τον διαδικτυακό τόπο της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, ΕλλΔνη 2019 σελ. 1019-1023).

Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης ανακοπής κατ’ εκτίμησή του, η ανακόπτουσα ζητεί την ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, διότι αυτή εκδόθηκε χωρίς να συντρέχει η διαδικαστική προϋπόθεση της έγγραφης απόδειξης της σύμβασης μίσθωσης αφού αυτή εκδόθηκε βάσει της υπ’ αριθμ. …………………………υποβληθείσας δήλωσης πληροφοριακών στοιχείων ακίνητης περιουσίας στην Α.Α.Δ.Ε., η οποία αποτελεί φορολογικό έγγραφο, και η οποία δεν έγινε αποδεκτή από την ίδια την ανακόπτουσα. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι νόμιμος, κατά τα αναφερόμενα στην ως άνω μείζονα σκέψη, πλην όμως είναι απορριπτέος ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής προκύπτει ότι αυτή εκδόθηκε με βάση α) την υπ’ αριθμ. …………………υποβληθείσα δήλωση πληροφοριακών συστημάτων ακίνητης περιουσίας στην Α.Α.Δ.Ε., β) την υπ’ αριθμ. ………………………έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Κέρκυρας Ελένης Μπέζα της από ………εξώδικης δήλωσης του αιτούντος (καθ'ου η ανακοπή) προς την καθ'ης η διαταγή πληρωμής (ανακόπτουσα), γ) την επιδοθείσα στον αιτούντα στις ……από ……………εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία, μεταξύ άλλων και της καθ’ ης προς τον αιτούντα, δ) την με κωδικό αριθμό καταχώρισης …………….στις …………….. στο ΓΕΜΗ του από …………….ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης και κωδικοποίησης του καταστατικού της καθ’ ης η διαταγή - ανακόπτουσας και ε) τη με κωδικό αριθμό καταχώρισης ………………… στις ………………..στο ΓΕΜΗ του από ………………..ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης και κωδικοποίησης του καταστατικού της καθ'ης η διαταγή - ανακόπτουσας. Από τα ως άνω προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτει ότι η …………………………….υποβληθείσα δήλωση πληροφοριακών συστημάτων ακίνητης περιουσίας στην Α.Α.Δ.Ε. δεν έγινε αποδεκτή από την ανακόπτουσα - καθ'ης η διαταγή πληρωμής αφού στην εκτύπωση της δήλωσης μίσθωσης στο διαδικτυακό τόπο της Α.Α.Δ.Ε., δεν αναγράφεται αποδοχή της δήλωσης από την ανακόπτουσα- καθ’ ής η διαταγή πληρωμής, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, από την ως άνω δήλωση να μην υπάρχει έγγραφη απόδειξη της σύμβασης μίσθωσης. Ωστόσο, όπως επίσης αναφέρθηκε στην ίδια ως άνω νομική σκέψη, η σύναψη της μίσθωσης μπορεί να προκύπτει και από άλλα έγγραφα ή συνδυασμό εγγράφων και εν προκειμένω, ενώπιον της Δικαστή του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας προσκομίστηκαν η υπ’ αριθμ. …………….έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Κέρκυρας Ελένης Μπέζα της από ……………..εξώδικης δήλωσης του αιτούντος (καθ'ου η ανακοπή) προς την καθ'ης η διαταγή πληρωμής (ανακόπτουσας), στην οποία ο καθ’ ου η ανακοπή αναφέρει σχετικά με την επίδικη μίσθωση ότι στις ………………κατήρτισαν σύμβαση εμπορικής μίσθωσης του ανωτέρω μισθίου ακινήτου, του οποίου ο ίδιος τυγχάνει κύριος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, διάρκειας της μίσθωσης από …………….