Δικηγορικό Γραφείο
512/2022 ΜονΠρωτΑθ (Εργ) - Υποχρέωση καταβολής νόμιμης αποζημίωση απόλυσης σε εργαζόμενο, ακόμη και σε περίπτωση πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων του – Ηθική βλάβη σε περίπτωση παράνομης προσβολής προσωπικότητας εργαζομένου

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ:

- Καταγγελία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου: Υποχρέωση του εργοδότη να καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, ακόμη και σε περίπτωση πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων ή αντισυμβατικής συμπεριφοράς εκ μέρους του εργαζόμενου, η οποία εν προκειμένω δεν αποδείχθηκε. Ο εργοδότης απαλλάσσεται από την ανωτέρω υποχρέωσή του μόνο εφόσον ο εργαζόμενος  ενεργεί σκοπίμως και  επιδιώκει να εξαναγκάσει τον εργοδότη να τον απολύσει για να εισπράξει την αποζημίωση, περίπτωση η οποία κρίθηκε ότι εν προκειμένω δε συντρέχει. 

- Υποχρέωση του εργοδότη να καταβάλει στον εργαζόμενο και εύλογη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη εφόσον η  καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου ή που συνιστούν αδικοπραξία.

Άκυρη η  ρήτρα παρέκτασης κατά τόπον αρμοδιότητας υπέρ των Δικαστηρίων  άλλης πόλης που περιέχεται στην ατομική σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, ως αντίθετη στα χρηστά ήθη κατά τα άρθρα 178 και 179 ΚΠολΔ, αφού ο ενάγων ως ασθενές μέρος της σύμβασης κατοικεί στην Αθήνα, όπου η εναγόμενη διατηρεί υποκατάστημα και δύναται ευχερώς να εκπροσωπηθεί δικαστικά. Κρίση ότι ο ενάγων όταν δεν βρίσκεται εν πτήση ή σε αεροδρόμιο της επαρχίας, κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, όπου βρίσκεται σε ετοιμότητα παροχής εργασίας, η οποία αποτελεί μορφή παροχής εργασίας, ως τόπος μερικής εκπλήρωσης της παροχής του εργαζομένου.

Την υπόθεση χειρίστηκε με ιδιαίτερη επιτυχία ο συνεργάτης Δικηγόρος του γραφείου μας, Λευτέρης Κιούκης

Ακολουθεί το κείμενο της Απόφασης:

«ΑΡΙΘΜΌΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ: 512/2022

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από το δικαστή Μιχαήλ Φίλιππα, τον οποίο όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από την Γραμματέα Γεωργία Μαρούσου

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ………………………….ο οποίος παραστάθηκε μετά ταυ πληρεξουσίου Δικηγόρου του Ελευθερίου Κιούκη του Κωνσταντίνου με Α.Μ. 26261 του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών,

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: ………………η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της ……………..του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών που δήλωσε ότι παρίσταται μόνο για να υποβάλει αίτημα αναβολής και μετά την απόρριψή του αποχώρησε.

Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από ………..αγωγή του, με γενικό αριθμό κατάθεσης ………………και αριθμό κατάθεσης δικογράφου…………., της οποίας η συζήτηση προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης και γράφτηκε στο πινάκιο.                                                                                       

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και την εκφώνηση της από το οικείο πινάκιο, ο πληρεξούσιος Δικηγόρος του ενάγοντος ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου και τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 2 και 3 του άρθρου 280 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο διάδικος που εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης και υποβάλλει αίτημα αναβολής, χωρίς να απαντά στην ουσία, θεωρείται ότι δεν εμφανίζεται και ότι δεν μετέχει προσήκοντος στη συζήτηση, εφόσον το Δικαστήριο απορρίψει το αίτημα αναβολής και προχωρήσει σ’ αυτήν (βλ. ΑΠ 584/1996 ΕλΔνη 39. 593, ΕφΘεσ 388/2002 Αρμ. 2003.531). Σύμφωνα δε με την παρ. 2 του άρθρου 621 ΚΠολΔ, στις εργατικές διαφορές, αν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο δεν εμφανιστεί κάποιος διάδικος ή εμφανιστεί και δεν λάβει νόμιμα μέρος στη συζήτηση, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Εν προκειμένω, από την υπ’ αρ. ……………..έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Χρήστου Πολύζου, αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αγωγής, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην εναγόμενη. Κατά την δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, ο πληρεξούσιος Δικηγόρος της εναγομένης, που παραστάθηκε για λογαριασμό της, υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης και όταν αυτό απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, αποχώρησε, χωρίς να πάρει μέρος στη συζήτηση. Επομένως, πρέπει η εναγόμενη, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, να θεωρηθεί ως δικονομικώς απούσα και να δικαστεί ερήμην. Το Δικαστήριο, ωστόσο, πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.

