Δικηγορικό Γραφείο
3996/2021 ΜΕφΑθ (Εργ) - Κριτήρια διάκρισης μεταξύ  σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών

ΜΟΝ. ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 3996/2021 (ΕΡΓ): Κριτήρια διάκρισης μεταξύ της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και της σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Απορρίπτει την έφεση της εργοδότριας εταιρείας και επικυρώνει την πρωτόδικη απόφαση, η οποία επιδίκασε αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας, επίδομα άδειας και δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα στους εργαζόμενους τηλεοπτικού σταθμού, οι οποίοι κρίθηκε ότι απασχολήθηκαν με καθεστώς εξαρτημένης εργασίας.

Ακολουθεί το κείμενο της απόφασης:

«ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ: 3ο

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ειρήνη Κατινιώτη, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Ελένη Καρρά. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 11 Μαΐου 2021 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Της Ανώνυμης Εταιρείας ………
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: ……….. οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Κιούκη του Κωνσταντίνου, με ΑΜ ΔΣΑ 026261.

Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι με την από …………..αγωγή τους, που άσκησαν κατά της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και κατατέθηκε με γενικό και ειδικό αριθμό κατάθεσης δικ. ,,,,,,,,,,,,,,,,,,,3793/2996/2018, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ' αυτή.

Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ'αριθμό 735/2020 οριστική του απόφαση με την οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή.

Την απόφαση αυτή, προσέβαλε η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα με την από ………………έφεσή της προς το Δικαστήριο αυτό, που κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με γενικό και ειδικό αριθμό κατάθεσης ενδ. Μέσου………………., για τη συζήτηση της οποίας δικάσιμος ορίστηκε αρχικώς η 23-2-2021, οπότε και ματαιώθηκε λόγω αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων και επαναπροσδιορίστηκε οίκοθεν, με βάση το άρθρο 83 παρ.2 του ν.4790/2021, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν εμπρόθεσμα έγγραφες προτάσεις και παραστάθηκαν με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη έφεση κατά της υπ'αρ. 735/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 495, 499, 511, 513 παρ.1 εδαφ.β', 516 παρ. 1, 517, 518 παρ.2, 520 παρ.1 του ΚΠολΔ), με την κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 28-7-2020, πριν την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, αφού τέτοια επίδοση δεν προσκομίζουν οι διάδικοι, ούτε άλλωστε προκύπτει οίκοθεν από τα προσκομιζόμενα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αποδεικτικά μέσα, αλλά εντός της προβλεπομένης στη διάταξη του άρθρου 518 παρ.2 του ΚΠολΔ προθεσμίας των δύο (2) ετών από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης, που έλαβε χώρα στις 8.5.2020, και επιπροσθέτως δεν συντρέχει άλλος λόγος απαραδέκτου, αρμόδια δε φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 19 του ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, με την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση.

Με την κρινόμενη από 3-12-2018 αγωγή, οι ενάγοντες ιστορούσαν ότι κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες ημεροχρονολογίες προσλήφθηκαν από την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, η οποία εκμεταλλεύεται και λειτουργεί τον τηλεοπτικό σταθμό…………….., με συμβάσεις που χαρακτηρίστηκαν ψευδεπίγραφα ως συμβάσεις έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών, αφού στην πραγματικότητα ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με την ειδικότητα της κομμώτριας- μακιγιέζ, του εικονολήπτη, του ηχολήπτη και του βοηθού σκηνοθέτη, συμβάσεις οι οποίες κατά τα έτη 2017-2018 καταγγέλθηκαν από την εναγομένη. Ακολούθως ισχυρίζονταν ότι η εναγομένη καθόλη τη διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης δεν τους κατέβαλε τις νόμιμες δεδουλευμένες αποδοχές τους, καθώς και τις αποδοχές τους για την πρόσθετη εργασία που παρείχαν, την υπερωριακή απασχόληση, τις αποδοχές αδείας και τα επιδόματα εορτών και αδείας. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, ζητούσαν να υποχρεωθεί η εναγομένη με προσωρινά εκτελεστή απόφαση να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών, για τις ως άνω αιτίες, τα ειδικότερα αναφερόμενα ποσά νομιμοτόκως, και να καταδικαστεί στη δικαστική τους δαπάνη. Κατόπιν της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη υπ'αριθμ. 735/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής, παραπονείται η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα με την κρινόμενη έφεσή της για τους διαλαμβανόμενους σ'αυτή λόγους, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, προκειμένου να απορριφθεί η αγωγή των εναγόντων.