ως τις………………, αντί συνολικού μηνιαίου μισθώματος ………….ευρώ, εκ του οποίου στον καθ'ου η ανακοπή αντιστοιχεί το ποσό των …………… ευρώ, και η από ……………εξώδικη απάντησή της ανακόπτουσας που επιδόθηκε στον καθ'ου στις……………, η οποία αναφέρει επί λέξει «...πράγματι συνήφθη το από …………..μισθωτήριο συμφωνητικό πενταετούς διάρκειας, ήτοι με ημερομηνία λήξης………………….». Από την ως άνω εξώδικη απάντηση της, συνάγεται εξώδικη ομολογία της περί κατάρτισης της σύμβασης μίσθωσης με τα ανωτέρω στοιχεία, καθόσον ως ιδιωτικά έγγραφα, κατά την έννοια του άρθρου 443 επ. ΚΠολΔ για την έκδοση διαταγής πληρωμής νοούνται όχι μόνο τα έγγραφα διαθέσεως που περιέχουν δικαιοπρακτική βούληση, αλλά και τα έγγραφα μαρτυρίας , αυτά δηλαδή που περιέχουν μαρτυρία ή βεβαίωση του εκδότη τους, επέχουσα θέση εξώδικης ομολογίας για συγκεκριμένο γεγονός (ΜΠρΑθ 2161/1985 ΔΕΝ1985,774). Συνεπώς από το συνδυασμό των ανωτέρω εγγράφων αποδεικνυόταν η σύναψη της επίδικης σύμβασης μίσθωσης και επομένως ο πρώτος λόγος της υπό κρίση ανακοπής κρίνεται απορριπτέος ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος.

-Σύμφωνα με το άρθ. 341 § 1 ΑΚ: «Αν για την εκπλήρωση της παροχής συμφωνηθεί ορισμένη ημέρα, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής». Σε αυτή την περίπτωση, για την επέλευση της υπερημερίας δεν απαιτείται όχληση του εκμισθωτή. Μολονότι η διάταξη αυτή αναφέρεται σε συμβατικό καθορισμό της δήλης ημέρας, πάντως, κατά την αληθινή της έννοια, εφαρμόζεται και όταν η ορισμένη (δήλη) ημέρα ορίζεται από τον νόμο ή από δικαστική απόφαση (ΑΠ 417/2018, ΑΠ 1962/2017, ΑΠ 1044/2008). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 595 Α.Κ. «Το συμφωνημένο μίσθωμα καταβάλλεται στις συμφωνημένες ή στις συνηθισμένες προθεσμίες. Αν δεν υπάρχουν τέτοιες προθεσμίες, καταβάλλεται κατά τη λήξη της μίσθωσης και, αν συμφωνήθηκε καταβολή σε μικρότερα διαστήματα, κατά τη λήξη τους». Κατά συνέπεια σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, αν δεν υπάρχει ούτε συμφωνημένη ούτε συνηθισμένη ημέρα πληρωμής, το μίσθωμα καταβάλλεται μετά τη χρήση και ειδικότερα αν μεν έχουν ορισθεί μικρότερα χρονικά διαστήματα (λ.χ. μήνα, τρίμηνο) κατά τη λήξη τους (τελευταία ημέρα του μήνα, του τριμήνου κλπ), αλλιώς κατά τη λήξη της μίσθωσης, οπότε η ημέρα πληρωμής είναι και πάλι δήλη (341 παρ.1 ΑΚ) και ως εκ τούτου ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης ανακοπής, κατ’ εκτίμησή του, η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι η ανακοπτόμενη διαταγής πληρωμής εκδόθηκε ακύρως αφού δεν προσδιορίζεται στην αίτηση η συμφωνηθείσα δήλη ημέρα καταβολής των μισθωμάτων, η οποία δεν αποδεικνύεται ούτε εγγράφως. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι απορριπτέος καθόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, αν δεν υπάρχει συμφωνημένη ούτε συνηθισμένη ημέρα πληρωμής, το μίσθωμα καταβάλλεται μετά τη χρήση και αν έχουν ορισθεί μικρότερα χρονικά διαστήματα, όπως εν προκειμένω που το μίσθωμα έχει οριστεί μηνιαίο, κατά τη λήξη του, ήτοι την τελευταία ημέρα του μήνα, η οποία αποτελεί και τη δήλη ημέρα πληρωμής του.

-Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής για να κριθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική θα πρέπει να υπάρχει προφανής υπέρβαση των ως άνω ορίων που υφίσταται όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε σε συνάρτηση με αυτή του υπόχρεου (εφόσον όμως του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με τη συμπεριφορά του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτή) ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά τον μεσολαβήσαντα χρόνο ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς να εμποδίζουν κατά νόμο τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού η συμπεριφορά αυτή τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο, οι οποίες κρίνονται σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση άσκησης του δικαιώματος του (ΟλΑΠ 33/2005, ΟλΑΠ 8/2001, ΟλΑΠ 17/1995, ΑΠ 971/2004 ΕλλΔ/νη 2005,421, ΑΠ 66/2004 ΕλλΔ/νη 2004,136, ΑΠ 938/2003 ΕλλΔ/νη 2003,1595). Περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση άλλης ένστασης, καταλυτικής του τελευταίου, δεν μπορεί να θεμελιώσουν κατά νόμο την ένσταση του άρθρου 281 του ΑΚ (ΟλΑΠ 17/1995 ΕλλΔ/νη 1995.1531, ΕφΘεσ 10/2006 Νόμος, ΕφΘεσ 1017/1998 Νόμος). Περαιτέρω, μεταξύ των προϋποθέσεων για τη θεμελίωση της από την ανωτέρω διάταξη ένστασης είναι και η επίκληση της ύπαρξης δικαιώματος, καθόσον μόνον υπαρκτού δικαιώματος μπορεί να νοηθεί καταχρηστική άσκηση. Εάν αυτός, που προτείνει το σχετικό ισχυρισμό, αρνείται τα περιστατικά, που στηρίζουν το σχετικό δικαίωμα, δεν μπορεί να θεμελιωθεί η από το ως άνω άρθρο ένσταση, αφού μόνο υπαρκτό δικαίωμα είναι λογικώς δυνατό να ασκηθεί, ώστε να νοείται καταχρηστική άσκησή του (ΟλΑΠ 17/1995 ό.π., ΑΠ 999/2019 Νόμος, ΜΕφΔωδ 203/2019 Νόμος).

Με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης ανακοπής, η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι ο καθ'ου καθ’ υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης και των χρηστών ηθών αιτήθηκε την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, μολονότι γνώριζε τον εικονικό χαρακτήρα της μίσθωσης που στην πραγματικότητα αποτελούσε παραχώρηση χρήσης άνευ ανταλλάγματος και ότι ουδέν του οφείλει για δήθεν μισθώματα, με αποτέλεσμα η έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής να παρίσταται καταχρηστική κατ’ άρθρο 281 ΑΚ, αιτούμενη για το λόγο αυτό την ακύρωση της τελευταίας. Σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας τα περιστατικά που η ανακόπτουσα επικαλείται προς θεμελίωση της πιο πάνω ένστασης δεν μπορούν να αποτελέσουν την ιστορική της βάση, αφού τα ίδια συγκροτούν την ιστορική βάση της στηριζόμενης στο άρθρο 138 ΑΚ ένστασής της που αποτέλεσε το ήδη κριθέν δεύτερο λόγο της ανακοπής της. Επιπλέον, ο ισχυρισμός περί συνδρομής των όρων του άρθρου 281 ΑΚ είναι μη νόμιμος και απορριπτέος, καθώς μεταξύ των προϋποθέσεων για τη θεμελίωση της από την ανωτέρω διάταξη ένστασης είναι και η επίκληση της ύπαρξης δικαιώματος, καθόσον μόνον υπαρκτού δικαιώματος μπορεί να νοηθεί καταχρηστική άσκηση, και δεν εφαρμόζεται όταν ο διάδικος που την προτείνει αρνείται την ύπαρξη του δικαιώματος του αντιδίκου του, όπως συμβαίνει εν προκειμένω.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News