Από τις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 648, 669 ΑΚ, 1 και 3 του Ν. 2112/1920, 1, 3 παρ. 1, 5 του ΒΔ από 16.7.1920 και 5 του Ν. 3198/1955, συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου που αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη το οποίο ασκείται με τη μορφή της μονομερούς αναιτιώδους δικαιοπραξίας, θεωρείται έγκυρη όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί πλήρης η νόμιμη αποζημίωση. Η ακυρότητα της καταγγελίας μπορεί να οφείλεται είτε στη μη τήρηση των ως άνω προϋποθέσεων (έγγραφο και καταβολή πλήρους αποζημίωσης) είτε στο ότι έγινε με καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση, δηλαδή καθ’ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, (ΑΠ 1107/2000 ΔΕΝ 2001.339, ΑΠ 380/2000 ΔΕΝ 2000.1442, ΕφΘεσ 1341/2000 ΔΕΝ 2001.339) και θεωρείται σαν να μην έγινε (3, 174, 180 ΑΚ). Σημειωτέον ότι ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει την αποζημίωση απόλυσης ακόμα και αν προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας λόγω πλημμελούς εκπλήρωσης των καθηκόντων του εργαζομένου ή και αντισυμβατικής συμπεριφοράς, και για να επέλθει απαλλαγή απαιτείται επιπλέον ο εργαζόμενος να ενεργεί σκοπίμως και να επιδιώκει να εξαναγκάσει τον εργοδότη να τον απολύσει για να εισπράξει την αποζημίωση (βλ. ΑΠ 2241/2013 ΕΕργΔ 2014. 283, ΑΠ 1080/2003 ΔΕΝ 2004/800, Ζερδελή, Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, Δ' Έκδοση, 2019, σελ. 1206). Η ακυρότητα της καταγγελίας, πάντως, είναι σχετική υπέρ του μισθωτού, ο οποίος έχει την ευχέρεια’ είτε να θεωρήσει άκυρη την καταγγελία και να αξιώσει τις αποδοχές του λόγω υπερημερίας του εργοδότη του, προσφέροντας κανονικά τις υπηρεσίες του, είτε, παραιτούμενος ρητά ή σιωπηρά του δικαιώματος προσβολής του κύρους της καταγγελίας, να την θεωρήσει έγκυρη και να ζητήσει την πλήρη αποζημίωσή του, όπως ο' νόμος ορίζει (βλ. ΑΠ 277/2016 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 55/2015 ΔΕΕ 2015. 1149, ΑΠ 1900/2005 ΔΕΕ 2006. 815, ΑΠ 548/2000 ΕλΔνη 41,1615). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 281/299, 330, 648, 672, 914,932 ΑΚ, 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος προκύπτει ότι, αν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου (μείωση της υπόληψης αυτού ως εργαζομένου; καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση) ή που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το ποσό της οποίας καθορίζεται από το δικαστήριο κατ’ εύλογη κρίση (βλ. αντί πολλών ΑΠ 90/2018 254/2012, 1540/2006 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).