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, ενώ ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του, ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία ως εξαρτημένη. Αντίθετα, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και χωρίς να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του. Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια. Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από τη συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλ. η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλ. η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ' αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο. Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (Ολ ΑΠ 28/2005, ΑΠ 171/2016, ΑΠ 2242/2013, ΑΠ 666/2009). Περαιτέρω, δεν αποτελούν αποφασιστικά κριτήρια υπέρ του χαρακτηρισμού της απασχόλησης ως σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ο τρόπος προσδιορισμού και καταβολής της αμοιβής του απασχολουμένου, η μη ασφάλιση αυτού στο ΙΚΑ, η μη χορήγηση σε αυτόν βεβαιώσεων μισθωτών υπηρεσιών, η ασφάλισή του σε Ταμείο Ασφάλισης ελευθέρων επαγγελματιών, η έκδοση δελτίου παροχής υπηρεσιών, η παρακράτηση από τον εργοδότη φόρου ελεύθερων επαγγελματιών. Τέλος, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, ή ως σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος, που μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστατικών που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και με βάση εκείνα που στη συνέχεια προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία προσδίδει τον ορθό χαρακτηρισμό στην καταρτισθείσα σύμβαση, χωρίς ν' ασκεί οποιαδήποτε επιρροή ο χαρακτηρισμός που έδωσαν σ' αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη (ΑΠ 997/2017,ΑΠ 171/2016, ΑΠ 2242/2013).

Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, οι οποίοι εξετάστηκαν νομοτύπως ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και οι οποίες (καταθέσεις) περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ανωτέρω δικαστηρίου, από τις υπ'αριθμ. …………….ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες και οι οποίες λήφθηκαν κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της εναγομένης, κατ' άρθρα 421-424 ΚΠολΔ (βλ. την υπ'αριθμ. 7298/19-12-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς Αγγέλου Αγγελίδη), και από την επανεκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία (εκκαλούσα) διατηρεί και εκμεταλλεύεται τον τηλεοπτικό σταθμό «……………». Στο πλαίσιο της δραστηριότητάς της, αυτής, συνήψε με τους ενάγοντες (εφεσίβλητους), κατά τα έτη 2017, 2016,2015,2013,2014,2017,2015,2014 και 2013 αντίστοιχα, συμβάσεις στις οποίες προσδόθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη, ο χαρακτηρισμός συμβάσεων έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών, δυνάμει των οποίων προσέφεραν τις υπηρεσίες τους ως τεχνικοί και πιο συγκεκριμένα με τις ειδικότητες της κομμώτριας - μακιγιέζ, του ηχολήπτη, του εικονολήπτη, του βοηθού σκηνοθέτη τηλεοπτικού πλατό, του σκηνοθέτη τηλεοπτικού πλατό και του τεχνικού ροής προγράμματος, ενώ η αμοιβή τους καταβαλλόταν με απόδειξη ή με τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών. Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι στην πραγματικότητα, οι ενάγοντες παρείχαν την εργασία τους, αντί συμφωνημένων μηνιαίων αποδοχών, αποκλειστικά στους χώρους της εναγομένης και με χρήση των μέσων αυτής, εντός οκτάωρου ωραρίου που διαμορφωνόταν ανάλογα με τη ροή και τις ανάγκες του προγράμματος, υπό τις εντολές, τις οδηγίες και τον έλεγχο των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης και των εντεταλμένων υπαλλήλων της, ήτοι υπό την επίβλεψη των υπευθύνων του προσωπικού και της διοικητικής διευθύντριας. Ενόψει των ανωτέρω, καθίσταται σαφές, ότι οι επίδικες συμβάσεις είχαν τον χαρακτήρα εξαρτημένης εργασίας και όχι το χαρακτήρα συμβάσεων έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών, αφού η εναγομένη παρείχε δεσμευτικές εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής εργασίας των εναγόντων, έχοντας την υποχρέωση να τους καταβάλει ως αντάλλαγμα της προσφερόμενης εργασίας τους, τις συμφωνημένες μηνιαίες αποδοχές, ενώ τα διάδικα μέρη, με τις επίδικες συμβάσεις, απέβλεψαν στην παροχή της εργασίας των εναγόντων καθαυτή και όχι στην επίτευξη κάποιου τελικού αποτελέσματος. Τα όσα δε αντίθετα ισχυρίζεται η εναγομένη, με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς της, προκειμένου να αντικρούσει το χαρακτήρα των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων ως εξαρτημένης εργασίας, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα. Πιο συγκεκριμένα, η εκκαλούσα (εναγομένη) υποστηρίζει ότι οι ανάγκες της για μόνιμο καταρτισμένο τεχνικό προσωπικό είναι περιορισμένες, δεδομένου ότι το «ζωντανό» πρόγραμμα και οι ανάγκες για συνεργείο παραγωγής δεν υπερβαίνει συνολικά τις 7 ώρες ημερησίως (βλ. σελ 4 εφέσεως), ενώ η συνολική διάρκεια πρωτογενούς προγράμματος (για την παραγωγή του οποίου απασχολούνταν οι ενάγοντες) δεν ξεπερνά ημερησίως τις 8 ώρες τις καθημερινές και τις 2-3 ώρες τα Σαββατοκύριακα (βλ. σελ 5 εφέσεως), γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα οι ενάγοντες να εργάζονταν εκ περιτροπής, και όχι με πλήρες ωράριο εργασίας, τονίζοντας περαιτέρω ότι δεν είχαν καμία δέσμευση αποκλειστικότητας απέναντι της, λόγος άλλωστε για τον οποίο παρείχαν τις υπηρεσίες τους, με την ίδια ειδικότητα και σε άλλους εργοδότες (τηλεοπτικούς σταθμούς). Ωστόσο, η πολλαπλή απασχόληση του μισθωτού, δηλαδή η παροχή των υπηρεσιών του, συγχρόνως σε περισσότερους εργοδότες μέσα στην ίδια χρονική περίοδο, δεν αίρει το στοιχείο της προσωπικής εξάρτησης του μισθωτού από τον εργοδότη του (βλ.Κ. Λαναρά Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική έκδοση 2011, σελ. 42 ), ενώ ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι οι ενάγοντες δεν απασχολούνταν με πλήρες ωράριο εργασίας και απολύτως αληθής υποτιθέμενος ουδόλως αναιρεί το χαρακτήρα των συμβάσεών τους ως εξαρτημένης εργασίας, ούτε αποτελεί ενισχυτικό στοιχείο υπέρ της καταρτίσεως συμβάσεων έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών.

Περαιτέρω, η εναγομένη, με το δεύτερο και τελευταίο λόγο της εφέσεώς της, χωρίς να αμφισβητεί ειδικά, κατά το άρθρο 261 ΚΠολΔ, το συμφωνημένο ύψος των μηνιαίων αποδοχών των εναγόντων, συναγομένης έτσι, ως προς αυτό, ομολογίας της, ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση έσφαλε, διότι υπολόγισε κατά προσέγγιση και συνεπώς αυθαιρέτως, τις ώρες εργασίας των εναγόντων, θεωρώντας ότι οι τελευταίοι απασχολούνταν υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, ενώ κάποιοι εξ αυτών (τους οποίους αναφέρει ενδεικτικά) παρείχαν τις υπηρεσίες τους με μικρότερη απασχόληση από τη νόμιμη, ήτοι εργάζονταν λιγότερο από 40 ώρες εβδομαδιαίως και πιο συγκεκριμένα, απασχολούνταν συνολικά, κάποιες εβδομάδες, επί δέκα τέσσερις ώρες και άλλες επί 32 ώρες, με περαιτέρω συνέπεια τον εσφαλμένο υπολογισμό των οφειλομένων κονδυλίων. Ωστόσο, και ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, αφού το ακριβές ωράριο εργασίας των εναγόντων, δεν ασκεί έννομη επιρροή ως προς το ύψος των επιδικασθέντων αξιώσεών τους. Ειδικότερα, αποδείχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι οι ενάγοντες, στην πραγματικότητα, συνήψαν με την εναγομένη συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλύπτουν τις ανάγκες του καθημερινού δώρου προγράμματος του τηλεοπτικού σταθμού-καθώς και τις ολιγότερες ώρες του Σαββατοκύριακου- αντί των συμφωνημένων μηνιαίων αποδοχών για έκαστο εξ αυτών- ήτοι αντί καθαρών αποδοχών ύψους 750 ευρώ για την πρώτη και δεύτερη εξ' αυτών, 750 ευρώ για τον τρίτο για τα χρονικά διαστήματα από 1-2-2015 έως 31-8-2017 και από 1-1-2018 έως 4-2-2018 και 550 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-9-2017 έως 31- 12-2017,1075 ευρώ για τον τέταρτο και πέμπτο, 700 ευρώ για τον έκτο και έβδομο, 950 ευρώ για τον όγδοο για το χρονικό διάστημα από 1-1-2014 έως 31-7-2015 και 1075 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-8-2015 και εντεύθεν, 650 ευρώ για τον ένατο για το χρονικό διάστημα από 1-11-2013 έως 31-12-2013, 1087 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2014 έως 31-12-2017 και 750 ευρώ από 1-1-2018 έως την αποχώρησή του στις 28-1-2018- αποδοχές για τις οποίες, σημειωτέον, οι ενάγοντες δεν προβάλουν ισχυρισμό ότι είναι κατώτερες των νομίμων και το ύψος των οποίων (μηνιαίων αποδοχών), όπως προαναφέρθηκε, η εναγομένη ουδόλως αμφισβήτησε. Έτσι, στο πλαίσιο των ως άνω συμφωνηθέντων, οι ενάγοντες παρείχαν τις υπηρεσίες τους, υπό τις εντολές και οδηγίες των εντεταλμένων υπαλλήλων της εναγόμενης, όχι πάντα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, αλλά και για λιγότερες ώρες από τις νόμιμες όπως άλλωστε συνομολογούν και οι ίδιοι στο αγωγικό δικόγραφο, αξιώνοντας όμως να λάβουν ολόκληρο το συμφωνημένο μισθό, αφού οι ίδιοι εκτελούσαν, κατά τον προσήκοντα τρόπο, την συμφωνηθείσα, με την εναγομένη, εργασία τους και τους όρους αυτής. Επομένως στην προκειμένη περίπτωση, δεν τίθεται ζήτημα μερικής απασχόλησης και ακολούθως ζήτημα περί υπολογισμού των αποδοχών αναλογικά μειωμένων, ήτοι ανάλογα με τις ώρες της μερικής απασχόλησης, όπως εμμέσως ισχυρίζεται η εναγομένη, αλλά περί συμφωνίας στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 361 ΑΚ, για απασχόληση ακόμα και μικρότερη της νόμιμης, χωρίς μείωση αποδοχών (βλ. Εφ. Πατρ.1071/1997, Ιωάννης Κουκιάδης Εργατικό Δίκαιο Ή έκδοση, σελ 528). Ενόψει των ανωτέρω, η εκκαλουμένη απόφαση που επιδίκασε στους ενάγοντες διαφορές για τις δεδουλευμένες αποδοχές, καθώς και τις αποδοχές για τα επιδόματα εορτών, αδείας και τις αποδοχές αδείας των επίδικων ετών 2013-2018, με βάση τις συμφωνημένες μηνιαίες αποδοχές υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης- απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμα τα αγωγικά κονδύλια που αφορούσαν την πρόσθετη εργασία και την υπερωριακή απασχόληση, κονδύλια, στα οποία θα είχε έννομη συνέπεια ο ακριβής καθορισμός των ωρών εργασίας- δεν έσφαλε αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτόμενης της εφέσεως. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, κατόπιν σχετικού τους αιτήματος, πρέπει να επιβληθούν σε βάρους της εκκαλούσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176,183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στα διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από 22-7-2020 έφεση
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ' ουσίαν την έφεση
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ                                    Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ»


 Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να επικοινωνείτε με τους συνεργάτες του γραφείου μας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News