Εν προκειμένω, ο ενάγων ιστορεί στην υπό κρίση αγωγή του ότι προσελήφθη από την εναγόμενη το έτος 2016 για να εργαστεί ως πιλότος - χειριστής ελικοφόρου αεροπλάνου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας πλήρους απασχόλησης αορίστου χρόνου. Ότι την …….η εναγόμενη του κοινοποίησε εξώδική καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, δηλώνοντας ότι δεν θα καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, επικαλούμενη ότι εκείνος κατά τη διάρκεια της παροχής της εργασίας του είχε εμπλακεί σε σοβαρό περιστατικό διακινδύνευσης ασφάλειας πτήσεων, και είχε αρνηθεί εν συνεχεία να αναλάβει καθήκοντα προσωπικού εδάφους μέχρι να επαναξιολογηθεί για να δυνηθεί να επιστρέφει στα προηγούμενα καθήκοντά του. Ότι οι ισχυρισμοί της αυτοί είναι αναληθείς, αφού το περιστατικό που αυτή επικαλείται δεν οφείλεται σε δική του υπαιτιότητα ως κυβερνήτη του αεροσκάφους και δεν επέφερε ούτως ή άλλως διακινδύνευση της ασφάλειας της πτήσης, εν συνεχεία δε επιχείρησε να τον υποβιβάσει σε συγκυβερνήτη αεροσκάφους. Ότι η ως άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι τυπικά άκυρη λόγω μη καταβολής της προβλεπόμενης από το νόμο αποζημίωσης. Και ότι συνεπεία τούτου η εναγόμενη κατέστη από την ημερομηνία της καταγγελίας υπερήμερη ως εργοδότρια, του οφείλει δε, όπως τα κονδύλια ειδικότερα εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής, ως αποδοχές υπερημερίας από την άκυρη απόλυση και μετά το ποσό των 44.813,00 ευρώ, ως αναλογίες επιδομάτων εορτών και αδείας του έτους 2021, και μη καταβληθείσες δεδουλευμένες αποδοχές Σεπτεμβρίου 2021, συνολικά το ποσό των 4.071,29 ευρώ. Ζητεί, για τους λόγους αυτούς, μετά από μερική παραίτηση από το αίτημα της αγωγής (ειδικώς ως προς τις αποδοχές υπερημερίας για το χρόνο μετά την συζήτηση της υπόθεσης και ως προς εξοφληθέντα κονδύλια), και μερικό περιορισμό του λοιπού αιτήματος, από εν όλω καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, που έγιναν με τις προτάσεις του και με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου Δικηγόρου του στο ακροατήριο, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει ως αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από …………… ως την 15-2-2021, συμπεριλαμβανομένων επιδομάτων και αποδοχών αδειών και επιδομάτων εορτών, άλλως επικουρικά σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, το ποσό των 19.521,43 ευρώ, άλλως επικουρικά, αν κριθεί έγκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 10.471,54, ευρώ, άπαντα τα ποσά με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει επιπλέον να του καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη το ποσό των 5.000,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή, και να καταδικαστεί η εναγόμενη στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Με το περιεχόμενο αυτό και αιτήματα η αγωγή, για το καταψηφιστικό αίτημα της οποίας δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, αφού δεν υπερβαίνει το ποσό των 20.000,00 ευρώ που αποτελεί το προβλεπόμενο επί εργατικών διαφορών ελάχιστο όριο απαλλαγής από την καταβολή δικαστικού ενσήμου (71 ΕισΝΚΠολΔ σε συνδυασμό με την ρύθμιση του άρθρου 14 παρ. 2 ΚΠολΔ για το χρηματικό όριο της καθ’ ύλη αρμοδιότητας των Ειρηνοδικείων), παραδεκτά κατατέθηκε και εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, που είναι κατά τα άρθρα 14 § 2 και 33 ΚΠολΔ καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδιο να τη δικάσει κατά την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (614 επ. ΚΠολΔ), ούσα ορισμένη. Ιδίως πρέπει να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο είναι κατά τόπον αρμόδιο διότι ο ενάγων όταν δεν βρίσκεται εν πτήση ή σε αεροδρόμιο της επαρχίας, κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, όπου βρίσκεται σε ετοιμότητα παροχής εργασίας. Η ετοιμότητα αυτή αποτελεί μορφή παροχής εργασίας, και συνεπώς η Αθήνα είναι ο τόπος έστω μερικής εκπλήρωσης της παροχής του εργαζομένου. Η ρήτρα παρέκτασης κατά τόπον αρμοδιότητας υπέρ των Δικαστηρίων του Ηρακλείου Κρήτης που περιέχεται στην ατομική σύμβαση εργασίας του ενάγοντος κρίνεται άκυρη ως αντίθετη στα χρηστά ήθη κατά τα άρθρα 178 και 179 ΚΠολΔ, αφού ο ενάγων ως ασθενές μέρος της σύμβασης κατοικεί στην Αθήνα, όπου η εναγόμενη διατηρεί υποκατάστημα και δύναται ευχερώς να εκπροσωπηθεί δικαστικά (βλ. ΕφΘεσσαλ 1170/2020 Αρμ 2021. 423 και Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 340, 341, 345, 346, 648 επ., 655, 656 ΑΚ, 1 και 3 του ν. 2112/1920, 5 του Ν. 3198/1955, 1 ν. 3302/2004,2 παρ. 1, 3 παρ. 1 και 5 πάρ.1 του α.ν. 539/1945, 6 ΚΥΑ 19040/81 Οικονομικών και Εργασίας, 70, 176, 907, 908 ΚΠολΔ, με εξαίρεση α) την επικουρική βάση των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, η οποία είναι μη νόμιμη, αφού η αγωγή" από αδικαιολόγητο πλουτισμό κατ’ άρθ. 904 ΑΚ έχει επιβοηθητικό ή επικουρικό χαρακτήρα και όταν στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται η κύρια αγωγή είναι αβάσιμη (βλ. ΑΠ 1114/2013 ΧρΙΔ 2014. 345, Ε7 2014. 710 και Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ), και β) το παρεπόμενο αίτημα κήρυξης της απόφασης ως προσωρινά εκτελεστής, το οποίο μετά την μερική μετατροπή της αγωγής σε αναγνωριστική κατέστη απορριπτέο ως μη νόμιμο ειδικά ως προς το αναγνωριστικό πλέον αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης, αφού οι αναγνωριστικές αποφάσεις δεν εκτελούνται και η ενέργειά τους εξαντλείται στο δεδικασμένο (βλ. Συμβ ΑΠ 7/2013, 4/2011 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 292/2001 ΕλΔνη 2001.1663, ΕφΠειρ. 1014/1992, ΑρχΝ 44.63, ΠολΠρωτΡοδ 61/2021, Γέσιου - Φάλτση, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, Γενικό Μέρος, Β' Έκδοση, σελ. 258 και 259), και πρέπει να εξεταστεί και ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα του ενάγοντος στο ακροατήριο, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, και όλων των εγγράφων και λοιπών αποδεικτικών μέσων που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων που λαμβάνονται υπόψη, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ορισμένα από τα οποία μνημονεύονται ειδικότερα παρακάτω, δίχως, ωστόσο, να παραλείπεται κανένα, για την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσελήφθη από την εναγόμενη το έτος 2016 για να εργαστεί ως πιλότος - χειριστής ελικοφόρου αεροπλάνου στην επιχείρηση αεροπορικών μεταφορών της, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας πλήρους απασχόλησης αορίστου χρόνου. Την ……2021 η εναγόμενη του κοινοποίησε εξώδική καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, δηλώνοντας ότι δεν θα καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, επικαλούμενη ότι εκείνος κατά τη διάρκεια της παροχής της εργασίας του είχε εμπλακεί σε σοβαρό περιστατικό διακινδύνευσης ασφάλειας πτήσεων, και είχε αρνηθεί εν συνεχεία να αναλάβει καθήκοντα προσωπικού εδάφους μέχρι να επαναξιολογηθεί για να δυνηθεί να επιστρέφει στα προηγούμενα καθήκοντά του. Συγκεκριμένα, αναφέρεται στην από ……..2021 εξώδικη καταγγελία ότι τα πτητικά του καθήκοντα είχαν ανασταλεί από την 1-12-2020 λόγω της εμπλοκής του σε σοβαρό περιστατικό διακινδύνευσης ασφάλειας πτήσεων, στην πτήση ………., και ότι την ……………του πρότεινε να αναλάβει καθήκοντα προσωπικού εδάφους με προοπτική να επαναξιολογηθεί στο μέλλον για να επιστρέφει σε πτητικά καθήκοντα, αλλά αυτός αρνήθηκε. Τούτα, και αληθή υποτιθέμενα, θεωρούμενα ως κακή εκπλήρωση υποχρεώσεων του εργαζομένου ή και αντισυμβατική συμπεριφορά, δεν απαλλάσσουν την εναγόμενη από την υποχρέωση καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης. Διότι, όπως εκτέθηκε στη μείζονα πρόταση της παρούσας, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει την αποζημίωση απόλυσης ακόμα και αν προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας λόγω πλημμελούς εκπλήρωσης των καθηκόντων του εργαζομένου ή και αντισυμβατικής συμπεριφοράς, και για να επέλθει απαλλαγή απαιτείται επιπλέον ο' εργαζόμενος να ενεργεί σκοπίμως και να επιδιώκει να εξαναγκάσει τον εργοδότη να τον απολύσει για να εισπράξει την αποζημίωση. Τέτοιος σκοπός του ενάγοντος να επιτύχει την απόλυση του δεν προκύπτει από κανένα αποδεικτικό μέσο. Συνεπώς η ως άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος είναι τυπικά άκυρη λόγω μη καταβολής της προβλεπόμενης από το νόμο αποζημίωσης, η εναγόμενη κατέστη από την ημερομηνία της καταγγελίας υπερήμερη ως εργοδότρια ως προς την αποδοχή της εργασίας του ενάγοντος και την καταβολή των αποδοχών του. Σημειωτέον, πάντως, ότι πρέπει ούτως ή άλλως να γίνει δεκτό ότι οι ως άνω ισχυρισμοί που περιέχονται στο εξώδικο είναι αναληθείς, αφού δεν προκύπτει από τα διαθέσιμα αποδεικτικά μέσα ότι το συμβάν στο οποίο αναφέρεται η εργοδότρια ήταν σοβαρό και οφειλόταν σε υπαιτιότητα του ενάγοντος, και συναφώς ότι αυτός έπρεπε να επαναξιολογηθεί και αρνήθηκε εν τω μεταξύ να ασχοληθεί με καθήκοντα εδάφους. Δεδομένης δε της ακυρότητας της καταγγελίας, η εναγόμενη οφείλει στον ενάγοντα ως αποδοχές υπερημερίας από την άκυρη απόλυση και μετά αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την …………..ως την 15-2-2021. Συγκεκριμένα, με βάση το μηνιαίο μισθό του ποσού 2.991,87 ευρώ, του οφείλει ως μισθούς υπερημερίας α) ………..15.764,29 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της λήξης του μηνός που κάθε μέρος του ποσού αυτού αφορά. Επίσης ο ενάγων δικαιούται να λάβει ως αποδοχές μη ληφθείσας άδειας για το 2021 (υπόλοιπο 7’ ημερών) το ποσό των (2.991,87/25 X 7=) 837,69 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της λήξης του έτους, ως υπόλοιπο επιδόματος αδείας 2021 το ίδιο ποσό των 837,69 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της λήξης του έτους, ως αναλογία επιδόματος εορτών Πάσχα 2022 το ποσό των 573,44 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τη λήξη του μηνός Απριλίου 2022, και ως αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2021 που δεν του καταβλήθηκε το ποσό των 1.508,32 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της λήξης του έτους, ήτοι για τις ως άνω αιτίες (837,69 + 837,69 + 573,44 + 1.508,32=) 3.757,14 ευρώ. Τέλος, αφού κρίνεται ότι η απόλυση του ενάγοντος, εκτός από τυπικά άκυρη λόγω μη καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης, έγινε με τρόπο που προσέβαλε την προσωπικότητά του, ήτοι με επίκληση αναληθών ισχυρισμών που αφορούσαν την επαγγελματική του ικανότητα και την εργασιακή συμπεριφορά του, ο ενάγων δικαιούται επιπλέον να λάβει χρηματική ικανοποίηση, την οποία το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπ’ όψη την έκταση της προσβολής, το μέσο με το οποίο τελέσθηκε, το βαθμό της υπαιτιότητας της εναγόμενης εργοδότριας, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, και όλες γενικά τις συνθήκες, ορίζει στο ποσό των 3.000,00 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο.

Κατ’ ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει η αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα ως μισθούς υπερημερίας, επιδόματα εορτών και αδείας, και αποζημίωση μη ληφθείσης αδείας το ποσό των (15.764,29 + 3.757,14=) 19.521,43 ευρώ, νομιμοτόκως όπως ανωτέρω ειδικότερα αναφέρεται, και να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να του καταβάλει επιπλέον ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη το ποσό των 3.000,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επίσης, πρέπει η απόφαση να κηρυχθεί κατά ένα μέρος προσωρινά εκτελεστή, αφού συντρέχουν προς τούτο λόγοι, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί κατά τα άρθρα 176, 178 και 191 ΚΠολΔ η εναγόμενη, λόγω της ερημοδικίας και της μερικής ήττας της, να καταβάλει στον ενάγοντα μέρος της δικαστικής του δαπάνης, και να οριστεί παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από την ερήμην δικαζόμενη κατά της παρούσας απόφασης (άρθρα 501, 502 παρ. 1 και 505 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό».


Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να συμβουλευτείτε τους συνεργάτες του γραφείου μας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News